Το σχολείο, το φροντιστήριο και μία μπαλα ξεχασμένη στα αζήτητα

Ο πιο καλός ο μαθητής

O Νίκος Παπαδογιάννης αναρωτιέται αν η έκφραση "σχολικός αθλητισμός" έχει περιεχόμενο στην Ελλάδα του 2016.

H χθεσινή ημέρα ήταν επισήμως αφιερωμένη από την Πολιτεία στον σχολικό αθλητισμό. Φυσικά, πέρασε απαρατήρητη, ακόμα και στα ίδια τα σχολεία, όπου πανηγυρίστηκε απλώς ως αργία από τα μαθήματα. Στην Ελλάδα, η ημέρα του σχολικού αθλητισμού έχει παρόμοια απήχηση με την ημέρα ενάντια στο κάπνισμα ή την ημέρα χωρίς αυτοκίνητο: μηδενική.

Εάν αφιερώναμε αυτή την Τσαγκαροδευτέρα στο τσιγάρο ή στην επικίνδυνη οδήγηση με αλκοόλ στο αίμα, τότε ναι, μπορεί να είχε πέραση στον νεοέλληνα.

Παίξε νόμιμα από Κινητό και Τάμπλετ στην Sportingbet!

Τώρα που το ξανακοιτάζω το ημερολόγιο, παρατηρώ ότι σήμερα ο πλανήτης γιορτάζει την παγκόσμια ημέρα των ζώων. Αυτή, ναι, μιλάει κατ’ευθείαν στην ψυχισμό μας. Το γαϊδούρι είναι το εθνικό μας ζώον.

Ο θυμόσοφος Αργύρης Πεδουλάκης δηλώνει συχνά, και αφοριστικά, ότι ο χειρότερος εχθρός του αθλητισμού είναι το σχολείο. Αφήστε τον να εξηγήσει τι εννοεί, πριν επιτεθείτε. «Όπως έχει δομηθεί το σύστημα της παιδείας μας, δεν αφήνει καθόλου ελεύθερο χρόνο για να αθληθούν τα παιδιά».

Μήπως έχει άδικο; Σχεδόν όλες οι εξωσχολικές ώρες των παιδιών είναι ρεζερβέ για φροντιστήριο κάθε λογής και μακροχρόνια προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις, πριν καλά καλά οι μαθητές τελειώσουν το δημοτικό.

Το κυνήγι της ρημάδας της αριστείας είναι τρόπος ζωής, περισσότερο για τους γονείς που ονειρεύονται τον Ορφέα τους βασιλιά και τη Δανάη τους πριγκηπέσσα, παρά για τα ίδια τα αμούστακα.

Ο αθλητισμός έρχεται σε τέταρτη μοίρα και εκείνο το ρητό για το σώμα το υγιές που κάνει και τον νου υγιή ξεχνιέται κάπου στα ρηχά του Facebook. Πολλοί μαθητές και φοιτητές χειρίζονται μπάλα μόνο στα ηλεκτρονικά παιχνίδια και ασχολούνται με τον αθλητισμό μόνο για να βγάλουν κανένα εύκολο φράγκο από το στοίχημα.

Σταματώ τη γκρίνια γιατί ακούγομαι σαν τον μακαρίτη τον παππού μου. Υπάρχουν φυσικά σχολεία που δίνουν έμφαση στα αθλητικά προγράμματα, αλλά το οφείλουν κυρίως στο μεράκι μεμονωμένων εκπαιδευτικών, όπως ο μερακλής δάσκαλος από το γυμνάσιο Φιλώτα Φλωρίνης, που έδειξε στους μαθητές του το ντοκυμαντέρ της ΕΡΤ για τον Γιώργο Παπαγιάννη.

Οι χώροι άθλησης είναι ελάχιστοι και χρησιμοποιούνται για άλλες δραστηριότητες, ιδίως στα σχολεία-κλουβιά που ασφυκτιούν ανάμεσα σε πολυκατοικίες στο κέντρο της Αθήνας. Κάθε μπασκέτα είναι εκεί πολυτέλεια.

Βλέπω στα ταξίδια μου τα σχολικά γυμναστήρια που αντέχουν να φιλοξενήσουν ακόμα και επίσημους αγώνες εθνικών ομάδων (όπως εκείνο στο Τραϊσκίρχεν της Αυστρίας, όπου έπαιξε κάποτε η «επίσημη αγαπημένη») και μαζεύω το σαγόνι μου από το πάτωμα.

Με τι θράσος περιμένουμε αθλητικές επιτυχίες, απέναντι σε χώρες που καλλιεργούν σε βάθος τον αθλητισμό από το δημοτικό σχολείο κιόλας; Καλύτερα να μην ανοίξουμε κουβέντα για την Αμερική, διότι θα μας πιάσει μαύρη μελαγχολία με τη σύγκριση.

