Υπαγε οπίσω μου σατανά!

Στην έσχατη αγωνιστική της κανονικής περιόδου της Euroleague ο Ολυμπιακός (19-10) υποδέχεται τη Ζαλγκίρις Κάουνας (17-12) και ο Βασίλης Σκουντής κατεβάζει από το ράφι τα... διαμαρτυρημένα γραμμάτια του Μπένο Ούντριχ!

Υπαγε οπίσω μου σατανά!

Καθόλου υπερβολικός δεν είναι ο τίτλος αυτού του κειμένου. Τουναντίον, ανασκαλεύοντας τα χουνέρια που έχει κάνει ο λεγάμενος στον Ολυμπιακό, πιστεύω πως είναι κιόλας επιεικής και light!

Kαλώς τονε κι ας άργησε λοιπόν. Αργησε δέκα τέσσερα ολόκληρα χρόνια να έρθει στα μέρη μας, χώρια που πριν από την τελευταία επίσκεψη του, είχε αναγκάσει κιόλας τον Ολυμπιακό να αργήσει άλλα επτά χρόνια για να επιστρέψει σε ένα Final 4 της Euroleague!

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά...

Πρώτα απ’ όλα ο Μπένο Ούντριχ εντάχθηκε στη Ζαλγκίρις Κάουνας στις 24 του περασμένου Δεκεμβρίου, τέσσερις ημέρες προτού η λιθουανική ομάδα υποδεχθεί τον Ολυμπιακό. Είχε μείνει άνεργος μετά την περυσινή θητεία του στους Πίστονς και έμελλε να γίνει ο χριστουγεννιάτικος μποναμάς του Σαρούνας Γιασικέβιτσους, τον οποίο μάλιστα είχε διαδεχθεί το καλοκαίρι του 2000 στην Ολίμπια Λιουμπλιάνα και έμελλε να βαδίσει στα δικά του ίχνη, κόντρα στον Ολυμπιακό.

Ο γεννημένος στις 5 Ιουλίου του 1982 στο Τσέλιε, αριστερόχειρας Σλοβένος γκαρντ που άρχισε την καριέρα του από την Πόλζελα, εντάχθηκε στην τότε πρωταθλήτρια της πατρίδας του, όταν ο Σάρας μετακόμισε στην Μπαρτσελόνα και φαίνεται πως μαζί με τη σκυτάλη του ενεχείρισε και το πιστόλι για να σκοτώσει τους Πειραιώτες!

Για να συνδεθούν οι δυο ιστορίες υπενθυμίζω τι είχε συμβεί μερικούς μήνες νωρίτερα...

Τη σεζόν 1999-2000 ο Λιθουανός ήταν ένας 23άχρονος και σχετικώς άγνωστος στην πιάτσα γκαρντ, που μετά την τετραετή θητεία του στο Μέριλαντ, παλιννόστησε στην πατρίδα του (Λιέτουβος Ρίτας) και στη συνέχεια μετακόμισε στην Ολίμπια Λιουμπλιάνα, την οποία βρήκε –για κακή του τύχη-ο Ολυμπιακός στο δρόμο του στα play offs του (τότε λεγόμενου) Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος...

Οι Σλοβένοι (με παίκτες τους θητεύσαντες στην Ελλάδα Ζντοβτς, Μπετσίροβιτς, Γκόλεματς, Κότνικ, Γιασικέβιτσους) επιβλήθηκαν στον πρώτο αγώνα της «best-of-three» σειράς με 65-61, ενώ ο Ολυμπιακός απάντησε στο ΣΕΦ με 68-52. Σε αυτά τα πρώτα δυο ματς, σε 64 λεπτά συμμετοχής ο Σάρας σημείωσε 17 πόντους (7+10) με 6/23 σουτ, αλλά στον τρίτο αγώνα ήταν φωτιά και λάβρα...

Στις 9 Μαρτίου του 2000 (ανήμερα των τεσσαρακοστών γενεθλίων του μετέπειτα πρωταθλητή Ευρώπης, με τον Παναθηναϊκό στη Θεσσαλονίκη, Ομπράντοβιτς) η επιστροφή του Ολυμπιακού στη «Χάλα Τίβολι» υπήρξε εφιαλτική, καθώς η Ολύμπια τον γάζωσε με σκορ 85-67, προεξάρχοντος του Γιασικέβιτσους που έβαλε 30 πόντους με 1/2 βολές, 4/5 δίποντα και 7/7 τρίποντα!

Στην προκειμένη περίπτωση ισχύει η παροιμία που λέει «όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη»! Σαν να μην έφταναν οι εγγενείς δυσκολίες του αγώνα, είχε προηγηθεί κιόλας-και μάλιστα εν πτήσει προς τη Λιουμπλιάνα- ο καυγάς του Δημήτρη Παπανικολάου με τον Τζέιμς «Χόλιγουντ» Ρόμπινσον για ένα στοίχημα 300.000 δραχμών που είχαν βάλει στην προπόνηση!

