Στην καταχνιά της εκδίκησης

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος αναλύει τα νέα δεδομένα στον Παναθηναϊκό με βάση την ομολογία του Δημήτρη Γιαννακόπουλου και την αίσθηση ότι είναι επικίνδυνο να ορίζει ως στόχο να ράψει το έβδομο αστέρι με βασικό κίνητρο την εκδίκηση που τυφλώνει. 

 Στην καταχνιά της εκδίκησης

Από την ανακοίνωση της απόφασης να αποσύρει την ιδέα του δημοψηφίσματος και από όλα όσα αναφέρει στην μακροσκελή γραπτή δήλωση του, ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, υπάρχουν «λέξεις» και «φράσεις» που είναι «θησαυρός». «Θησαυρός» γιατί είναι εξόχως χρήσιμες στην προσπάθεια που θα μπορούσε να κάνει κανείς να προσεγγίσει το θέμα αποφεύγοντας τις οπαδικές κορώνες και τις αυθαίρετες ερμηνείες. Με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια, θα ξεχωρίσουμε λοιπόν, δυο σημεία τα οποία αποκτούν ξεχωριστή διάσταση, το καθένα για το δικό του λόγο. Και φυσικά εννοείται ότι δεν υπολογίζουμε καν τι θα γίνει το καλοκαίρι, γιατί όπως καταλαβαίνετε από τις ανατροπές που πήρε η διαμάχη με την Euroleague, μέσα σε λίγες ώρες, μέχρι τότε … ποιος ζει ποιος πεθαίνει(χτυπάμε ξύλο).

Παρ' όλο λοιπόν, που η αρχική στάση του ισχυρού άνδρα του μπασκετικού «τριφυλλιού», ήταν σαρωτικά επιθετική, με το συγκεκριμένο κείμενο έρχεται ο ίδιος να δώσει την πιο ειλικρινή και πειστική εξήγηση, όχι μόνο για το συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά για τον συνολικό τρόπο που ασκεί διοίκηση από το καλοκαίρι του 2012, που πήρε στα χέρια του το τιμόνι, από τον πατέρα του Παύλο Γιαννακόπουλο και τον θείο του Θανάση. Γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά σε μια αποστροφή: «Δεν γίνεται να μην μου επιτρέπει να παρακολουθώ από κοντά την ομάδα που αγαπώ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΑ».

Αν αυτή δεν είναι ομολογία και αυτοκριτική μαζί, τότε τι είναι; «Παθολογικά», κατά μία έννοια σημαίνει ότι το συναίσθημα υπερισχύει της λογικής, στις αντιδράσεις και στις αποφάσεις. Στα λεξικά, το επίρρημα αποδίδεται: σε σημείο υπερβολής, υπερβολικά, τόσο που να θεωρείται παθολογικό και όχι υγιές. Κανείς βέβαια δεν αμφιβάλει για την λατρεία και την αφοσίωσή του στην ομάδα. Πάντως υπάρχει μια μεγάλη μερίδα η οποία χρησιμοποιεί το «παθολογικά» ως πλεονέκτημα, ειδικά όταν έρχονται στιγμές που ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, στην προσπάθειά του να βοηθήσει την ομάδα του κάνει υπερβάσεις, κόντρα στην λογική, όπως η τελευταία με την ταυτόχρονη προσθήκη των Πέιν και Τζέιμς και αυτόματα γίνεται σύγκριση με το κατάντημα του ποδοσφαίρου.. Υπάρχει και μια άλλη μερίδα η οποία θεωρεί ότι πολλές φορές αυτή η φανατισμένη εκδήλωση αγάπης αποδεικνύεται επιζήμια και για το κλαμπ αλλά κυρίως για την εικόνα του ίδιου. Όπως κάθε νόμισμα, έτσι κι αυτό, έχει δυο όψεις. 

Οι ειδικότεροι εμού, ισχυρίζονται ότι υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ του «αυθόρμητος» και του «παρορμητικός». Όταν κάποιος είναι «αυθόρμητος», αυτοί που τον ξέρουν μπορούν να τον …διαβάσουν και να προβλέψουν τις αντιδράσεις του. Όταν κάποιος είναι «παρορμητικός», γίνεται αυθαίρετος, απρόβλεπτος και ανεξέλεγκτος. Μήπως στην προκειμένη περίπτωση έχουμε την περίπτωση ενός «αυθόρμητα παρορμητικού» ιδιοκτήτη; Η αλήθεια είναι πάντως ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, η δεύτερη αντίδρασή του, ως προϊόν της λογικής σκέψης, είναι σοφότερη της πρώτης, που είναι προϊόν του θυμικού. Κι επιπλέον, καμιά «Αρχή» δεν είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπ’ όψιν της τέτοιου είδους παραμέτρους.

