Παύλος Γιαννακόπουλος, ο απόλυτος πράσινος σταρ...

O Xρήστος Κιούσης γράφει μια παλιά ιστορία που επιβεβαιώνει την άποψή του ότι... «ο Παύλος Γιαννακόπουλος είναι ο μεγαλύτερος σταρ στην ιστορία του Παναθηναϊκού».  

Παύλος Γιαννακόπουλος, ο απόλυτος πράσινος σταρ...

Θα προσπαθήσω να σας διηγηθώ την ιστορία αυτή, όπως τη θυμάμαι και χωρίς να ανατρέξω στη βοήθεια του internet, για να διασταυρώσω ημερομηνίες και γεγονότα. Το νόημα εξάλλου της ιστορίας αυτής, είναι το πόσο πολύ Παναθηναϊκός είναι αυτός ο άνθρωπος, που δημιούργησε την πιο επιτυχημένη ομάδα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.

Μεταφερόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του '90, αν θυμάμαι καλά στις αρχές του Νοέμβρη του 1994. Σπούδαζα στη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου, τη Μεγάλη του Γένους Σχολή όπως λέγαμε χαριτολογώντας μεταξύ μας. Επίδοξοι σκηνοθέτες, διευθυντές φωτογραφίας, μοντέρ, ηχολήπτες, σκηνογράφοι και λοιπές καλλιτεχνικές δυνάμεις, μοιρασμένοι στα κτίρια της οδού Πατησίων και της οδού Ιουλιανού από τις 6 έως τις 10 κάθε βράδυ και οι περισσότεροι το πρωί εργαζόμενοι στα τότε φρέσκα ιδιωτικά κανάλια της χώρας. Διαγωνίως απέναντι από το κτίριο της σχολής επί της Πατησίων ένα μπαρ καφέ με την εξωτική ονομασία Lambada φιλοξενούσε όσους δεν άντεχαν άλλο Τύρο ή Σκαλενάκη και κατέφευγαν εκεί για καφέ ή μπυρίτσα. Εκεί πηγαίναμε και όταν κάναμε διπλοβάρδια στο κανάλι και συναντιόμασταν για να μάθουμε από τους πιο επιμελείς τι έγινε στο μάθημα ή απλά για μουχαμπέτι.

Το βράδυ εκείνο είχα φτάσει έγκαιρα για το μάθημα, αλλά μετά τις πρώτες δύο ώρες νύσταζα τόσο πολύ, που αποφάσισα να μην μπω την τρίτη ώρα και μετά το διάλειμμα έμεινα μόνος στο πεζοδρόμιο της Πατησίων κι έπιασα κουβέντα με σπουδαστες άλλων παρακείμενων σχολών, όπως η ΑΚΤΟ και η ΔΕΛΤΑ αν θυμάμαι καλά. Ψιλογνωριζόμασταν μεταξύ μας και είχαμε πράγματα να πούμε, άσε που σφυγμομετρούσαμε και ποια σχολή είχε τις ωραιότερες παρουσίες. Είχα πλάτη στην οδό Πατησίων στηριζόμενος σε παρκαρισμένο παπί και κουβέντιαζα λοιπόν περί ανέμων και υδάτων.

Στο σημείο αυτό να κάνω μια παρένθεση και να πω, ότι σύμφωνα με τον αστικό παναθηναϊκό μύθο, κάποιο μέλος της οικογένειας Γιαννακόπουλου ( η αδερφή τους ίσως;) έμενε σε πολυτελές ρετιρέ της λεωφόρου Αλεξάνδρας και υπήρχε γενικώς η φήμη, ότι κυκλοφορούσαν συχνά στην περιοχή και ο Παύλος και ο Θανάσης Γιαννακόπουλος. (Τον Κώστα Γιαννακόπουλο και να τον βλέπαμε δε θα τον γνωρίζαμε έτσι κι αλλιώς).

