Η απώλεια μυαλού κοστίζει

Η απώλεια μυαλού κοστίζει

Η απώλεια μυαλού κοστίζει

Ο Βασίλης Βλαχόπουλος εξηγεί γιατί η έλλειψη (μπασκετικής) λογικής που χαρακτήρισε τον Άρη (και) στην ήττα από την Τέλεκομ Μπον είναι πιο ανησυχητική από το αρνητικό αποτέλεσμα.

Στον επαγγελματικό αθλητισμό οι ομάδες οφείλουν να είναι ανθεκτικές προς όφελος της σωστής διαχείρισης των αποτελεσμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι να συμβιβάζονται με μια αρνητική κατάσταση, αλλά όταν τελειώνει ένα παιχνίδι να νιώθουν τη βεβαιότητα ότι έκαναν πραγματικά ό,τι περισσότερο μπορούσαν για να κερδίσουν. Αν στον Άρη νιώθουν ότι απέναντι στην Μπον συνέβη αυτό, τότε κάτι δεν πάει καλά.

Το κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν η έλλειψη μπασκετικής λογικής. Ο Άρης συνεχίζει είτε να μη διαβάζει, είτε να διαβάζει λανθασμένα ένα παιχνίδι. Για παράδειγμα, αυτή η γερμανική ομάδα διέθετε μόλις έναν κλασικό σέντερ (σ. σ. Γκαμπλ) ο οποίος όμως όχι μόνο διατηρήθηκε στο παιχνίδι μέχρι τέλους αλλά έκανε θραύση στο παρκέ. Παρότι ήταν φορτωμένος με φάουλ από τις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου. Κι όμως, ο Κιθ Μπένσον είχε ελάχιστο χρόνο συμμετοχής δίχως μάλιστα να πάρει την μπάλα στο σημείο που έπρεπε με εξαίρεση μία φάση.

Ο δε βραχύσωμος Μάγιο που έπαιζε… ρολόι έξω από τα 6.75 και προκάλεσε τη μεγαλύτερη ζημιά, μετά από κάθε επίθεση του Άρη έκανε τον σταυρό του καθώς δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει ούτε μία post κίνηση (παραδείγματος χάρη) από τον ψηλότερο Κουάμι Βον. Κι έτσι έμενε ξεκούραστα στο παιχνίδι και κυρίως, δεν χρειαζόταν να ξοδέψει ενέργεια στην άμυνα.

Γενικώς ο Άρης στερείται κατεύθυνσης γεγονός που πηγάζει από ένα μεγάλο λάθος που έγινε κατά τη στελέχωσή του. Δεν υπάρχει ο μπαρουτοκαπνισμένος point guard διότι τόσο ο Κουάμι Βον όσο και ο Γιάννης Αθηναίου δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αυθεντικοί πλέι μέικερ, ενώ όταν ο Γκάρι Μπελ αναλαμβάνει καθήκοντα οργάνωσης ουσιαστικά ο Άρης στερείται του καλύτερου σουτέρ που διαθέτει. Μπορεί σ’ έναν συγκεκριμένο αριθμό παιχνιδιών να ανταποκριθούν στον συγκεκριμένο ρόλο αλλά σε βάθος χρόνου (για να τα καταφέρουν) θα πρέπει να μεταλλαχθούν. Το ότι οι «κίτρινοι» χωλαίνουν σε μια (ήπιας μορφής) πίεση που δέχονται από έναν αντίπαλο, προφανώς και δεν εντάσσεται στη σφαίρα του τυχαίου.

Συνέπεια του συγκεκριμένου δεδομένου είναι να λειτουργεί καλύτερα η ομάδα όταν την κατευθύνει ο Δημήτρης Φλιώνης. Φέτος, είναι η πρώτη χρονιά που ο Φλιώνης αντιμετωπίζεται ως project του Άρη, έχει μεγαλύτερο χρόνο συμμετοχής συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια αλλά είναι άδικο να απαιτείς από ένα παιδί στην παρθενική (ουσιαστικά) παρουσία του να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι δεδομένο ότι θα χρειαστεί χρόνο και παιχνίδια για να φθάσει στο σημείο της διαχείρισης κάθε λεπτού ενός αγώνα. Για παράδειγμα, στο πρώτο ημίχρονο του αγώνα με την Μπον ήταν ο καλύτερος παίκτης του Άρη, αλλά στο δεύτερο βυθίστηκε κι αυτός στο πρόβλημα που αντιμετώπισε όλη η ομάδα του.

Στην εξίσωση δεν βάζω τον Στέλιο Πουλιανίτη γιατί ο Παναγιώτης Γιαννάκης δείχνει να μην τον αντιμετωπίζει ως project. Τον χρησιμοποιεί για αμυντικές αποστολές, του παρέχει πολύ λιγότερο χρόνο συμμετοχής και ο «μικρός» κινδυνεύει (δυστυχώς) να χάσει μία ακόμη χρονιά αν τελικώς αποφασιστεί να παραμείνει στην ομάδα.

Γενικώς ο Άρης είναι αναγκαίο να πάρει αποφάσεις σχετικά με τον ρόλο του καθενός. Για παράδειγμα, γνωρίζαμε ότι στα project συμπεριλαμβάνεται και ο Βασίλης Χρηστίδης ο οποίος όμως δεν πατάει τόσο πολύ στο παρκέ. Χθες, μόλις που πρόλαβε να βάλει έξι πόντους και αντικαταστάθηκε.

Αν δηλαδή έχει ληφθεί η απόφαση ανάδειξης του νεαρού μέσω της παροχής χρόνου συμμετοχής, είναι απορίας άξια η παρουσία του Ντεμέτρις Μοράντ. Ο τελευταίος είχε στα χέρια του πρόταση από την ιταλική Λατίνα αλλά ο Άρης αρνήθηκε να τον παραχωρήσει υπό τη μορφή δανεισμού. Δηλαδή, ποια είναι η χρησιμότητα διατήρησης στο ρόστερ ενός Αμερικανού ο οποίος θα κόψει λεπτά συμμετοχής από ένα project κι ενώ η ομάδα χωλαίνει στην οργάνωση του παιχνιδιού;

Best of internet