GAME CENTER sportingbet.gr
ALL GAMES EuroLeague TV
LIVE ON
Από τη γιορτινή ατμόσφαιρα του final-4, στην «επιλόχεια κατάθλιψη» της ελληνικής πραγματικότητας

Η χαρά του φιδιού

Ο Νίκος Παπαδογιάννης επιχειρεί τον απολογισμό ενός final-4 που θα ξεχαστεί γρήγορα και ανοίγει την αυλαία για τα περαιτέρω. 

Η χαρά του φιδιού

Κάθε φορά που επιστρέφω από το final-4 και βλέπω στον ορίζοντα να με περιμένουν πέντε αναμετρήσεις Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού, με πιάνει κάτι σαν επιλόχεια κατάθλιψη, αλλά χωρίς τη χαρά του παιδιού.

Το μπάσκετ του Ιουνίου στην Ελλάδα είναι η χαρά όχι του παιδιού, αλλά του φιδιού. Το δηλητήριο που ξεκινάει πότε από τις εξέδρες και πότε από τα γραφεία απλώνεται παντού και μετατρέπει το παρκέ σε δύσοσμο βούρκο. 

Εμπρός λοιπόν, να δούμε για άλλη μια χρονιά ποιος ευχηθεί πιο ηχηρά και πιο αποτελεσματικά τον ψόφο και τον καρκίνο. Δεν έχει και Εθνική φέτος, να ξελαμπικάρουμε λίγο…

Ναι, ναι, ξέρω. Είμαι γκρινιάρης και μίζερος και μονόχνωτος και μανιαμούνιας. Συγγνώμη κιόλας, που τον θέλω καθαρό και πολιτισμένο και απαλλαγμένο από τον υπόκοσμο, τον αθλητισμό της –ασορτί με τον ίδιο βεβαίως- χώρας όπου ζω και εργάζομαι.

Τα final-4 που διεξάγονται ερήμην ελληνικής ομάδας ισοδυναμούν με πολιτισμικό σοκ, αφού υπενθυμίζουν δύο πράγματα:

Πρώτο και χειρότερο, ότι έχουμε μείνει ουραγοί στη βουβή κούρσα προς την κάθαρση και τον εκπολιτισμό των αθλητικών χώρων.

Η συμπεριφορά των 10.000 Τούρκων που πλημμύρισαν το Βελιγράδι ήταν έτη φωτός καλύτερη από ο,τιδήποτε έχουμε παρουσιάσει εμείς οποτεδήποτε, εκτός πια αν θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό δείγμα η βαλκανοπρεπής καφρίλα των 10-15 φανατικών που πέταξαν χαρτιά και αναπτήρες στους διαιτητές, στο φινάλε του τελικού.

Με δέκα χιλιάδες Παναθηναϊκούς ή Ολυμπιακούς, το ματς που κρίθηκε από μία διαιτητικά συζητήσιμη φάση (για την οποία πάντως ουδείς διαμαρτυρήθηκε στο παρκέ), δεν θα τελείωνε ποτέ.

Για τη συμπεριφορά των Λιθουανών (και των Ισπανών και των Ρώσων) σε σύγκριση με τη ζούγκλα των ελληνικών γηπέδων, ας μην ανοίξουμε κουβέντα καλύτερα, γιατί θα μελαγχολήσουμε.

Καλά που υπάρχουν οι Σέρβοι, για να μας παρηγορούν με τα βάρβαρα χούγια τους και τον ανυπόφορο εθνοχουλιγκανισμό τους.

Το δεύτερο συμπέρασμα, ότι ουδείς νοσταλγεί τους Έλληνες όταν αυτοί απουσιάζουν. Δεν πρόκειται βεβαίως να το ομολογήσουν μπροστά σε ανοιχτά μικρόφωνα οι τα φαιά φορούντες, αλλά θα πήγαινα δωρεάν το 2019 στη Βιτόρια, εάν εισέπραττα 10 ευρώ κάθε φορά που άκουγα στα δημοσιογραφικά τη φράση «ευτυχώς που λείπουν οι δικοί σας».  

Στο τέλος της κανονικής περιόδου, η πιθανή συνύπαρξη φανατισμένων Αθηναίων, Πειραιωτών, Τούρκων και Σέρβων είχε τρομοκρατήσει τους πάντες, πλην Λακεδαιμονίων φυσικά.

