Ο «μαγικός αυλός» του Γιάννη!

O Γιάννης Καλαμπόκης κατέβηκε από τη σκηνή και ο Βασίλης Σκουντής του αφιερώνει έναν οφειλόμενο εγκάρδιο αποχαιρετισμό…  

Ναι, δεν θα του γίνουν παράτες και αφιερώματα και …tributes σαν αυτά που απολαμβάνει ως ένδοξος ξωμάχος του μπάσκετ ο Διαμαντίδης...

Ούτε θα τον τιμήσει η Ευρωλίγκα...

Ούτε θα σκαρώσει κανείς καμιά ταινία για πάρτη του...

Αλλά, στον αντίποδα όλων αυτών, λέω πως όπως το έπραξε πρώτος ο Ντέηβιντ Μπλατ για τον Νίκο Ζήση και τον ακολούθησε αργότερα ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς για τον Δημήτρη Διαμαντίδη, κάποιος κερατάς από τους προπονητές που είχε αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια στα οποία διακόνησε την πορτοκαλί μπάλα, μπορεί σήμερα να βγει και να τους κοπιάρει, επιδαψιλεύοντας του το ίδιο κομπλιμέντο...

Θα ήθελα ο γιος μου να γίνει σαν τον Καλαμπόκη!

Σαν τον Καλαμπόκη που βαδίζοντας στα χνάρια του Διαμαντίδη, του Χαραλαμπίδη, του Αγγελόπουλου, του Δέδα, του…Κόμπε Μπράιαντ κοκ μοιάζει βγαλμένος από ένα καλούπι που έβγαλε ό,τι έβγαλε και ύστερα αποσύρθηκε από την κυκλοφορία!

Δεν πουλάει βεβαίως ο Γιάννης: δεν πουλάει ως όνομα, αλλά δεν πουλάει κιόλας φύκια για μεταξωτές κορδέλες!

Πουλάει σε τιμή κόστους, όμως, αυτό που ήταν κι όχι αυτό που θα μπορούσε να επιδιώξει και να ματαιοπονεί να γίνει, κυνηγώντας κι ελόγου του, σαν τον Δον Κιχώτη, τους ανεμόμυλους!

Ο Γιάννης, τον οποίο σήμερα αποχαιρετώ ως εν ενεργεία παίκτη, έγινε αυτός που ήθελε και έπρεπε να γίνει: για να βάλω και μια τρίτη διάσταση, δεν ξέρω εάν έγινε κιόλας αυτός που θα μπορούσε να γίνει, αλλά πλέον μια τέτοια κουβέντα δεν έχει κανένα νόημα.

Αυτός ήταν, αυτός έμεινε, αυτός ο ίδιος φεύγει, αυτόν τον ίδιο θέλω, τον παρακαλώ και του εύχομαι εκ βάθους καρδίας, να μείνει σε όποιο μετερίζι (πέραν του προεδρικού θώκου του ΠΣΑΚ) αποφασίσει να σταθεί στην επόμενη μέρα του βίου του...

Τον Γιάννη που εδώ και λίγες ώρες βγήκε στη σύνταξη, τερματίζοντας ευδοκίμως μια τίμια, αξιοπρεπή και όχι ευκαταφρόνητη καριέρα (σε έντεκα ομάδες και στην Εθνική με ένα χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 2009, όταν δεν είχε βρει ακόμη στέγη για την επόμενη σεζόν και αυτοσαρκαζόταν ως «ο φτωχός Μπασινάς του μπάσκετ») τον θυμάμαι από τα μικράτα του..

Όχι βεβαίως στους Νέους Παλατιανής από τους οποίους (και από τη Β' κατηγορία ΕΣΚΑ) άρχισε να τροχοδρομεί στα γήπεδα , αλλά σε εκείνη την υπέροχη… συμμορία του Παλαιού Φαλήρου, την οποία ως πρώτος σκόρερ και ως ένας παίκτης με εξαιρετικά αθλητικά προσόντα, οδήγησε στην Α1. Ναι στην Α1, που ωστόσο εξελίχθηκε όπως οι… αντικατοπτρισμοί στη Σαχάρα, διότι το κακό το ριζικό της δεν της επέτρεψε να δώσει σάρκα και οστά σε αυτό το όνειρο, που ακόμη στοιχειώνει όλους όσοι δεν αξιώθηκαν να το ζήσουν σε κάποια άλλη ομάδα.

Θεωρώ ολωσδιόλου περιττό να αναλωθώ με τα βιογραφικά στοιχεία, το δρομολόγιο, τις συμμετοχές, τους πόντους και τα τοιαύτα. Περισσότερο από τον εξαιρετικό μπασκετμπολίστα, εγώ λυπάμαι που φεύγει από την πρώτη γραμμή ο σπουδαίος άνθρωπος...

Λυπάμαι επειδή σταματάει ο Καλαμπόκης, αλλά θλίβομαι διότι αποσύρεται ο Γιάννης...

Για να μην παρεξηγηθώ και να μη νομίζει ο καθένας ότι σώνει και καλά θέλω να του βάλω ένα φωτοστέφανο, ο Γιάννης δεν είναι ούτε συγγενής μου, ούτε κολλητός μου, αλλά ένας άνθρωπος που τον γνώρισα λόγω δουλειάς και εκτίμησα πολύ την πνευματική συγκρότηση, την προσωπικότητα, την αντίληψη, τη νοοτροπία, την τιμιότητα, το ήθος και την κουλτούρα του: μια κουλτούρα που δεν προέρχεται σώνει και καλά από πανεπιστημιακή μόρφωση και εγκύκλιες σπουδές, αλλά από το περιβάλλον και τις προσλαμβάνουσες του...