Ε κατόπιν όλων αυτών βρέθηκε και ο Σάρας στη ζώνη του λυκόφωτος και τι τα θες, τι τα γυρεύεις!

Δυο χρόνια αργότερα ο Ολυμπιακός έπεσε πάλι στην κέντα των Σλοβένων που αποδείχθηκαν για δεύτερη φορά οι κακοί δαίμονες του, προεξάρχοντος αυτή τη φορά (όχι πλέον του νυν προπονητή της Ζαλγκίρις, αλλά) του διαδόχου του στην Ολίμπια!

Ο επί δέκα τρία συναπτά έτη παίκτης του ΝΒΑ και δις πρωταθλητής με τους Σαν Αντόνιο Σπερς (2005, 2007) υπήρξε ο φυσικός αυτουργός ενός... εγκλήματος που διαπράχθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας τέτοιες μέρες πριν από δέκα έξι χρόνια...

Αναφέρομαι στον αλήστου μνήμης αγώνα της 11ης Απριλίου του 2002 στον οποίο η Ολίμπια Λιουμπλιάνα (έχοντας στο ρόστερ της τους θητεύσαντες στην Ελλάδα Ζντοβτς, Γκόλεματς, Μπόισα, Μουγεζίνοβιτς) επιβλήθηκε του Ολυμπιακού με 89-85 στην παράταση και έστειλε τον Παναθηναϊκό σούμπιτο στο Final 4 της Μπολόνια και στο θρόνο της Ευρώπης!

Εάν σε αυτόν τον κατά τα ¾ ελληνικό όμιλο (με τη συμμετοχή και της ΑΕΚ) του Top 16 οι Ερυθρόλευκοι είχαν νικήσει τους Σλοβένους θα προκρίνονταν αυτοί χάρη στην υπεροχή τους στην ισοβαθμία, έναντι των Πρασίνων (92-75 και 78-88), αλλά εκείνο το βράδυ έβαλαν τα χεράκια τους και έβγαλαν τα ματάκια τους!

Τέσσερις ημέρες νωρίτερα ο Ολυμπιακός είχε στεφθεί Κυπελλούχος Ελλάδος στο ΣΕΦ νικώντας στον ημιτελικό του Final 4 τον Παναθηναϊκό και στον τελικό το Μαρούσι, με την επινίκια δήλωση του Λευτέρη Σούμποτιτς ότι «αφιερώνω αυτό το τρόπαιο στο μέρος όπου γεννήθηκε η μάνα μου, στην Παλαιά Κοκκινιά»!

Ευρισκόμενος ακόμη στο συννεφάκι της επιτυχίας, ενδεχομένως και κουρασμένος από τα απανωτά ματς, ναι μεν προηγήθηκε νωρίς με 20-10, αλλά όσο περνούσε η ώρα, η Ολίμπια μείωνε τη διαφορά και το ματς εξελίχθηκε σε θρίλερ ολκής.

Δυο λεπτά πριν από τη λήξη, οι φιλοξενούμενοι με δυο απανωτά τρίποντα του Ούντριχ βρέθηκαν στο +4 (70-74), αλλά ο ίδιος από ωραίος έγινε μοιραίος: στην επόμενη επίθεση αστόχησε σε δύο βολές, στο καπάκι ο συχωρεμένος ο Αλφόνσο Φορντ με γκολ φάουλ μείωσε σε 73-74, ο Ούντριχ με ½ βολές έγραψε το 73-75 για να ακολουθήσει στα 40’’ το καλάθι της ισοφάρισης από τον Μίλαν Τόμιτς (75-75). Στον εναπομείναντα χρόνο αστόχησε σε τρίποντο ο Στίπε Μόντριτς, ενώ την ίδια τύχη είχαν τα σουτ του Φορντ, του Τόμιτς και του Σαβρασένκο.

Στην παράταση ο Νίκος Μπουντούρης με τρίποντο έβαλε τους Πειραιώτες μπροστά (78-75), αλλά ο Ούντριχ αποδείχθηκε ένας serial killer. Οντας σεληνιασμένος σκόραρε τους 16 από τους τελευταίους 23 πόντους των Σλοβένων και προκάλεσε το πατατράκ στον Ολυμπιακό. Με το σκορ στο 80-85 ο Ούντριχ σούταρε ένα airball, αλλά μετά το άστοχο λέι απ του Φορντ σκόραρε για το 80-87 και εκεί κρίθηκαν όλα.

Στο τέλος του αγώνα ο Ουντριχ, σε μια career night, μόστραρε 29 πόντους (με 5/8 δίποντα, 5/11 τρίποντα, 34/7 βολές), οκτώ ριμπάουντ, δυο ασίστ, ένα κλέψιμο και έξι κερδισμένα φάουλ σε 41 λεπτά και έξι δευτερόλεπτα παρουσίας στο παρκέ!