Σε πρώτη ευκαιρία θα ρωτήσω τον Κώστα Αντετοκούνμπο, πώς του φάνηκε το γυμνάσιο όπου φοίτησε στο Μιλγουόκι, σε σχέση με εκείνο όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα στην Αθήνα…

Υπάρχει, βεβαίως, πρόοδος. Ασήμαντη πρόοδος, αλλά πρόοδος. Όταν πήγαινα εγώ γυμνάσιο και λύκειο, μεταξύ 1978-84, το διδακτικό πρόγραμμα αφιέρωνε στη γυμναστική μόλις μία ώρα την εβδομάδα, ενώ μας πήγαιναν και κάθε δεύτερη Παρασκευή σε κάποιο γήπεδο για «αθλητικές εκδηλώσεις» (διάβαζε: «μπάλα»).

Στο δημοτικό, τίποτε απολύτως. Μουσική, καλλιτεχνικά και άλλα τέτοια μετροσέξουαλ μάθαιναν μόνο στα ιδιωτικά και στα πρότυπα σχολεία, αλλά ουδέποτε στα δημόσια. 

Από ξένες γλώσσες, μόνο αγγλικά και αυτό από το γυμνάσιο και έπειτα, όταν οι περισσότεροι μαθητές γνώριζαν ήδη αρκετά καλά τη γλώσσα από τα φροντιστήρια («Στρατηγάκης» ή «Όμηρος») και μετέτρεπαν το μάθημα σε «ώρα του παιδιού».

Για γαλλικά ή γερμανικά, ούτε λόγος. Δεν είχε φτάσει ακόμη η εποχή της πολυπολιτισμικότητας. Δυστυχώς μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στην Ελλάδα, με όσα στρεβλά αυτό συνεπάγεται.

Ας μην ανοίξω κουβέντα για τη μεσαιωνική προπαγάνδα μέσα από τα βιβλία της Ιστορίας και των Θρησκευτικών. Χρειάστηκε να φτάσει η χώρα στη δεκαετία του ’80 για να ξεφύγει λίγο από τον αυτισμό της.

 Ο αθλητισμός, βεβαίως, παραμένει πάρεργο. Είναι προφανώς αμέτρητα τα πηγαία ταλέντα που αποχωρίστηκαν νωρίς τα γήπεδα επειδή δεν προλάβαιναν να συνδυάσουν τις υποχρεώσεις. Άλλοι ων ουκ έστιν αριθμός πήραν το ρίσκο, αλλά μετάνιωσαν οικτρά επειδή έμειναν πίσω στην «κούρσα των ποντικών» (την περιβόητη “rat race”) και ουδέποτε κάλυψαν το χάντικαπ.

Ο Παπαγιάννης και οι Αντετοκούνμπο στάθηκαν τυχεροί, αλλά είναι από τους ελάχιστους που γεννήθηκαν με εξωγήινο χάρισμα (και μπόι). Για κάθε καταξιωμένο αθλητή, ζουν ανάμεσά μας δεκάδες χιλιάδες παιδιά που δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους σε κλειστό ή ανοιχτό γήπεδο.

Υπάρχουν βεβαίως εκείνοι που χύνουν κιλά ιδρώτα σε ιδιωτικά γυμναστήρια, αλλά το ζητούμενο δεν είναι να γεμίσουμε μποντιμπιλντεράδες για να θαμπώνονται οι γκόμενες. Ο αθλητισμός, άλλωστε, θα έπρεπε να είναι δωρεάν. Όχι με μηνιαία συνδρομή με εξτραδάκι τα αναβολικά.

Το καλοκαίρι του 1989, μία πάνσοφη επιτροπή αθλητισμού της ανωτάτης εκπαίδευσης αποφάσισε να στείλει στην Πανεπιστημιάδα του Ντούισμπουργκ ομάδα στελεχωμένη αποκλειστικά από παίκτες που αγωνίστηκαν στα τελικά του πρωταθλήματος των ΑΕΙ.

Τα «αστέρια» της ήταν ο Ανδρέας Ζαφειρόπουλος, ο Θανάσης Κρεμπούνης και ο Κώστας Καρκανέβατος. Φυσικά, η ομάδα διασύρθηκε και η φαεινή έμπνευση κλειδώθηκε στο χρονοντούλαπο.

Ο τότε προπονητής, Μιχάλης Κυρίτσης, είναι σήμερα υπεύθυνος μπάσκετ στην FISU, την Παγκόσμια Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού.    

Best of internet