Μια «ματωμένη» χρονιά

Μια «ματωμένη» χρονιά

Μια «ματωμένη» χρονιά

Ο Βασίλης Βλαχόπουλος καταπιάνεται από την άφιξη του γιου του Έι Τζέι Ίνγκλις στο Παλέ και θυμάται παλιές ιστορίες.

Επιστροφή χρημάτων* στο Μπασκόνια – Μιλάνο και σούπερ αποδόσεις στην Euroleague από τη Vistabet.gr. (21+) * Ισχύουν Οροι και Προϋποθέσεις

Το ρεπορτάζ του μπασκετικού Άρη είναι ευχή και κατάρα. Στην πρώτη περίπτωση, πάντα (σου) προσφέρει πράγματα να ασχοληθείς, δεν πλήττεις ποτέ και σε επίπεδο δυσκολίας είναι σα να είσαι φοιτητής σε ανώτατη σχολή του πανεπιστημίου. Κατάρα γιατί είναι αδύνατο να ηρεμήσεις. Παλαιότερος ρεπόρτερ (μου) έλεγε ότι… «εκεί που λες ότι δεν έχει τίποτε, ότι είναι ήρεμα τα πράγματα, να είσαι σίγουρος ότι θα τη φας τη κεφαλιά» και δεν είχε άδικο.

Παλιότερα, όταν η τεχνολογία στην Ελλάδα ήταν στην εποχή του χαλκού, το internet ήταν είδος πολυτελείας και δεν υπήρχε το viber, το messenger ή οποιοσδήποτε (τωρινός) τρόπος κοινοποίησης των ειδήσεων, η δημοσιογραφία όντως ανταποκρινόταν στον ρόλο της. Τότε ο ρεπόρτερ ΟΦΕΙΛΕ να ήταν σε καθημερινή βάση στην προπόνηση της ομάδας. Με χιόνια, με βροχές, με οτιδήποτε. Οι δε ομάδες δεν έδιναν ιδιαίτερη βάση στην επικοινωνία τους, τα όρια ήταν ολίγον ξεχαρβαλωμένα και φυσικά δεν υπήρχαν… κύκλοι, τετράγωνα και τρίγωνα. Η επίσημη τοποθέτηση ήταν αναγκαία για την κατάθεση κάθε καταγγελίας. Το «μοτό» της εποχής… «οι κύκλοι λένε», δεν υπήρχε περίπτωση να γραφτεί στην εφημερίδα. Έτσι, το προαύλιο του Αλεξανδρείου ήταν ο καθιερωμένος τόπος συνάντησης των εραστών του ρεπορτάζ.

Εκείνο το καλοκαίρι του 2000 ξεπέρασε τα όρια της τρέλας, μάλλον ξέφυγε και από εκείνα τα παράνοιας. Ήταν η εποχή της εμπλοκής του Γιάννη Καρακίτσου στα κοινά της ΚΑΕ Άρης, σε μια από τις μεγαλύτερες «φούσκες» στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Η λεπτή γραμμή μεταξύ αλήθειας και ψέματος όχι απλά φθάρθηκε, αλλά σβήστηκε ολοκληρωτικά πριν καλά-καλά φύγει το καλοκαίρι.

Αυτός που αντιλήφθηκε από νωρίς την κατάσταση ήταν ο Στάνισλαβ Ερέμιν ο οποίος ήταν ο πρώτος στόχος για την τεχνική ηγεσία, αλλά ο Ρώσος προπονητής προτίμησε τη σιγουριά της Ούνικς Καζάν την οποία μάλιστα ο Άρης αντιμετώπισε εκείνη τη χρονιά. Εκείνο το ταξίδι έγινε με έξοδα του Υπουργείου Πολιτισμού για να αποφευχθεί το κάζο για το ελληνικό μπάσκετ (σ. σ. αφού ο Άρης δεν είχε χρήματα για να πληρώσει), «κλείστηκε» την τελευταία στιγμή πτήση τσάρτερ, προηγήθηκε όμως το παρακαλητό καμιά 500αρια οπαδών στον Τζέιμς Φόρεστ, ούτως ώστε να μη φύγει από την ομάδα κι ενώ ο Αμερικανός είχε στα χέρια του τα αθλητικά παπούτσια και τις βαλίτσες του στο αυτοκίνητο.

Αυτός που… έφαγε το παραμύθι ήταν ο Ντράγκαν Σάκοτα και παράλληλα ένα σωρό νοματαίοι που ήρθαν στην Ελλάδα. Πιο έξυπνος απ’ όλους αποδείχθηκε ο Μάικ Ιοτζουλίνο, τον οποίον γνωρίζαμε από το NBA JAM (… οι παλιοί ξέρουν) και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια μας ένας αυθεντικός ΝΒΑερ. Ο Ιταλοαμερικανός πήρε και τη φανέλα του, πήγε και στην παρουσίαση της ομάδας σε 5άστερο ξενοδοχείο, αλλά όταν η προκαταβολή δεν δόθηκε, πήρε και το πρώτο αεροπλάνο για Ιταλία.

