As bad as it gets

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος εξηγεί ότι ο Παναθηναϊκός νίκησε γιατί ήταν «τόσο κακός, όσο χρειαζόταν» γιατί η Μπαρτσελόνα, τα τελευταία πέντε χρόνια παραμένει μια soft ομάδα, που δεν αντέχει στις σκληρές μάχες.

As bad as it gets

Μπορεί η Μπαρτσελόνα να ξόδεψε το καλοκαίρι πολλά λεφτά για να αποκτήσει βάθος επιλογών, σε σημείο, ο Σίτο Αλόνσο, να αφήνει εκτός δωδεκάδας παίκτες οι οποίοι στην περσινή αποδεκατισμένη από τους τραυματισμούς version της έμοιαζαν αναντικατάστατοι, ωστόσο ο τρόπος για να την νικήσεις παραμένει ίδιος και απαράλλαχτος. Και το χειρότερο γι αυτήν είναι ότι παραμένει «ίδιος και απαράλλαχτος» τα τελευταία τέσσερα-πέντε (ίσως και περισσότερα) χρόνια. Πρόκειται για μια ομάδα την οποία μπορεί να την βάλει από κάτω, όποιος αντίπαλος την παίξει με σκληρότητα( σώματος και πνεύματος) και κατ’ επέκταση να της χαλάσει το μυαλό, σε σημείο να τα …κάνει πάνω της στις κρίσιμες στιγμές. Μην ξεχνάμε ότι από την περσινή απογοητευτική(αλλά με άλλοθι) σεζόν, είχαν προηγηθεί άλλες δυο σεζόν χωρίς τίτλους με τον Τσάβι, οι οποίες συνδυάστηκαν με δυο οδυνηρούς αποκλεισμούς στα play off της Euroleague, από τον Ολυμπιακό και την Λοκομοτίβ Κουμπάν.

Υπό αυτή την έννοια, αυτός ήταν και ο μοναδικός τρόπος που μπορούσε ο συγκεκριμένος Παναθηναϊκός που εμφανίστηκε στο «Νίκος Γκάλης» το βράδυ της Πέμπτης, μπροστά σε 17 χιλιάδες οπαδούς τους, πρώτα να αναχαιτίσει το εντυπωσιακό της ξεκίνημα και στο τέλος να της πάρει το «σκαλπ» παρότι επρόκειτο για ένα ματς που παίχτηκε στην αλώβητη έδρα του και τελείωσε σουτάροντας με το απογοητευτικό συνδυασμό 4/22 τρίποντα, 14/23 βολές. Κι επιπλέον με τον (απαραίτητο) Κέι Σι Ρίβερς να επιβεβαιώνει ότι περνάει μια περίοδο ντεφορμαρίσματος. Ο Αμερικανός έχει περίπου ένα μήνα να κάνει ένα καλό παιχνίδι, αλλά όχι μόνο δεν άκουσε γκρίνια αλλά το όνομά του έγινε σύνθημα από την εξέδρα, προφανώς γιατί έχει κάβα τις μεγάλες εμφανίσεις που κάνει από πέρυσι κόντρα στον Ολυμπιακό. Πάντα για τους οπαδούς των «αιωνίων», τέτοιες παράμετροι μετράνε διπλές και τριπλές στη ζυγαριά του συναισθήματος.

Υπάρχουν δυο αριθμοί που επιβεβαιώνουν ότι ο Παναθηναϊκός ήταν τόσο κακός όσο χρειαζόταν, Ο πρώτος ήταν τα 19 λάθη των Καταλανών, που άρχισαν να τρέμουν όταν σταμάτησαν να τους μπαίνουν τα σουτ και ο δεύτερος το «πλούσιο» 70,7% (29/41) που κατέγραψε η πράσινη στατιστική ως τελικό απολογισμό στα δίποντα. Για να σουτάρει με ένα τέτοιο ποσοστό, κατά βάση μέσα στην αντίπαλη ρακέτα, μια ομάδα που υποτίθεται ότι δεν διαθέτει τον παίκτη που «σκοτώνει» παίζοντας με πλάτη, σημαίνει ότι έπαιξε και πιο έξυπνα και με καθαρότερο μυαλό και με αποφασιστικότητα και δύναμη.

