Πού πήγε η προσμονή;

Με αφορμή την έναρξη της Basket League ο Βασίλης Βλαχόπουλος ταξιδεύει στον χρόνο με τη συντροφιά μιας παλιάς ιστορίας και εξηγεί γιατί Άρης και ΠΑΟΚ πρέπει να κάνουν δύσκολη τη ζωή των δύο "αιωνίων"   

Πού πήγε η προσμονή;

Στην τρυφερή εφηβική ηλικία, τα καλοκαίρια είχαν άγρια ομορφιά. Ενα Πρωτάθλημα είχε αποθηκευτεί στον σκληρό δίσκο του μυαλού και ήδη φανταζόσουν το επόμενο. Σε καθημερινή βάση «ρουφούσες» τα δημοσιεύματα και μία φορά την εβδομάδα ερχόταν σαν την ηλιαχτίδα στο σκοτάδι το θρυλικό «Τρίποντο».

Διάβαζες, διάβαζες και στο μυαλό σου πλάθονταν μύθοι. Υποσυνείδητα καλλιεργούταν η αίσθηση ότι οι παράγοντες που διαχειρίζονται τα μεταγραφικά σχέδια των ομάδων, ξέρουν ακόμη και τα μυστικά του κράτους. Τότε, το φαινόμενο των μάνατζερ ήταν περιορισμένο οπότε σπανίως δημοσιευόταν η πραμάτεια του καθενός. Αναζητούσες τρόπο πρόσβασης στα εσώψυχα των ομάδων, στην πραγματικότητα όμως έπεφτες θύμα «παπατζήδων» που απλά έκαναν το κομμάτι τους. Για σένα, το πρωτάθλημα δεν ξεκινούσε τον Σεπτέμβριο. Αρχιζε περίπου μία εβδομάδα μετά τη λήξη του προηγούμενου. Καθώς κυλούσε το καλοκαίρι, κάποιοι έβρισκαν αντίδοτο στους καύσωνες απολαμβάνοντας παγωμένες μπύρες. Εμείς διαβάζαμε 2-3 φορές το «Τρίποντο» για να εμπεδώσουμε κάθε λέξη. Στο φτωχό μας μυαλό, ήταν πιο σημαντικό να θυμόμαστε τη θεματολογία κάθε τεύχους, παρά να κάνουμε επανάληψη των μαθημάτων. Σιγά-σιγά οι ομάδες σχηματίζονταν και κάναμε focus στα ρόστερ. Εκεί αρχίζανε οι εξυπνάδες.

Και φθάσαμε στον Σεπτέμβριο. Μεσημέρι Σαββάτου του 1991. Μια διαβολική σύμπτωση προσέδωσε άγριο ενδιαφέρον στην πρεμιέρα του Πρωταθλήματος. Ολυμπιακός-Άρης στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και… Κράμερ εναντίον Κράμερ. Ο Γιάννης Ιωαννίδης δεν θα καθόταν στον πάγκο του Αρη. Ετοιμαζόταν το ντεμπούτο του στην τεχνική ηγεσία του Ολυμπιακού, όλη η Ελλάδα ανυπομονούσε για τη συγκεκριμένη εικόνα, τα δελτία ειδήσεων στα νεοσύστατα ιδιωτικά κανάλια είχαν στήσει το δικό του πάρτι… Και ο δικός μας προπονητής στην Αρετσού Καλαμαριάς είχε προγραμματίσει προπόνηση στο ανοιχτό της πλατείας Σκρα την ίδια ώρα. Λες και το έκανε επίτηδες. Με ντάλα ήλιο (θαρρώ) στις τέσσερις το μεσημέρι. Ήταν η μοναδική κοπάνα για την οποία ουδέποτε έκανα δεύτερες σκέψεις, ένιωθα τόσο αναίσθητος και ουδεμία τύψη.

