Μαρμαρωμένος βασιλιάς

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος εντοπίζει στην αδυναμία του Παναθηναϊκού να διαχειριστεί τα φάουλ που έβγαλαν έξω από το παιχνίδι όχι μόνο τον Γκιστ, αλλά και το …έτερον του ήμισυ και εξηγεί την παραμόρφωσή του και τελικά την δίκαια ήττα του από την Ζαλγκίρις, στην αδυναμία να βρει έγκαιρα εναλλακτικό πλάνο.  

Μαρμαρωμένος βασιλιάς

Παρακολουθώντας κανείς το ξεκίνημα του αγώνα στην «Zalgirio Arena”, μπορεί και να σχημάτιζε αβίαστα την εντύπωση ότι στο παρκέ βρέθηκαν δυο ομάδες της Euroleague, διαφορετικών ποιοτικών ταχυτήτων. Και… μεταξύ μας δεν θα έχει άδικο να εξακολουθεί να το πιστεύει ακόμη και μετά από το χουνέρι που έκανε η Ζαλγκίρις στον Παναθηναϊκό.

Δεν ήταν ότι τον νίκησε. Έχουμε πει ότι συμβαίνουν αυτά σε έναν τέτοιο μαραθώνιο. Δεν είναι ότι του διέκοψε ένα σερί 5 νικών. Κάποτε θα γινόταν κι αυτό. Είναι κυρίως ο τρόπος που τον έφερε από εδώ, τον έφερε από εκεί και στο τέλος τον προσπέρασε λες και έκαναν κούρσα Πόρσε με «σκαραβαίο». Ο τρόπος που τον έβγαλε από τον στιβαρό ρυθμό που είχε βρει στο πρώτο 15λεπτο, που σου έδινε την αίσθηση ότι θα πέρναγε ένα εύκολο βράδυ στο Κάουνας.

Τελικά, ο Παναθηναϊκός που ξεκίνησε το ματς στην πρώτη περίοδο με εκείνον που εμφανίστηκε (ειδικά) στην τρίτη (περίοδο), λες και ήταν πρώτα ξένα ξαδέλφια. Σε όλους τους τομείς. Από την πνευματική προσέγγιση, μέχρι την τακτική και την ψυχολογία.

Σύμφωνοι, η Ζαλγκίρις, ο «Σάρας» δηλαδή, είχε ένα πλάνο για να μαρκάρει τον Καλάθη ρίχνοντας πάνω του, ή για την ακρίβεια σε απόσταση δυο μέτρων, τον αθλητικό και ψηλό Τουπάν (του έδινε το σουτ αλλά τον πλησίαζε για να του κλείνει τις πάσες και τις διεισδύσεις), βοήθησε τους παίκτες του να ξεπεράσουν τον αιφνιδιασμό της εκκίνησης, βρήκε σχήματα που του έδωσαν συγκριτική υπεροχή κοντά στο καλάθι, κινούσαν την μπάλα και σούταραν αξιόπιστα από μέση απόσταση όταν οι παίκτες του Πασκουάλ αργούσαν δυο «κλικ» στα αμυντικά rotation, αλλά «η μισή ντροπή ήταν του Παναθηναϊκού».

Είναι εύκολο να επικαλεστούμε δυο κατηγορίες της στατιστικής που «βγάζουν μάτια» για να αποδώσουμε σε μεγάλο βαθμό την ήττα, δηλαδή τις 13 χαμένες βολές (17/30) και κυρίως τα 16 επιθετικά ριμπάουντ που μάζευε σα φιστίκια η λιθουανική ομάδα, με ψηλούς που έμοιαζαν με «σούπερ Γκούφη». Το θέμα όμως είναι το γιατί;

Η μόνη προφανής ερμηνεία για την παραμόρφωση του «τριφυλλιού» ήταν τα τέσσερα φάουλ που φορτώθηκε ο Τζέιμς Γκιστ στο πρώτο ημίχρονο και τον έβγαλαν γρήγορα εκτός ρυθμού και κατά συνέπεια εκτός παιχνιδιού. Τον «κρύωσαν». Φάνηκε από τον τρόπο που απέτυχε να τελειώσει τις τελευταίες μαζεμένες κρίσιμες φάσεις του παιχνιδιού που πήρε, πριν αυτό γύρει οριστικά και αμετάκλητα προς την πλευρά των γηπεδούχων.

Επί της ουσίας, όταν ο Γκιστ καθηλώθηκε στον πάγκο, ήταν σα να μπλόκαρε και το έτερόν του ήμισυ: ο Νικ Καλάθης. Τουπάν, ξε-Τουπάν, ήταν προφανές ότι δεν είχε δίπλα του κάποιον να συνεννοηθούν και να βγάλουν φάσεις που κρατάνε ψηλά το ηθικό και των δυο και κυρίως της ομάδας. Με τον Γκάμπριελ και (κυρίως) με τον άγουρο Ογκουστ τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Αυτή τη φορά η front line που ήρθε από τον πάγκο, τα έκανε μούσκεμα. Κι αυτό ήταν το πρώτο θεμελιώδες πρόβλημα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ή το σχέδιο συνεχίζει να δουλεύει ρολόι και με τα ανταλλακτικά ή αλλιώς επιλέγεις άλλο σχέδιο. Κι εκεί ο Παναθηναϊκός φάνηκε ανέτοιμος. Δεν είχε plan b. Αυτό ήταν το δεύτερο θεμελιώδες πρόβλημα.

Η απέλπιδα προσπάθειά του να επιστρέψει από το -17 δεν έγινε συντεταγμένα, αλλά με ατομικές προσπάθειες και το σύστημα «σταυρό», που έλεγαν και οι παλαιότεροι. Έπαιρνε την μπάλα ο Παππάς και επειδή έβαλε 4 τρίποντα με ατομικές προσπάθειες (τα οποία παρεμπιπτόντως δεν μπορούσε να τα διαφυλάξει όταν γύριζε στην άμυνα), ή ο Ρίβερς με τον Σίνγκλετον πρόσθεσαν και κάποια δικά τους, πήγε να ξαναγυρίσει το ματς, με τρόπο που θύμιζε τα περσινά. Τότε που “έπεφτε κουρτίνα” και ο Μάικ Τζέιμς (καλή του ώρα) αναλάμβανε δράση, χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Κι όσα πάνε κι όσα έρθουν.

Εξετάζοντας λοιπόν το ματς υπό αυτό το πρίσμα, η Ζαλγκίρις ήταν εκείνη που έδειξε καλύτερα προετοιμασμένη, αγωνιστικά, πνευματικά και ψυχολογικά, κείνη διατήρησε στην μεγαλύτερη διάρκεια του αγώνα τη συγκέντρωση και την αυτοκυριαρχία της, που διάβασε τις αδυναμίες του αντιπάλου και εν τέλει νίκησε δίκαια, παρότι τα στάνταρ της είναι χαμηλότερα και οι παίκτες της κατ’ αντιστοιχία, συγκριτικά υποδεέστεροι. Τελικά, αυτό ακριβώς λέγεται ομάδα και τη συγκεκριμένη βραδιά ήταν εκείνη που υποστήριξε τον όρο με μεγαλύτερη συνέπεια. Ο Παναθηναϊκός, ξαφνικά μετατράπηκε σε «μαρμαρωμένο βασιλιά». Αλλά είπαμε: όλα αυτά είναι μέσα στην φυσιογνωμία της μάχης και όποιος καταφέρνει να ξεπερνά με τον ίδιο τρόπο τις μεγάλες νίκες αλλά και τις μεγάλες ήττες, έχει δρόμο μπροστά του.