Στη Βαρκελώνη σε άσπρο άλογο

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας έχοντας οδηγήσει την Χίμκι στα playoffs της Euroleague για πρώτη φορά στην ιστορία της, επιστρέφει δικαιωμένος στον τόπο του περσινού μαρτυρίου και μάλιστα κόντρα στην ακριβοπληρωμένη φετινή Μπαρτσελόνα που αποκλείστηκε με χειρότερο ρεκόρ από της περσινής που έπαιζε "μισή".

Στη Βαρκελώνη σε άσπρο άλογο

Παράξενα που τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Αλλά μήπως και το μπάσκετ βγαλμένο από τη ζωή δεν είναι. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας, επιστρέφει στο  στο «Παλάου Μπλαουγκράνα» ως τεχνικός της ρωσικής Χίμκι, για να αντιμετωπίσει την Μπαρτσελόνα, την μοναδική ομάδα της καριέρα του στην οποία δεν πέτυχε. Την ομάδα με την οποία υπέγραψε το καλοκαίρι του 2016 διετές συμβόλαιο(συν ένα) , αλλά οι δρόμοι τους χώρισαν μετά από μια εφιαλτική, όπως εξελίχθηκε, σεζόν. Εφιαλτική τόσο για την ομάδα, όσο και για τον Έλληνα προπονητή, ο οποίος πήγε στην Βαρκελώνη για να πραγματοποιήσει ένα όνειρο ζωής και έφυγε, από την μία πικραμένος κι από την άλλη ανακουφισμένος.

Ωστόσο, ο 52χρονος τεχνικός θα εμφανιστεί ενώπιον του κοινού της «Μπάρτσα», ως ο πωλών τοις μετρητοίς και όχι με σκυμμένο το κεφάλι, εξαιτίας της περσινής τραυματικής εμπειρίας. Η δική του Χίμκι, μια ομάδα που συμμετέχει αραιά και που στην Euroleague, τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος της κανονικής περιόδου, μετά από δυο μεγάλες εκτός έδρας νίκες με την Μακάμπι και την Εφές (επτά συνολικά εκτός Ρωσίας) , που έγιναν ακόμη μεγαλύτερες γιατί τις πέτυχε χωρίς δυο βασικούς παίκτες, τον Χάϊνεκατ και τον Ρόμπινσον, τους οποίους είχε χάσει με τραυματισμούς στο μεγαλύτερο διάστημα της κανονικής περιόδου, εξασφάλισε την πρόκριση στα playoffs για πρώτη φορά στην ιστορία της  κι αυτό από μόνο του είναι ένα μεγάλο επίτευγμα για την ρωσική ομάδα. Την ίδια ώρα, η νέα «Μπάρτσα» που προσπάθησαν να χτίσουν ο Νάτσο Ροντρίγκεζ, ο οποίος ανέλαβε το πόστο του τεχνικού διευθυντή ένα μήνα πριν τελειώσει η περσινή σεζόν και ο Σίτο Αλόνσο, ξοδεύοντας ένα σωρό χρήματα και κάνοντας ένα κάρο μεταγραφές, θα παίξει για τελευταία φορά φέτος στην διοργάνωση και θα αποσυρθεί στο εσωτερικό μέτωπο. Με προπονητή όμως τον πολύπειρο αλλά όχι και σύγχρονο Σβέτισλαβ Πέσιτς, που επιστρατεύτηκε μέχρι το καλοκαίρι αντικαθιστώντας τον Αλόνσο, για να συνειδητοποιήσουν όλοι ότι το πρόβλημα των «μπλαουγκράνα», ειδικά πέρυσι, δεν ήταν ο προπονητής.