Δυστυχώς για τις ομάδες μας και ευτυχώς για όλους τους άλλους, ο Ολυμπιακός αποκλείστηκε από την ευπρόσδεκτη Ζαλγκίρις και ο Παναθηναϊκός από την κρυστάλλινη πρωταθλήτρια Ρεάλ.

Οι «Ντέλιε», οι «Γκρόμπαρι» και οι λοιποί κοπρίτες του Βελιγραδίου κάθισαν στο σπίτι τους, αφού δεν υπήρχε μπαρούτι στην ατμόσφαιρα. Η Φενέρ έφερε μαζί της όχι τάγματα ανασφαλείας, αλλά κανονικούς ανθρώπους. Το ίδιο και η ΤΣΣΚΑ.

Οι δε Έλληνες που ταξίδεψαν στη Σερβία ήταν ακραιφνείς μπασκετόφιλοι, που ευχαριστήθηκαν κάθε στιγμή του τετραημέρου. Η καλύτερη φυλή Ελλήνων φιλάθλων είναι αυτή που συχνάζει στα final-4 της Εuroleague δίχως να σκοτίζεται για τη σύνθεση του κουαρτέτου.

Κάποια στιγμή ήθελα να τους μαζέψω όλους στη Σκαντάρλια, να τους κεράσω σφηνάκια. Εκεί κυκλοφορούσαν άλλωστε οι περισσότεροι, παρέα με τους Τούρκους. Με βλέμμα έκπληξης, που κανένας δεν ήθελε να τους πάρει στο κυνήγι μόλις δήλωναν: "Γιουνάν".

Από σήμερα, ξεκίνησε η επιχείρηση Βιτόρια. Μετά από τρεις απουσίες την τελευταία πενταετία (2014, 2016, 2018), οι ομάδες μας έχουν χάσει το δικαίωμα στην αισιοδοξία – ιδίως ο Παναθηναϊκός, που συμπλήρωσε εξαετία εκτός νυμφώνος.

Αλλά ο δρόμος μέχρι τη Χώρα των Βάσκων είναι μακρύς και ανηφορικός. Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να μάθουμε, είναι  η έκβαση του «πράσινου» σήριαλ.

Το ολιγοήμερο μορατόριουμ που έφερε αεράκι αισιοδοξίας τις πρώτες μέρες του final-4 εξανεμίστηκε εν μία νυκτί και οι εχθροπραξίες συνεχίζονται. Οι ζυμώσεις θα συνεχιστούν και μέσα στην τούρλα των ελληνικών πλέι-οφ.

Δεν ήταν ιδιαίτερα καλό, το φετινό final-4, όποια οπτική γωνία και αν επιλέξει κανείς για να το εξετάσει. Το μπάσκετ που παρέδωσαν οι τέσσερις μνηστήρες ήταν μέτριο και πάντως κατώτερο από το εκστατικό δείγμα γραφής π.χ. των δύο Βερολίνων ή του Λονδίνου.

Περισσότερο μου θύμισε τη μπαναλιτέ του 2014 στο Μιλάνο, αλλά χωρίς το σασπένς των δύο αγώνων εκείνης της Μακάμπι. Φέτος, το μοναδικό παιχνίδι που κρίθηκε στο τελευταίο σουτ ήταν ο μικρός τελικός, για τον οποίο ενδιαφέρονταν αποκλειστικά οι Λιθουανοί.

Το αρχικό χειροκρότημα για τον «θρίαμβο του νεωτεριστικού μπάσκετ» δεν αντέχει σε ανάλυση, αφού (με εξαίρεση ένα τετράλεπτο στον ημιτελικό) η Ρεάλ έπαιξε πιο κοντά στον ρυθμό της Φενέρ και της ΤΣΣΚΑ, παρά στον δικό της.

Της αξίζουν βεβαίως πολλά συγχαρητήρια, αφού δικαιώθηκε σε όλα τα επίπεδα και κέρδισε όλα τα κρίσιμα παιχνίδια σε περιβάλλον αφιλόξενο: πρώτα ΟΑΚΑ, μετά Μπεογκράντσκα.

Το τρόπαιο κατέληξε στα χέρια της καλύτερης από τις 16 ομάδες που στήθηκαν στην αφετηρία του Οκτωβρίου, ενώ το έπαθλο του MVP το πήρε στο σπίτι του, μαζί με πολλά άλλα σουβενίρ, ένα παιδί που έχει τον κόσμο του μπάσκετ στα πόδια του.