Επανέρχομαι στην ιστορία και ειδικά στο σημείο που συνομιλούσα με την παρέα μου. Όπως καθόμουν με πλάτη γυρισμένη στην Πατησίων, βλέπω το φιλαράκι που στεκόταν απέναντί μου, πρώτα να γουρλώνει τα μάτια και μετά να σηκώνει το χέρι χαιρετώντας κάποιο αυτοκίνητο, φωνάζοντας χαμογελαστός: “Γειά σου ρε Πρόεδρε, τρέλανέ μας Παυλάρα...” Στο άκουσμα της λέξης “Παυλάρα” δύο πράγματα συνέβησαν. Πρώτον πετάχτηκα όρθιος από το παπί σαν να με χτύπησε ρεύμα και δεύτερον άκουσα απότομο φρενάρισμα ακριβώς πίσω από την πλάτη μου και λίγο αριστερότερα. Γυρίζω το βλέμμα μου στην Πατησίων και αντικρύζω ένα από εκείνα τα μεγάλα μοντέλα της Mercedes που υποδηλώνουν ότι ο ιδιοκτήτης έχει πολλά λεφτά αλλά και ισχυρή δόση συντηρητισμού, ώστε να διαλέξει κάποιο άλλο πιο ελκυστικό αυτοκίνητο. Στο αυτοκίνητο επιβαίνει μόνο ο οδηγός, ο οποίος μάλιστα ανοίγει την πόρτα και βγαίνει έξω χωρίς να ξεπερνάει πολύ σε μπόι τον ουρανό του αυτοκινήτου. Περνάει μπροστά από το καπό κι έρχεται προς το μέρος μας. Είναι ο Παύλος Γιαννακόπουλος αυτοπροσώπως χωρίς σωματοφύλακα και χωρίς οδηγό! Πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω ο απέναντί μου συνεχίζει “Πάμε γερά Παύλο, φέτος θα τα σηκώσουμε όλα με την ομαδάρα”. 

Ο Παύλος με ύφος παρεξηγημένο και αγανάκτηση στα μάτια του -νόμιζα θα μας βάλει χέρι που του μιλάμε στον ενικό ή που τον φωνάξαμε μέσα στη μέση της Πατησίων- απαντά: “Τι άλλο να κάνω ρε παιδιά, ποιόν άλλο να φέρω; Μέχρι τον Γκάλη έφερα στον Παναθηναικό μας”. Από το σημείο αυτό και μετά εκτυλίχτηκε η πιο σουρεάλ μπασκετική συζήτηση ανάμεσα στον Παύλο Γιαννακόπουλο και τον φίλο μου, ενώ εγώ με δεμένη τη γλώσσα κι έναν κόμπο στο λαιμό αδυνατούσα να αρθρώσω λέξη. 

Όλα αυτά διήρκεσαν όχι πάνω από δυο τρία λεπτά και μετά όπως μας πλησίασε, έτσι απομακρύνθηκε επιστρέφοντας στο πολυτελές του αυτοκίνητο. Πριν μπει μέσα, ο φίλος μου του φώναξε κάτι που δε θα ξεχάσω ποτέ, γιατί θα μπορούσα να το έχω φωνάξει κι εγώ: “Σ' αγαπάμε Παύλο, μόνο τον Ιωαννίδη μη μας φέρεις ποτέ, ακούς;” Ο Παύλος Γιαννακόπουλος έκανε μια χειρονομία του τύπου “άσε μας μωρέ κι εσύ” κι άνοιξε την πόρτα της Mercedes. Δευτερόλεπτα πριν μπει μέσα τέντωσε λίγο τον λαιμό του και μας ρώτησε “Εσείς παιδιά τι κάνετε εδώ, σπουδάζετε σε καμιά σχολή εδώ γύρω;” “Μάλιστα” του απαντάω εγώ φουλ ψαρωμένος.

 “Τί σπουδάζετε;” ξαναρωτάει... “Οπερατέρ” του απαντάω εγώ, “μοντέρ” του απαντάει ο διπλανός μου, “graphic designer” του απαντάει ο τρίτος... Μας κοίταξε με τη γνήσια απορία του μεγάλου σε ηλικία θείου μας, που δεν καταλαβαίνει γιατί δεν πάμε να βρούμε μια κανονική δουλειά, έκανε μια γκριμάτσα μεταξύ ενόχλησης κι αποδοκιμασίας και μπήκε στο αυτοκίνητο. Κατέβασε το τζάμι του συνοδηγού και μας φώναξε, “Καλή πρόοδο, να έρχεστε στο γήπεδο, τον Παναθηναϊκό και τα μάτια σας ! ”