Είναι αυτή η προσμονή που ένιωθες, πλέον νοσταλγείς και αναπολείς εκείνες τις ωραίες εποχές. Σήμερα έχουμε τα πρωταθλήματα πολλών ταχυτήτων. Τότε ήξερες ότι η Δάφνη των Τσίτουμ, Σμρεκ μπορεί να κερδίσει τον Ολυμπιακό του «Ζάρκο». Σήμερα έχεις αμφιβολίες μόνο για το ύψος της διαφοράς. Αυτό το στοιχείο λείπει από την Basket League. Εγινε τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Μεγάλοι και μικρομεσαίοι». Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα. Αυτήν επιβάλλουν οι ισχυρές και εμπορικές ομάδες. Είναι οι συνθήκες οικονομικής ανισότητας, η απόρριψη κάθε σκέψης βελτίωσης του προϊόντος και ο μοναχικός δρόμος που ακολουθούν σε εμπορικό επίπεδο με πρόσχημα ότι πρόκειται για αθλητικές ανώνυμες εταιρίες. Λες και στο εξωτερικό δε μιλάμε για οργανισμούς αλλά για ερασιτεχνικά σωματεία. Εκεί όμως, δεν μπορεί ο καθένας να κάνει του κεφαλιού του, υπάρχουν συνέπειες.

Νομοτελειακά, η φθορά είναι αναπόφευκτη, αλλά μη έχετε την παραμικρή αμφιβολία ότι δεν ήρθε με την θέληση του κοινού. Οι ομάδες επέλεξαν αυτόν τον δρόμο και τώρα εκλιπαρούν γονυπετής για την επιστροφή του κόσμου. Είναι καταγεγραμμένη η αύξηση, όχι όμως ενδεικτική για τη δεδομένη αγάπη του Ελληνα για το μπάσκετ. Ο δε οικονομικός παράγοντας είναι αδύνατο να μη συμπεριληφθεί (και) στη φετινή εξίσωση. Αυξήθηκαν οι ομάδες που έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους κάθε ιδέα περί κεντρικής διαχείρισης.

Η φετινή Basket League θα είναι όμοια της αντίστοιχης περσινής. Υψηλός ανταγωνισμός μεταξύ των μικρομεσαίων ομάδων, παιχνίδια που θα κρίνονται στο τελευταίο λεπτό και τα οποία θα δίνουν μια αισιόδοξη νότα. Όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός θα κάνουν… πέτρα την καρδιά τους και θα υποβληθούν σε μια μορφή αγγαρείας έως ότου φθάσουν στην τελική φάση των πλέι οφ. Εκτός κι αν οι ΑΕΚ, Άρης και ΠΑΟΚ ανατρέψουν κάθε ισορροπία και φροντίσουν να τους κάνουν τη ζωή δύσκολη. Κατά γενική ομολογία αποτελεί τον μοναδικό τρόπο "ανανέωσης" του Πρωταθλήματος, ενδεχομένως και μαζικής επιστροφής των φιλάθλων στα γήπεδα.