Ωστόσο, ο Λούκα Ντόντσιτς πρόσθεσε εκών άκων το όνομά του στη λίστα των παικτών (Σάβιτς, Σισκάουσκας κ.α.) που ευνοήθηκαν από το σταρ σύστεμ και από τη συγκυρία, για να αναδειχθούν πολυτιμότεροι όλων.

Στο Βελιγράδι, ο μεγάλος μικρός έπαιξε κυρίως για τον εαυτό του και είχε κυρίως εκλάμψεις. Μοιραία, έχασε πόντους εν όψει ΝΒΑ. Οι πρώτες 3 ομάδες του ντραφτ εμφανίζονται διστακτικές, αν και η κορυφαία (Φίνιξ) έχει στο τιμόνι της τον προπονητή της Εθνικής Σλοβενίας.

Η Ζαλγκίρις ήταν η μοναδική ανάσα φρεσκάδας στο final-4 του 2018, ενώ η εισπρακτική επιτυχία ακούμπησε εξ ολοκλήρου στους ώμους των Τούρκων.

Εάν αντί της Φενέρ προκρινόταν στο Βελιγράδι το θύμα της στα προημιτελικά (Βασκόνια) , θα βλέπαμε final-4 σε μισοάδειες εξέδρες. Για να μη πω καμιά Εφές ή Μπαρτσελόνα ή Χίμκι και με πιάσει σύγκρυο.

Το σημαντικότερο ψεγάδι της διοργάνωσης ήταν η αδιαφορία των ντόπιων και η αδυναμία της Euroleague να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας και συνεργασίας.

Η fanzone στο κάστρο Καλεμέγκνταν ήταν θαυμάσια, αλλά και απομονωμένη από τη ρουτίνα της πόλης. Στις κερκίδες άκουγες όλες τις γλώσσες της ευρωπαϊκής και ολίγον ασιατικής Βαβέλ, εκτός από σερβικά.

Οι πανάκριβες για το βαλάντιο των ντόπιων τιμές των εισιτηρίων αποθάρρυναν τους –υποθέτω πολλούς- που θα ήθελαν να παρακολουθήσουν από κοντά τη γιορτή του εθνικού αθλήματος της μπασκετομάνας χώρας.

Υπήρχαν στιγμές, στο γήπεδο, όπου ξεχνούσα στιγμιαία σε ποιον τόπο βρισκόμουν. Βερολίνο; Κωνσταντινούπολη; Πράγα; Α, ναι, Βελιγράδι. Αλλά χωρίς βελιγραδιανούς.

Το ταξίδι για τους ξένους ήταν φτηνό και εύκολο: 16 ώρες οδήγημα από το Κάουνας , 10 από την Πόλη, πολυσύχναστο διεθνές αεροδρόμιο, διαμονή και διατροφή σε εξευτελιστικές τιμές, ντόλτσε βίτα μέχρι αναισθησίας.

Αλλά στην εξίσωση θα πρέπει να προστεθεί ένας δύσκολος λαός, που θεωρεί εαυτόν αδικημένο από τη διεθνή κοινότητα (από τον καιρό του εμφυλίου και των βομβαρδισμών) και αρνείται να χαρίσει φτηνά χαμόγελα στον επισκέπτη.

Εκτός, βέβαια, αν είναι «ορθόδοξος αδελφός», οπότε οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα και η ράκια βρέχει το γυαλί. 

Αλίμονο, όμως, αν κριτήριο φιλοξενίας και προσήνειας είναι το σταυροκόπημα με τα δύο ή τρία δάχτυλα. Ο συνδυασμός θρησκοληψίας και πατροδικαπηλείας είναι ο χειρότερος δυνατός σύμβουλος.  Ειδικά σε τόπο που την έχει πληρώσει με βαρύτατο φόρο αίματος.

Μία τελευταία λεπτομέρεια, που πέρασε ενδεχομένως απαρατήρητη. Στα ουκ ολίγα μπαρ και εστιατόρια που συνωστίζονται γύρω από την Αρένα, η πώληση αλκοόλ απαγορευόταν σε όλη τη διάρκεια του τριημέρου.

Αυστηρώς και διά ροπάλου. Άλλο τίποτε δεν έχω να πω.