Εμπνέει εμπιστοσύνη, αφού...

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος εντοπίζει την πρόοδο του Παναθηναϊκού όχι μόνο από το σερί και το ρεκόρ του, αλλά και από την αίσθηση που βγάζει ότι ακόμη και στην κακή βραδιά του θα τη βρει την άκρη, συντεταγμένα και όχι στην τύχη. 

Εμπνέει εμπιστοσύνη, αφού...

 Στην Euroleague, ειδικά με την συγκεκριμένη μορφή της τελευταίας διετίας, δεν υπάρχουν εύκολα παιχνίδια, πριν γίνουν και τελειώσουν. Είναι τόσο μακριά η σεζόν και τόσο μεγάλες οι μεταπτώσεις, που αποτελέσματα όπως η ήττα της Ρεάλ Μ. από τον Ερ. Αστέρα στη Μαδρίτη, πλέον δεν θεωρούνται εκπλήξεις, ειδικά όταν στην εξίσωση συμμετέχουν ομάδες με προβλήματα τραυματισμών, όπως η φετινή «βασίλισσα». Κάτι τέτοια στραπάτσα, κάνουν τον Παναθηναϊκό να νιώθει ανακουφισμένος μετά την δύσκολη νίκη επί της Μάλαγα και ακόμη καλύτερα από τον μέχρι τώρα απολογισμό του. Το 7-3 και ειδικά στο σερί 5-0 που άρχισε να τρέχει μετά το «διπλό» στο ΣΕΦ και μετά επιβεβαίωσε ότι το πρόγραμμα των αγώνων είναι τόσο εύκολο, ή τόσο δύσκολο όσο εσύ μπορείς να το μετασχηματίσεις.

Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να συζητήσει κανείς μετά από μια τόσο άστατη αγωνιστική βραδιά, όμως το βασικό συμπέρασμα το οποίο, αν θέλετε μπορούμε να το βγάλουμε αν κάνουμε και μια αναγωγή στα περσινά, είναι ότι πλέον ο φετινός Παναθηναϊκός εμπνέει - τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή που μιλάμε- μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Μπορεί και πέρυσι, αν εξαιρέσει κανείς εκείνη την ήττα από τον Ολυμπιακό, το ΟΑΚΑ να ήταν και να παραμένει «άβατο», όμως στα παιχνίδια της προηγούμενης σεζόν, που δεν πήγαιναν κατ’ ευχήν, το κακό προαίσθημα για την τελική έκβαση ήταν πιο ισχυρό από το καλό. Υπήρχε η εντύπωση ότι πολλά από τα ματς που κερδήθηκαν πέρυσι, παίχτηκαν στον τζόγο. Και δεν μιλάμε για ντέρμπι με ομάδες κορυφής, κάτι το οποίο μπορεί και να είναι φυσιολογικό, αλλά και για πολλά με ομάδες της ουράς.

Είναι λοιπόν σαφές ότι υπάρχουν μια σειρά από λόγοι που ακόμη και το (κάθε εντός έδρας) ματς να μπει σε παράξενα και δύσβατα μονοπάτια, όπως συνέβη και με την Φενέρμπαχτε και με την Ρεάλ Μ., αλλά και καλή ώρα με τη Μάλαγα η οποία είναι σαφώς ομάδα μικρότερης εμπειρίας και χαμηλότερου βεληνεκούς, οι περισσότεροι που βρίσκονται στο γήπεδο έχουν την αίσθηση ότι τελικά θα βρεθεί η άκρη. Με απλά λόγια, έχει μεταβληθεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Ο πρώτος και βασικότερος λόγος είναι ότι το «τριφύλλι» έχει συγκεκριμένη καθοδήγηση, από τον Πασκουάλ, η οποία το βοηθάει να ψάχνει το ματς από πολλές πλευρές και με διαφορετικές ιδέες και όχι μονόχνοτα και μονοδιάστατα. Είναι σημαντικό ότι ο Καταλανός έχει την ομάδα στα χέρια του δεύτερο συνεχόμενο χρόνο και μάλιστα από την προετοιμασία. Σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό τα καλάθια προκύπτουν από συνεργασίες και από ομαδικές κινήσεις, παρά από ατομικές προσπάθειες, που πέρυσι ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Ο δεύτερος και εξίσου σημαντικός είναι ότι έχει σχηματιστεί ένας συγκεκριμένος κορμός από ποιοτικούς και έμπειρους παίκτες ο οποίος έχει μείνει υγιής. Εμφανίσεις σαν κι αυτή του Γκιστ, που πέρυσι έχασε πολύ μεγάλο μέρος της σεζόν, του Νικ Καλάθη ο οποίος, με τον (αυτό)τραυματισμό του Τζέιμς, δεν προλάβαινε να πάρει ανάσα γιατί δεν υπήρχε κανονικός πλέι μέικερ για back up, είναι τα δυο βαριά χαρτιά. Αλλά ακόμη βαρύτερο είναι η μεταξύ τους συνεργασία, που τους έχει μετατρέψει σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά και επιδραστικά δίδυμα της διοργάνωσης δίνει στους «πράσινους» σταθερά σημεία αναφοράς, που δεν είχαν προλάβει να αναπτύξουν.