Στον Άρη, ο διπλασιασμός του αγωνιστικού προϋπολογισμού δεν επαρκούσε στη διατήρηση δύο παικτών (σ. σ. ΜακΝιλ, Ουάιτ) που ήθελε ο Δημήτρης Πρίφτης. Ούτε για την προσέγγιση πολύ ποιοτικών Ελλήνων παικτών όπως για παράδειγμα ο Νίκος Ζήσης. Δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι ο Άρης «ψάχτηκε» για τον έμπειρο γκαρντ αλλά το συμβόλαιό του στην  Μπάμπεργκ έκοψε απότομα κάθε σκέψη απόκτησής του. Σε κάθε περίπτωση, ήταν απόφαση του 48χρονου προπονητή η ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου. Προς αυτή την κατεύθυνση αποκτήθηκαν οι μοναδικοί διαθέσιμοι (σ.σ. Καββαδάς, Τσαϊρέλης). Η φιλοσοφία κατά τη μεταγραφική περίοδο αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας αθλητικής ομάδας και στην αύξηση των διαθέσιμων επιθετικών επιλογών. Κυρίως όμως, ο Δημήτρης Πρίφτης ήθελε μεγαλύτερη ταχύτητα στο transition game. Γι’ αυτόν τον λόγο πήρε τον Ουίλ Κάμινγκς. Αντιλαμβανόμενος ότι στο σύγχρονο μπάσκετ είναι απαραίτητη η παρουσία σουτέρ, δίχως ενδοιασμούς κατέληξε στον Μάικ Τζένκινς. Ο Ντέβιν Μαρμπλ δεν ήταν στο αρχικό πλάνο, προέκυψε μετά την «αποδέσμευσή» του από τους Ορλάντο Μάτζικ. Αντιθέτως, ο Ερικ Μπάκνερ αποτέλεσε έναν από τους βασικούς στόχους. Εν τέλει, ο Αρης θα προσπαθήσει να τρέξει περισσότερο, να «πάρει» πιο πολλούς πόντους στο transition game, με την απαίτηση της εντονότερης συμμετοχής στην επιθετική παραγωγικότητα του συνόλου, από τους ψηλούς. Πέρυσι, δεν είχε αυτό το στοιχείο με συνέπεια να «μπλοκάρει» απέναντι σε άμυνες που ήξεραν να τον διαβάζουν.

Ο ΠΑΟΚ είχε ως μοναδική επιλογή τη δημιουργία ομάδας από την αρχή. Πριν καλά-καλά ξημερώσει η πρωτομηνιά του Ιούλη είχε έτοιμο ρόστερ σε ποσοστό 80%, γεγονός που φανέρωσε ότι το σχέδιο ενίσχυσης είχε εκπονηθεί από την άνοιξη. Με αγωνιστικό προϋπολογισμό μικρότερο των 400.000 ευρώ. Συνεπώς, οι προσθήκες παικτών «value for money» ήταν εξίσου αναγκαστικές. Η βασικότερη αλλαγή εντοπίζεται στο αγωνιστικό μοντέλο της ομάδας και στηρίζεται στην ανθεκτικότητα του Σούλη Μαρκόπουλου. Επέλεξε παίκτες με ταχύτητα, περιφερειακό σουτ και ικανότητα χρησιμοποίησης σε τουλάχιστον δύο θέσεις. Το δικό του μπασκετικό δόγμα τον οδήγησε στη συνεργασία με ψηλούς που έχουν post game. Γι’ αυτό προστέθηκε ο Ανδρέας Γλυνιαδάκης, ενώ ο Κιθ Κλάντον που έχει την ικανότητα να παίρνει τον σωστό διάδρομο στο pick n’ roll, προσπαθεί να βάλει post κινήσεις στο παιχνίδι του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, προ της συμμετοχής στο τουρνουά του Ρεθύμνου, το 65% των επιθέσεων του ΠΑΟΚ ξεκίνησαν από τους ψηλούς. Η επιτυχία του φετινού εγχειρήματος θα εξαρτηθεί κυρίως από τρεις παράγοντες. Σε ατομικό επίπεδο, από την ανταπόκριση του Νέναντ Μιλιένοβιτς στα οργανωτικά καθήκοντά του και την προσαρμογή των Τζόρνταν Σάιμπερτ, Μπράντον Τέιλορ, Ντάριλ Μπράιαντ. Σε αντίστοιχο ομαδικό, στον συμβιβασμό των νέων παικτών στη σκληρή Basket League όπου η συντριπτική πλειοψηφία των ομάδων βασίζεται στην άμυνα και ειδικεύεται στην καταστροφή των επιθέσεων του αντιπάλου. Διότι και οι τρεις είναι φύσει επιθετικοί παίκτες.

Best of internet