Η Ολίμπια έκανε σεφτέ στις νίκες σε αυτόν τον όμιλο, αλλά μια εβδομάδα αργότερα ηττήθηκε στην έδρα της με 79-72 από τον Παναθηναϊκό που τερμάτισε πρώτος με 5-1, ενώ ο Ολυμπιακός άλωνε το ΟΑΚΑ, επικρατώντας της ΑΕΚ με 75-63 και βγήκε δεύτερος με 4-2.

Οι συνθέσεις των δυο ομάδων:

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ: Μπουντούρης 6, Παπαλουκάς 8, Παπανικολάου, Σαβρασένκο 8 (11ρ.), Φορντ 21 (9ρ., 5ασ.), Τόμιτς 4, Νικαγκμπάτσε, Φέμερλινγκ 2, Φόρεστ 9, Ντε Μιγκέλ 16 (9ρ.). Προπονητής: Λευτέρης Σούμποτιτς

ΟΛΙΜΠΙΑ: Βελς 16, Γκόλεματς 15, Ιλιέφσκι, Μπόισα 4, Μόντριτς 2, Ούντριχ 29, Ζντοβτς 9 (8ασ.), Αβοζόμπι 2, Μουγεζίνοβιτς 2, Χούκιτς 10. Προπονητής: Σμάγκο Σάγκαντιν.

 

Τρεις μήνες αργότερα ο Ούντριχ μετακόμισε από τη Λιουμπλιάνα στο Τελ Αβίβ για να φορέσει τη φανέλα της Μακαμπί με την οποία αντιμετώπισε τον Παναθηναϊκό, ενώ το καλοκαίρι του 2003 ανηφόρισε στο Σάρατοφ.

Έπαιξε μόλις σε πέντε αγώνες με τη ρωσική Αφτοντορ (με μέσο όρο 19.6 πόντους) και στα τέλη Δεκεμβρίου εμφανίστηκε φάντης μπαστούνι ξανά στον Πειραιά: όχι ως αντίπαλος του Ολυμπιακού, αλλά ως οιονεί παίκτης του στον Κορυδαλλό, όπου είχε μετακομίσει λόγω των έργων ανακαίνισης στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Στον πάγκο του Ολυμπιακού εκείνη την εποχή βρισκόταν ο Ντράγκαν Σάκοτα, ο οποίος είχε διαδεχθεί (το Νοέμβριο) τον άσπονδο εχθρό του «Πίξι» και βρήκε στο πρόσωπο του Σλοβένου μια ιδανική λύση για τη θέση του πόιντ γκαρντ. Οντως ο Ούντριχ ήλθε στην Ελλάδα και συμμετείχε στις προπονήσεις του Ολυμπιακού, αλλά τζίφος: η Αφτοντόρ ανέβασε τις απαιτήσεις της, τις οποίες οι Πειραιώτες δεν ήταν διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν και δεν έστειλε ποτέ το «letter of clearance», με αποτέλεσμα μετά από είκοσι ημέρες ο Σλοβένος να φύγει και να συνεχίσει την καριέρα του στην Ολίμπια (τότε Μπρέιλ) Μιλάνο, που υπήρξε και ο τελευταίος ευρωπαϊκός σταθμό του προτού διαβεί τον Ατλαντικό.

Εκείνο το καλοκαίρι ο Ούντριχ επελέγη στο Νο 28 του ντραφτ από τους Σπερς στους οποίους εντάχθηκε αμέσως και έμεινε επί τρερις σεζόν, κατακτώντας δυο τίτλους του ΝΒΑ (2005 παρέα με τον Ράσο Νεστέροβιτς και 2007). Στη συνέχεια αγωνίσθηκε τους Κινγκς, στους Μπακς, στους Μάτζικ, στους Νικς, στους Γκρίζλις (με συμπαίκτες τον Νικ Καλάθη και τον Κώστα Κουφό), στους Χιτ και στους Πίστονς. Συνολικά σε αυτές τις 13 σεζόν εμφανίστηκε σε 874 ματς του ΝΒΑ, με μέσο όρο 8.4 πόντους, 2.1 ριμπάουντ και 3.4 ασίστ.

Η αυλαία της καριέρας του στο ΝΒΑ έπεσε το καλοκαίρι του 2017 και παραμονές Χριστουγέννων ξαναγύρισε στην κεντρική ευρωπαϊκή σκηνή, χωρίς ωστόσο να κάνει ιδιαιτέρως αισθητή την παρουσία του: σε δέκα ματς με δέκα λεπτά συμμετοχής έχει μέσο όρο 2.9 πόντους (με ποσοστά 39.1% στα δίποντα, 33.3% στα τρίποντα, 83.3% στις βολές) 1.2 ριμπάουντ και μία ασίστ.