Τα ανεξόφλητα γραμμάτια μίας δεκαετίας και το απωθημένο των Σέρβων

Τάλιρο, δεκάρικο και πάλι τάλιρο

O Nίκος Παπαδογιάννης αφηγείται τις λεπτομέρειες που έκαναν το Βελιγράδι ακόμα πιο απολαυστικό.  

Τάλιρο, δεκάρικο και πάλι τάλιρο

Οσο οι αποτυχίες συσσωρεύονταν και οι μελαγχολικοί περίπατοι σε πόλεις που η Εθνική είχε εγκαταλείψει προ πολλού πολλαπλασιάζονταν, εγώ σκεφτόμουν το Βελιγράδι. Στην Αττάλεια, στη Στοκχόλμη, στη Ντιζόν, εγώ σκεφτόμουν, ξεφυσώντας από σκασίλα, το Βελιγράδι.

Όχι ως εφαλτήριο αντεπίθεσης, όχι. Aυτό έμοιαζε ακόμη με σενάριο διεστραμμένης επιστημονικής φαντασίας. Το σκεφτόμουν με τρόμο, ως τόπο μαθηματικά βέβαιου και αναπόφευκτου μαρτυρίου.

Φοβόμουν ότι στο Βελιγράδι οι Σέρβοι θα έβγαζαν πάνω μας το άχτι τους. Το άχτι τους, για την ιαχή που είχε γίνει τραύμα στο θυμικό τους. Το «Λιέ-του-βα, Λιέ-του-βα» της Αθήνας, από τα χείλη των …ορθόδοξων αδελφών.

Δεν μας το συγχωρούσαν με τίποτε και δεν μας το συγχωρούν ακόμη. Τα περί «αθλητικής φιλίας» ανάμεσα στους δύο λαούς μπορεί να μην είναι ακριβώς μύθος (αφού άλλωστε τα συντηρούν οι ένθεν κακείθαν κόκκινοι και μαύροι χούλιγκανς), αλλά συνοδεύονται από έναν πελώριο αστερίσκο.

Το ακούγαμε συνεχώς, εκείνες τις μέρες στο Βελιγράδι. Στα μπαρ, στα ταξί, στον δρόμο. «Σας ευχόμαστε καλή τύχη στον τελικό, αλλά δεν ξεχνάμε». Η λέξη κλειδί στη φράση ήταν το «αλλά». Εκεί άλλαζε η φωνή τους και σκοτείνιαζε το βλέμμα τους.

Φοβόμουν, όπως σας είπα, το Βελιγράδι. Πίστευα ότι μία πιθανή αναμέτρηση Σερβίας-Ελλάδας στο Ευρωμπάσκετ του 2005 θα εξελισσόταν σε Βατερλώ από το οποίο η Εθνική μας θα αργούσε πολύ να συνέλθει.

Ότι θα χάναμε με 50 πόντους διαφορά και ότι θα μας τσαλαπατούσαν στο παρκέ σαν να ήμασταν κατσαρίδες. Ότι θα γελούσαν μέσα στα μούτρα μας, όπως έκαναν ξανά και ξανά τα χρόνια που προηγήθηκαν, ακόμα και μέσα στο δικό μας σπίτι (1995, 1998).

Ότι θα ερχόταν πάλι στο τέλος εκείνος ο Ράσκοβιτς, να μας πει ότι «σας κάναμε τον κώλο τάλιρο-δεκάρικο», όπως στον ημιτελικό του ’97 στη Βαρκελώνη. Ότι θα άνοιγε ένα καινούριο κεφάλαιο καταδυνάστευσης, σαν εκείνο που ξεκίνησε το 1988 και κράτησε μία δεκαετία, σαν ανεξόφλητο γραμμάτια από το χρυσό Ευρωμπάσκετ της Αθήνας.

«Δεν φτάνουν όσα τραβάμε τόσα χρόνια, πρέπει τώρα να πάμε να παίξουμε και στο Βελιγράδι», λέγαμε στην παρέα. Και ξορκίζαμε το κακό με γεμάτες γουλιές σερβικής ράκια. «Θα χάσουμε με κανένα 117-65 και θα μας γίνει ο πισινός πενηντάρικο-κατοστάρικο για είκοσι χρόνια…».

Ο καιρός των «-ιτς» δεν είχε μόνο οδυνηρές ήττες. Το timeline του γράφτηκε με ευνοιοκρατία, αδικίες, μικρά και μεγαλύτερα σκάνδαλα, γκρίζες ζώνες και γκρίζα σφυρίγματα. Και δεν ήταν δα η -ισχυρή- Ελλάδα μοναδικό θύμα.

Η ξεδιάντροπη κλοπή του τελικού του 2002 στην Ιντιανάπολις, με θύτη δυστυχώς έναν Έλληνα διαιτητή (τον Νίκο Πιτσίλκα) παραμένει και σήμερα, μιάμισυ δεκαετία μετά, στίγμα στα χρονικά της FIBA και ανοιχτή πληγή στο κορμί των Αργεντινών. 

Το «Λιέ-του-βα, Λιέ-του-βα» της Αθήνας τη στιγμή που ακουγόταν ο γιουγκοσλαβικός εθνικός ύμνος μπορεί να είναι αποτελεί μαύρη στιγμή στο βιογραφικό του Έλληνα φιλάθλου, αλλά ήταν και αυθόρμητη εκδήλωση υποστήριξης στον άμοιρο χειρουργημένο.

Το μοναδικό στοιχείο που έμενε αναλλοίωτο όλα αυτά τα χρόνια ήταν η ταυτότητα του ευνοημένου. Και το σαρδόνιο χαμόγελο του Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς στα θεωρεία των επισήμων.