Όσο περίεργο κι αν φαίνεται η ευρωπαϊκή πορεία της φετινής Μπαρτσελόνα, παρά κάποιες μεγάλες νίκες που έκανε σποραδικά, καταγράφεται ως χειρότερη από την περσινή. Και αντικειμενικά να το δεις, πέρυσι η αντιπροσωπεία ομάδας που εμφάνιζε ο Μπαρτζώκας, με μέσο όρο 6,8 απουσίες ανά παιχνίδι, με αγώνες που επιστράτευε παιδιά από την μπασκετική «Μασία» για να συμπληρώσει δεκάδα τερμάτισε με 12 νίκες, ενώ η φετινή που είχε τόσο υλικό που τις περισσότερες φορές έμενε εκτός δωδεκάδας ο καλύτερος παίκτης της περσινής σεζόν, Αλέξανδρος Βεζένκοφ, ακόμη κι αν νικήσει την Χίμκι, η οποία θα εμφανιστεί με τέσσερις βασικές απουσίες με σημαντικότερες εκείνες των Αντερσον και Χάϊνεκατ, που προετοιμάζονται για τα playoffs, θα τελειώσει με 11 νίκες. Ναυάγιο πραγματικό.

Υπό μία έννοια, αυτή η αντίθεση μοιάζει με την απάντηση του Μπαρτζώκα, κυρίως στον Νάτσο Ροντρίγκεζ, ο οποίος ήταν εκείνος που πήρε την απόφαση να λυθεί η συνεργασία τους, χωρίς να έχει ζήσει τα βάσανα όλης της σεζόν και φυσικά χωρίς να του δώσει την ευκαιρία και την δυνατότητα να κάνει αυτό που είχε συμφωνήσει με την διοίκηση και τον τότε τεχνικό διευθυντή, Ροντρίγκο Ντλαφουέντε: να ξεκινήσει ένα rebuilding, μιας ομάδας που ήδη επί Πασκουάλ είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Ο Τσάβι απομακρύνθηκε, αν και είχε ακόμη ένα χρόνο συμβόλαιο, γιατί την τελευταία διετία του η «Μπαρτσα» δεν είχε πάρει κανένα τίτλο και είχε αποκλειστεί στα playoffs από τον Ολυμπιακό (2015) και την άσημη Λοκομοτιβ Κουμπαν του Μπαρτζώκα (2016) με οδυνηρές ήττες μέσα στην Βαρκελώνη.

Ήταν μια ομάδα soft που κατάντησε γερασμένη μόλις έφυγαν, ξαφνικά, για το ΝΒΑ οι δυο πιο νέοι και ταλαντούχοι παίκτες της ο Σατοράνσκι και ο Αμπρίνες. Πέρυσι η Μπαρτσελόνα, εκτός από τις περισσότερες απουσίες είχε και τον μεγαλύτερο μέσο όρο ηλικίας από όλες που συμμετείχαν. Επειδή η πρόσληψη του Έλληνας κοουτς είχε γίνει πολύ αργά, δεν προλάβαιναν  να κάνουν πολλά. Το πλάνο ήταν να κλείσουν τις τρύπες στην περιφέρεια (αποκτήθηκαν Ράϊς, Κοπόνεν) και σταδιακά να προχωρήσουν σε ένα ξεσκαρτάρισμα, μιας και το υλικό που απέμεινε υστερούσε όχι μόνο σε σκληράδα, αλλά και σε αθλητικότητα.