Η φούσκα έσκασε πριν ξεκινήσει το πρωτάθλημα κι εκείνη η ομάδα των Φόρεστ, Μπούι, Τζόσουα Γκραν κλπ, είχε την ίδια τύχη με την… Πομπηία. Ο Ντράγκαν Σάκοτα έφυγε μετά την ήττα από τον ΠΑΟΚ και το διοικητικό δίδυμο των Καρακίτσου-Σερπάνου επιστράτευσε έναν Ουκρανό ονόματι Αντρέι Ποντγκοβίροφ για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία.

Τα ρεπορτάζ έγραψαν τότε ότι η λευκή Mercedes του Ποντγκοβίροφ δεν σταμάτησε καν επί της Γρηγορίου Λαμπράκη. Η αλήθεια είναι ότι σταμάτησε, οι πέτρες έπεσαν βροχή, ο Ουκρανός έκανε απόπειρα να κατέβει, αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε η σωματική ακεραιότητά του, έφυγε άρον άρον. Ο Σταύρος Σερπάνος έφαγε κάτι ψιλές… κι έτσι ανέλαβε ο Στιβ Γιατζόγλου. Τότε ο Άρης είχε δύο διοικήσεις. Η μία ήταν ο Σερπάνος και η άλλη ο Γιάννης Δαμιανίδης. Ο τελευταίος είχε συμφωνήσει με τον Γιατζόγλου, ο Σερπάνος ήθελε τον Ποντγκοβίροφ και η μεγάλη μου απορία (έως και σήμερα) είναι, πώς τον ανακάλυψε καθώς ο άνθρωπος ουδεμία σχέση είχε με το άθλημα.

Εκείνη την περίοδο ο Γιατζόγλου είπε μερικές από τις best of ατάκες του. Θυμάμαι αυτή με τη σφαίρα που θα έπρεπε να τον χτυπήσει στο δόξα πατρί για να πεθάνει, πιέζοντας με δύναμη σημεία του σώματός του και καταλήγοντας στο μέτωπο. Θυμάμαι επίσης εκείνη με τη μάχη του Στάλινγκραντ, την ταινία με πρωταγωνιστική τον Τζούντ Λο η οποία «παιζόταν» εκείνη την εποχή, όπως κι αυτή… «θα πιώ 1, 2, 3 ουίσκι, θα ξεχαστώ και θα έρθω για προπόνηση». Και για βουνά είχε μιλήσει, για αντάρτες, για λεφτά…

Τότε ήρθε και ο Έι Τζέι Ίνγκλις. Πολύ τίμιος παίκτης, γλυκός σουτέρ, με σκαμμένο πρόσωπο… σκυλί του πολέμου. Ο Αμερικανός έπαιξε για πρώτη φορά στην ήττα από την ΑΕΚ με 67-69 όπου μαζί με τον Νίκο Παπανικολόπουλο ήταν οι μοιραίοι παίκτες στο τέλος. Ο Ίνγκλις ήρθε περισσότερο για χατίρι του Στιβ καθώς είχε… μισοαποφασίσει να σταματήσει μπάσκετ, αποδείχθηκε όμως ότι δεν είχε σκοτώσει τον αθλητή μέσα του. Δεν έκανε ποτέ καριέρα στο ΝΒΑ, αλλά σε μια εποχή όπου ντραφτ του ΝΒΑ δεν γινόταν όποιος κι όποιος, αυτός επιλέχθηκε στον δεύτερο γύρο. Ο Αμερικανός έβαζε κοντά στους 16-17 πόντους ανά αγώνα, μαζί με τον Τζέιμς Φόρεστ ουσιαστικά κράτησαν (εντός παρκέ) τον Άρη εκείνης της χρονιάς. Γιατί ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε τον κίνδυνο του υποβιβασμού και φτάσουμε στον εντός έδρας αγώνα με τον Μίλωνα και στον… εξαγνισμό παλιών αμαρτιών.

Τώρα ένας άλλος Ίνγκλις έρχεται στο Παλέ, ως παίκτης του Λαυρίου. Είναι ο A.J. English III, γιος του Αμερικανού που έπαιξε στον Άρη τη σεζόν 2000-01. Προφανώς θα του έχει πει κάτι ο πατέρας του για εκείνη την επεισοδιακή χρονιά, η αλήθεια είναι ότι δεν έχει πολλά να θυμάται από κάθε άποψη.

Best of internet