Η νίκη της Εθνικής μας επί των Σέρβων στη Στοκχόλμη, στον αγώνα για την 5η θέση του Ευρωμπάσκετ 2003, ήταν ένα πρώτο ευοίωνο σημάδι. Η αποτυχία του Ομπράντοβιτς και των παικτών του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, όπου η ελληνική ομάδα κήρυξε αντεπίθεση, ένα δεύτερο.

Αλλά το φλογισμένο Βελιγράδι έμοιαζε ακόμη με μπαμπούλα. Οι Σέρβοι είχαν αποτύχει στην Αθήνα, ωστόσο έφεραν τον τίτλο -ψευδεπίγραφο έστω- των πρωταθλητών Κόσμου από το 2002. Και είχαν και το πλεονέκτημα της έδρας για πανίσχυρο σύμμαχο. «Εάν πέσουμε πάνω τους σε κανέναν προημιτελικό, αντίο ζωή», λέγαμε.

Όταν φτάσαμε στο αεροδρόμιο Σουρσίν, το βρήκαμε στολισμένο με γιγάντια πανό που χαιρέτιζαν τους επίδοξους πρωταθλητές Ευρώπης του 2005. Τέτοια υπήρχαν παντού στο Βελιγράδι, αλλά και στο Νόβι Σαντ, όπου ήταν να διεξαχθεί ο Όμιλος των Σερβομαυροβούνιων.

Τα φωτογραφίσαμε για μελλοντική χρήση και είπαμε στον εαυτό μας ότι και το ασημένιο μετάλλιο θα μας ερχόταν κουτί. Ή και το χάλκινο. Αρκεί να γλιτώναμε τον διασυρμό και τον διαμελισμό.

Και τότε, έγινε ένα θαύμα. Εμφανίστηκαν στο προσκήνιο οι καλύτεροι φίλοι της Ελλάδας. Οι Γάλλοι.

Οι ίδιοι Γάλλοι που έμελλε να γίνουν λαμπερά θύματα στον αλησμόνητο ημιτελικό της 24ης Σεπτεμβρίου φρόντισαν νωρίτερα να αποκλείσουν τους οικοδεσπότες από τα προημιτελικά και να βυθίσουν το σερβικό μπάσκετ σε νέο κύκλο εσωστρέφειας. Πόσο γελάσαμε εκείνο το βράδυ!

Κηδεία με ξένα κόλλυβα, θα πείτε. Ναι, αλλά λίγες μέρες αργότερα μαγειρέψαμε εμείς, όχι κόλλυβα αλλά φιλέτο, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει.

Το πρωτόκολλο των διοργανωτών ήθελε την απονομή να περνάει από τα χέρια των εμβληματικών άσων της χώρας: Ντίβατς, Τζόρτζεβιτς, Πάσπαλι, Σάβιτς, Ντανίλοβιτς, αυτούς θυμάμαι τώρα. Πίστευα ότι θα γίνονταν άφαντοι, αλλά όχι, το πατατράκ τους άφησε απτόητους.

Τους θυμάμαι να εμφανίζονται μουτρωμένοι στη «Μπεογκράντσκα», λίγες ώρες πριν μαζευτούν στο εστιατόριο «Que Pasa?» του Σάλε για σύσκεψη κορυφής, δέκα μέτρα μακριά από εμάς που πανηγυρίζαμε σημαιοστολισμένοι. Ο Ζάρκο σηκώθηκε να μας χαιρετήσει, οι άλλοι δεν καταδέχθηκαν. Δεν μας ένοιαζε καθόλου.

Άλλωστε δεν μας είχε μείνει φωνή ούτε για να πούμε «thanks». Την είχαμε χάσει το προηγούμενο βράδυ όχι μόνο στο γήπεδο, αλλά και στο μπαρ «Republika» όπου πίναμε και χορεύαμε όλη νύχτα, τραγουδώντας Metallica και Rammstein.

Ο εφιάλτης είχε μετατραπεί σε γλυκό όνειρο. Η Ελλάδα όχι μόνο κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο μέσα στο Βελιγράδι, αλλά χειροκροτήθηκε και από 10.000 αποσβολωμένους Σέρβους. Εάν είχαμε νικήσει τη δική τους ομάδα στον τελικό (ή στον ημιτελικό ή στον προημιτελικό), το σενάριο θα άγγιζε τα όρια του οργασμικού.

Αυτό, όμως, έμελλε να περιμένει μέχρι το 2007, στη Γρανάδα, όπου η Εθνική έστειλε τους Σέρβους για πρόωρη απόσυρση και τους άφησε να διαμαρτύρονται για τη διαιτησία. Δεν νομίζω ότι έχω ξεκαρδιστεί στη ζωή μου τόσο, όσο όταν πρωτάκουσα το ξέσπασμα του καρατέκα Μίλιτσιτς.

Τώρα που έδυσε το άστρο των Ελλήνων κολοσσών, οι Σέρβοι επέστρεψαν και μας καβάλησαν ξανά, όπως ήταν νομοτελειακά βέβαιο. Αλλά εμείς θα έχουμε πάντοτε το Βελιγράδι.

100_1655_2.jpg

O Σάσα Τζόρτζεβιτς και ο Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς πριν την απονομή

000_0056.jpg

Ο Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς στο Βελιγράδι

100_1673.jpg

Στο "Que Pasa?", δέκα μέτρα πιο κει από τη σύσκεψη κορυφής των Σέρβων

Best of internet