Επιπλέον παίζουν μαζί, για μεγάλο διάστημα πια, παίκτες όπως ο Ρίβερς, ο Σίνγκλετον, ο Παππάς και ο Γκάμπριελ που τώρα τελευταία έχει πάρει τα πάνω του κι αυτό αποτελεί συντελεστή που έχει αυξήσει τον δείκτη της ομοιογένειας. Ομοιογένεια η οποία εξαργυρώνεται και στην άμυνα, γιατί αυτή ήταν που απετέλεσε τον θεμέλιο λίθο, ειδικά στην τέταρτη περίοδο, για να βγει η Μάλαγα από το ρυθμό της, αλλά και στην επίθεση, όπως φανερώνουν τα πολλά και επαναλαμβανόμενα, ανά εβδομάδα, επιθετικά ξεσπάσματα.

Όλα αυτά είναι στοιχεία που παρέχουν στον Παναθηναϊκό την ευχέρεια να μπορεί από να αλλάζει το ρυθμό του παιχνιδιού, στοιχείο που αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για κάθε ομάδα που θέλει να πρωταγωνιστήσει. Αυτό πέρυσι μπορούσε να το προσφέρει μόνο ο Μάικ Τζέιμς κι αυτός με τις προσωπικές του εμπνεύσεις, οι οποίες ενίοτε ήταν τραβηγμένες από τα μαλλιά.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, είναι ξεκάθαρο ότι αφενός τα αποτελέσματα δεν είναι τυχαία και αφετέρου, είναι μια εγγύηση ότι, αν δεν προκύψει κάποια δραματική παραμόρφωση, τα πράγματα μπορούν να πάνε καλά στην κανονική περίοδο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έχοντας διανύσει το ένα-τρίτο της, στην πρώτη τετράδα της βαθμολογίας είναι τρεις από τις τέσσερις ομάδες που πέρυσι εξασφάλισαν πλεονέκτημα έδρας (ΤΣΣΚΑ, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός), ενώ η Φενέρμπαχτσε που στην μεγαλύτερη διάρκεια της σεζόν ήταν σε αυτό το γκρουπ, αλλά υποχώρησε στο τέλος κι έχασε τη θέση του από τον Παναθηναϊκό, τον οποίο απέκλεισε με μειονέκτημα στα play offs, έχει πάρει τη θέση της Ρεάλ Μ. η οποία μαστίζεται από σοβαρούς τραυματισμούς, οι οποίοι της έχουν στοιχίσει ασυνήθιστες εντός έδρας ήττες (με Χίμκι και Ερ. Αστέρα), οι οποίες δύσκολα θα καλυφθούν.

Αυτό φυσικά εξακολουθεί να μη σημαίνει τίποτα όταν έρθει η ώρα των play offs, τότε που ουσιαστικά ο Παναθηναϊκός, με ή χωρίς πλεονέκτημα, θα παίξει τον βασικότερο στόχο της σεζόν: την επιστροφή σε ένα final4 μετά το 2012, δηλαδή μετά από 5 σερί απουσίες, τις περισσότερες της σύγχρονης εποχής των επιτυχιών.

Αντί επιλόγου, μια φράση για τη λύση της συνεργασίας με τον Λευτέρη Μποχωρίδη. Ήταν μονόδρομος. Όχι μόνο για το καλό του ίδιου του παίκτη, ο οποίος για διάφορους λόγους που δεν είναι τη παρούσης, δεν μπόρεσε να «πιάσει» στον Παναθηναϊκό, αλλά κυρίως για το καλό του 18χρονου Γιώργου Καλαϊτζάκη ο οποίος έχει όλες τις προδιαγραφές να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον. Κι επειδή ούτε ο ένας(Μποχωρίδης), ούτε ο άλλος (Καλαϊτζάκης) έχουν χώρο στην Euroleague, δέκα φορές καλύτερα όσος προκύπτει στο ελληνικό πρωτάθλημα να πηγαίνει στον μικρό.