Και πάμε στο δεύτερο σημείο που χρειάζεται υπογράμμιση: «…θα δώσουμε όλα τα εφόδια ώστε να ράψουμε το πολυπόθητο έβδομο αστέρι στη φανέλα μας. Κόντρα σε όλους και σε όλα, θέλουμε να νιώσουμε την υπέρτατη χαρά της απονομής του τροπαίου από τα χέρια του κ. Μπερτομέου σε Παναθηναϊκά χέρια». Υπάρχει η αίσθηση ότι ένας βασικός λόγος που ο Παναθηναϊκός, τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν έχει καταφέρει να πάει σε Final 4 είναι η ασφυκτική πίεση που νιώθει ότι «πρέπει να πάει», εν ονόματι της λαμπρής πρόσφατης ιστορίας του, αλλά από ένα σημείο και μετά της «παθολογικής επιθυμίας» να αποδειχθεί αντάξιος και με τα νέα διοικητικά δεδομένα. Ανεξάρτητα αν είχε τα φόντα να τα καταφέρει ή όχι. Και σίγουρα παρασυρμένη από τον θυμό, στο ίδιο διάστημα (από το 13 και μετά) και σχεδόν με τα ίδια οικονομικά δεδομένα, να βλέπει τον «αιώνιο αντίπαλο» να μετράει έναν τίτλο (2013, Λονδίνο) και δυο τελικούς (2015,2017). Δυστυχώς, η διάθεση των Παναθηναϊκών και των Ολυμπιακών μοιάζει με συγκοινωνούντα δοχεία.

Είναι δεδομένο ότι με την τεχνογνωσία και την φανέλα που έχει ο Παναθηναϊκός, ξεκινάει-κάθε χρόνο- με στόχο να φτάσει μέχρι το final4. Η, για διάφορους λόγους, η αδυναμία του, του έχει ήδη δημιουργήσει μια «ψύχωση», όπως κάποτε είχε πει ο Κάτανετς και απολύθηκε πάραυτα από τον Κόκκαλη, η  οποία στο "τριφύλλι" εκδηλώθηκε πέρυσι με το περιστατικό του πούλμαν. Φανταστείτε λοιπόν πόσο πιο ζόρικα γίνονται τα πράγματα, όταν η συγκεκριμένη ομάδα, αναγάγει σε «ιερό πόλεμο» και μοναδική απάντηση τον Μπερτoμέου «να ράψει το έβδομο αστέρι» στο Βελιγράδι. Η εκδίκηση τυφλώνει, δεν είναι κίνητρο. Συν ότι είναι μεγάλο, ου μη και αχρείαστο, βάρος αυτό που φορτώνεται ξαφνικά στις πλάτες του Πασκουάλ και των παικτών, ακόμη κι αν συνυπολογίσουμε την ενίσχυση με τον Πέιν και τον Τζέιμς, η οποία όμως, χρειάζεται χρόνο και επιδεξιότητα για να αποδώσει τα μέγιστα.

Ο Παναθηναϊκός δεν παίζει μόνος του. Εκτός από τον Ολυμπιακό, η είναι κυρίως η ΤΣΣΚΑ, η Φενέρ και η Ρεάλ Μ. ξοδεύουν κάθε χρόνο πολλαπλάσια και έχουν χορτάσει χαστούκια για να τα καταφέρουν μία φορά την τελευταία δεκαετία.

Φυσικά, με την βελτιωμένη εικόνα που παρουσιάζει φέτος το «τριφύλλι», είναι λογικό να θεωρεί τον εαυτό του υποψήφιο να φτάσει μέχρι το τέλος της διαδρομής. Το να ξεκινάει όμως με αδιαπραγμάτευτο στόχο τον τίτλο, σε μια διοργάνωση τόσο ευμετάβλητη λόγω και της φύσεως των play offs και του final4 είναι σαν να ξεκινάει ένα ταξίδι μέσα στην καταχνιά των ψευδαισθήσεων, τρέφοντας την αυταπάτη, απλά ότι το θέλει περισσότερο από τους άλλους για τους δικούς του (λάθος) λόγους.