Η εξυπνάδα και το καθαρό μυαλό αποτυπώνεται σε μία ακόμη ονειρεμένη εμφάνιση του Νικ Καλάθη, ο οποίος χρειάστηκε αυτή τη φορά να μείνει στο παρκέ 33 λεπτά, γιατί τα έκανε όλα: ξεκινώντας από την άμυνα και τελειώνοντας με την εκτέλεση και τη δημιουργία, μοιράζοντας πάσες που οι Αμερικανοί θα της κατέτασσαν στην κατηγορία του «room service”.

Η δύναμη και η αποφασιστικότητα εντοπίζονται στις λυσσαλέες και ως επί τω πλείστον κερδισμένες μάχες που έδωσε πάνω και δίπλα από το στεφάνι, ο Τζέιμς Γκιστ των 30 λεπτών.

Ήταν προφανές ότι η τροπή που πήρε το παιχνίδι υποχρέωσε τον Τσάβι Πασκουάλ να μην ανοίξει τόσο πολύ το rotation, γιατί δεν ήθελε να δώσει δικαιώματα χαλάρωσης, που θα μπορούσαν να αναστήσουν την Μπαρτσελόνα, όταν άρχισε να την παίρνει η κάτω βόλτα.

Από εκεί και πέρα, ο καθένας που έπαιξε είχε τις καλές και τις κακές στιγμές του, ο Σίνγκλετον επέστρεψε στις καλές βραδιές του, αλλά αν αναζητήσουμε δυο παίκτες που εξελίχθηκαν σε «κλειδιά», τότε θα αναφερθούμε, με βάση την χρονική φάση της δράσης τους, στον Ίαν Βουγιούκα και στον Νίκο Παππά.

Ο Βουγιούκας, όχι μόνο επειδή το δήλωσε ο Αλόνσο, τηρουμένων των αναλογιών, πλήγωσε την Μπαρτσελόνα περισσότερο απ’ όσο πλήγωσε τον Παναθηναϊκό ο Άντε Τόμιτς. Κι αυτό γιατί το χέρι βοηθείας που έδωσε κάτω από το καλάθι και η δυνατότητα να εκδηλωθούν τρεις-τέσσερις επιθέσεις από το low post,ήταν σε μια φάση που ακόμη η ισορροπία του ματς ήταν εύθραυστη. Και ο τεχνικός των Καταλανών, προσπαθούσε να τον αχρηστεύσει παίζοντας με ένα σχήμα με τρία ευκίνητα «τεσσάρια» (με τον Βεζένκοφ στο «τρία»). Μάταιος κόπος. Ο σέντερ του Παναθηναϊκού έπαιξε τα δικά του πιο μεστά 7,5 λεπτά της σεζόν, μέχρι τώρα.

Ο Παππάς πήρε την σκυτάλη και ήταν αμείλικτος στην τελευταία περίοδο. Τόσο αμείλικτος όσο είναι και ο χρόνος με τον Χουάν Κάρλος Ναβάρο που κλήθηκε να τον μαρκάρει. Ο διεθνής γκαρντ, έκανε τον 37χρονο αρχηγό της Μπαρτσελόνα να μοιάζει με ζαλισμένο κοτόπουλο, κάθε φορά που προσπαθούσε να τον ακολουθήσει. Αν κάποιος ρίξει μια ματιά στα καλάθια του (έβαλε 15 πόντους στην 4η περίοδο), θα τον δει να ανεβαίνει στο lay up και τον «Χουάνκι» να τον παρακολουθεί από απόσταση τουλάχιστον 2 μέτρων. Κανονικά, στο φινάλε ο Νίκος θα έπρεπε να πάει να ευχαριστήσει προσωπικά τον Σίτο για την έμπνευσή του.

Αν λοιπόν ο Βουγιούκας ήταν εκείνος που έβαλε πλάτη για να αντέξει ο Παναθηναϊκός σε μια οριακή στιγμή του παιχνιδιού, ο Παππάς του έβαλε «τελεία και παύλα».