Φυσικά, αυτό δεν μπορούσε να το ξέρει το κοινό, όταν άρχισε να κουνάει μαντίλια. Το ίδιο άλλωστε έκανε και φέτος στον Αλόνσο, που πλήρωσε το μάρμαρο, σε αντίθεση με τον Μπαρτζώκα στον οποίο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό των πολλών τραυματισμών και των ευκαιριών που έδινε σε νεαρούς παίκτες όπως ο Βεζένκοφ, ο Πένο και ο Ντιανιέ. Μέσα σε όλα, πέρα από το γεγονός ότι τους τραυματίες προσπάθησε να τους καλύψει με μπαλώματα (τον Ρένφροε τον έδιωξε η Μπάγερν και τον μάζεψε), όταν στα playoffs της ACB, είχε μείνει με μοναδικό σέντερ τον Τόμιτς, ζήτησε να του πάρουν με ολιγοήμερα συμβόλαια τον Λάσμε ή τον Λατάβιους Ουίλιαμς για να του δώσουν την ευκαιρία να διεκδικήσει κάτι καλύτερο, του αρνήθηκαν. Ήταν η στιγμή που κατάλαβε ότι δεν θα έμενε άλλο στην Βαρκελώνη. Παρ’ όλα αυτά η Μπαρτσελόνα ήταν η μοναδική ομάδα που πλησίασε να αποκλείσει με μειονέκτημα έδρας την μετέπειτα πρωταθλήτρια Βαλένθια, για ένα ξεμαρκάριστο τρίποντο του Ρένφροε, που μπήκε και βγήκε. Έκτοτε οι «νυχτερίδες» πήγαν τρένο αποκλείοντας με μειονέκτημα έδρας την Μπασκόνια και νικώντας την Ρεάλ Μ. στον τελικό.

Το πόσο αντιλήφθηκε η μπασκετική πιάτσα αυτό που είχε πει με δικά του λόγια ένας Έλληνας προπονητής (« η περσινή Μπαρτσελόνα ήταν μια βόμβα που έσκασε στα χέρια του Γιώργου») φάνηκε από το γεγονός ότι μόλις έλυσε το συμβόλαιο με την Μπαρτσελόνα και πήρε όλη την αποζημίωση της δεύτερης χρονιάς, είχε αμέσως τρεις προτάσεις, από τις οποίες προτίμησε εκείνη της Χίμκι γιατί του έδινε την δυνατότητα να κάνει περισσότερες επιλογές παικτών. Κεφάλαιο στο οποίο είναι πολύ δυνατός. Παρότι τα χρήματα δεν ήταν το πρόβλημα, εκείνος πήγε και διάλεξε κάποιους που δεν έπαιζαν στην Euroleague (Γκιλ, Τόμας, Ρόμπινσον) και άλλους ρολίστες (Μάρκοβιτς, Αντερσον, Τζένκινς), που δεν ήταν οι ακριβότεροι της αγοράς για να πλαισιώσουν τον αναμφισβήτητο σταρ της ομάδας, Αλεξέι Σβεντ, από τον οποίο δεν είναι εύκολο να πάρεις το δικαίωμα να αποφασίζει, ενίοτε και παρορμητικά.

Λογικά λοιπόν θα έχει ενδιαφέρον και η υποδοχή που θα επιφυλάξει το κοινό της Μπαρτσελόνα στον Έλληνα κόουτς, αλλά και οι δηλώσεις που θα κάνει μετά το τέλος του ματς, όποια κι αν είναι η κατάληξή του. Άλλωστε οι Καταλανοί δημοσιογράφοι του αναγνωρίζουν ότι μέσα στον κυκεώνα των προβλημάτων είχε πει ορισμένες αλήθειες που όλοι συζητούσαν αλλά κανένας δεν τολμούσε να αρθρώσει. Όπως ότι ο Ναβάρο είναι στη δύση της καριέρας του και η διαχείρισή του ενίοτε δημιουργεί πρόβλημα και ότι η συγκεκριμένη ομάδα, αν δεν γίνει πιο σκληρή σε χαρακτήρα με παίκτες όπως ο Χάνγκα, τον οποίο προσπάθησε να πάρει πρώτο-πρώτο, αλλά ο Κερεχέτα αρνήθηκε να πουλήσει, όταν ο αντίπαλος αρχίζει να την «δέρνει» θα φεύγει από τη μέση. Θα βγει άραγε από το στόμα του μια ακόμη αλήθεια, ότι ανέλαβε την ομάδα την λάθος στιγμή, ίσως παρασυρμένος από την επιθυμία του να βρεθεί στο τιμόνι της, αγνοώντας ότι όλες οι συνθήκες ήταν εις βάρος του;