Νομίζω η έκφραση “έμεινα μαλάκας” εφευρέθηκε εξαιτίας μου εκείνο το βράδυ και θα μπορούσε να έχει τη φωτογραφία μου σε αυτό το λήμμα στο λεξικό της ελληνικής αργκό. Η μόνη selfie που θα ήθελα διακαώς να έχω από τη ζωή μου δεν υπάρχει, γιατί το 1994 οι έννοιες selfie, smartphone κλπ ήταν απλά ανύπαρκτες. Ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες βιομηχάνους και πιο ισχυρούς επιχειρηματίες της χώρας ήταν τόσο αρρωστάκι με τον Παναθηναϊκό μας, που σταμάτησε στη μέση της Πατησίων να σχολιάσει τα της ομάδας με μερικούς πιτσιρικάδες που βρέθηκαν στο δρόμο του.

Έγραψα τις προάλλες, ότι για μένα είναι ο μεγαλύτερος πράσινος σταρ. Θεωρώ ότι είναι γελοίο να επιχειρηματολογήσω επ' αυτού. Αντί άλλων επιχειρημάτων θα παραθέσω μόνο ονόματα : Έντγκαρ Τζόουνς, Αντόνιο Ντέιβις, Νίκος Γκάλης, Παναγιώτης Γιαννάκης, Φάνης, Κόρφας, Παταβούκας, Αλβέρτης , Οικονόμου, Μυριούνης, Κόμαζετς, Βολκόφ, Βράνκοβιτς, Ντομινίκ Ουίλκινς, Μποντιρόγκα, Τζεντίλε, Κουτλουάι, Ράτζα, Ρέμπρατσα, Μπάιρον Σκοτ, Τομάσεβιτς, Κάτας, Πέκοβιτς, Γιασκεβίτσιους, Σισκάουσκας, Μπατίστ, Φώτσης, Λάζαρος, Χατζηβρέττας, Τσαρτσαρής, Ντικούδης, Σπανούλης, Διαμαντίδης και φυσικά Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς... Μια φημολογούμενη πρόταση στον Πάτρικ Γιούινγκ, μια κλεισμένη τιτανοτεράστια μεταγραφή του “Μότσαρτ” που δε χαρήκαμε ποτέ, μια ερώτηση στον εμβρόντητο Ρίτσαρντ Ντούξαιρ για το αν θέλει να γίνει πρόταση στον Μάτζικ Τζόνσον και μια ερώτηση στον Ζοτς, αν θέλει τον Κέβιν Γκαρνέτ την περίοδο του λοκ άουτ. Ο ίδιος κάποτε ρωτήθηκε ποια μεταγραφή ξεχωρίζει κι απάντησε, ότι πιο έντονα αισθάνθηκε τη βραδιά που “έκλεισε” τον Γκάλη.

13 πρωταθλήματα Ελλάδας, 9 κύπελλα, 6 ευρωπαϊκά, 1 διηπειρωτικό όλα τα “βούτηξε” από τα χέρια των αρχηγών της ομάδας και πήγαινε να τα σηκώσει μπροστά στο πέταλο. Όταν μιλούσε για τον Παναθηναϊκό, κόμπιαζε και τραύλιζε αυτός, που διαπραγματευόταν από την Ιαπωνία έως την Αμερική, για να γιγαντώσει τις επιχειρήσεις του. Και στην περσινή γιορτή και στη φετινή, με γουρλωμένα υγρά μάτια απέναντι σε κάμερες και φωτογράφους να κοιτάει σχεδόν σαστισμένος. 

Άλλοι ίσως αποδίδουν αυτό το σάστισμα στην προχωρημένη πια ηλικία και στην εύθραυστη πλέον υγεία του. Να σας πω κάτι; Θέλω να πιστεύω ότι σαστίζει κι ο ίδιος, όταν κοιτάζει αυτό που έχτισε. Και σαστίζει επίσης, όταν νιώθει το σεβασμό και την αγάπη όλου αυτού του κόσμου. Όσο ο ίδιος λάτρεψε αυτό το σύλλογο με το τριφύλλι, τόσο εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου λάτρεψαν αυτόν, τον πιο φανατικό φίλαθλο και οπαδό του τριφυλλιού, τον απόλυτο πράσινο μύθο, τον Παύλο του Παναθηναϊκού...

Υ.Γ. Παύλο Θεέ, ε ρε και να είχες πάρει και την ΠΑΕ...

Best of internet