Χαριτολογώντας, αλλά όχι και χωρίς λόγο, τον θεωρώ και τον αποκαλώ συνάδελφο, καθότι μεγάλωσε μέσα στις εφημερίδες: όχι ως εκκολαπτόμενος δημοσιογράφος, αλλά ως υπάλληλος σε πρακτορείο Τύπου, ο οποίος μάλιστα (ενώ αγωνιζόταν στην Α2) ξύπναγε τα χαράματα για να μοιράσει τις εφημερίδες στα περίπτερα και στα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς του!

Κατ' αυτό τον θεωρώ συνάδελφο, όχι κατά τη μουσική παιδεία του (καθότι έπαιζε πιάνο), ούτε κατά την μπασκετοσύνη του...

Όλα αυτά τα χρόνια τον παρακολουθούσα πάντοτε με ιδιαίτερη προσοχή και χαιρόμουν για τις επιτυχίες ενός ανθρώπου που δεν ξέφυγε ποτέ από το στερεότυπο του παιδιού της διπλανής πόρτας. Έτυχε κιόλας μερικές φορές (είτε στην Αθήνα, είτε στο Ρέθυμνο) να βρεθούμε πιο κοντά σε κοινωνικό επίπεδο και μέσα από αυτή την παρέα, είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα και να τον αγαπήσω περισσότερο...

Δεν ήμουν ο μόνος που τον αγάπησε, εάν κρίνω από την... ερωτική εξομολόγηση που του έκανε μπροστά στα μάτια και στ' αυτιά μου στις 29 του περασμένου Μαίου, όταν βρεθήκαμε και οι τρεις μαζί, σε μια σχολική εκδήλωση, ο Σάσα Τζόρτζεβιτς!

“Τώρα πια δεν έχει καμιά σημασία, αλλά πρέπει να σου εκμυστηρευθώ ότι σε ήθελα στον Παναθηναϊκό και πιστεύω ότι θα μας βοηθούσες σε πολλά επίπεδα” του είπε ο “Σάλε” και ύστερα τον πήρε αλά μπρατσέτα και έπαιξαν μονό με γονείς και καθηγητές , φορώντας μάλιστα τα τζιν παντελόνια τους!

Η κουλτούρα, η νοοτροπία και το πνεύμα του Γιάννη θαρρώ πως πρέπει να αποτελούν σηματωρό για τη νέα γενιά του μπάσκετ, όπως επίσης η επιμονή και το πείσμα του, που επιβραβεύθηκαν περισσότερο ηθικά, παρά υλικά, με αποκορύφωμα την παρουσία του στην Εθνική ομάδα, στο στοιχειωμένο (από πλευράς κατάκτησης του τελευταίου μεταλλίου) Ευρωμπάσκετ του 2009.

Επιβραβεύθηκαν, διότι τότε ο Γιάννης ήταν 31 ετών και όπως σχολίασε σε μια σημερινή συγκινητική ανάρτηση του στο Facebook o (προπονητής του στο Παλαιό Φάληρο Κώστας Σορώτος, ο οποίος τον στέγασε κιόλας στις τελευταίες προπονήσεις του στον Παπάγου), “τότε βουρκώσαμε όλοι από τη συγκίνηση”.

Μιας και το ‘φερε νωρίτερα η κουβέντα στις πρότερες και παράλληλες ενασχολήσεις του, μικρός ο Γιάννης αποφάσισε να βαδίσει στα χνάρια του κατά έξι χρόνια μεγαλύτερου αδερφού του (επαγγελματία μουσικού) Μιχάλη και ήθελε να γίνει πιανίστας.

«Με γοήτευαν η μελωδικότητα του Μότσαρτ και η εγκεφαλικότητα του Μπαχ» μου είχε εκμυστηρευθεί σε μια συνέντευξη, στις 3 Νοεμβρίου του 2005, ξετυλίγοντας το κουβάρι της μουσικής παιδείας του και της επταετούς φοίτησης του στο Εθνικό Ωδείο.

Τότε η ζωή του Γιάννη δεν οριζόταν από την πορτοκαλί μπάλα του μπάσκετ, αλλά από το κλειδοκύμβαλο του. Επαιζε, στην κυριολεξία, στα δάχτυλα τους «Γάμους του Φίγκαρο», τον «Μαγικό Αυλό» και το «Ορατόριο των Χριστουγέννων», ενώ την ίδια εποχή λάτρεψε τον Ντιέγκο Μαραντόνα και γι αυτό φορούσε το «Νο 10» στη φανέλα του…

Το 1996 κατάλαβε ότι το μπάσκετ θα μπορούσε να του προσφέρει ένα καλό χαρτζιλίκι: τότε οργίαζε στο πρωτάθλημα της ΕΣΚΑ και οι Νέοι Παλατιανής για να τον ανταμείψουν του έδωσαν εξήντα χιλιάδες δραχμές για τα έξοδα του στην πενθήμερη σχολική εκδρομή στην Κρήτη!

Την ίδια εποχή του έβγαλαν μισθό 30.000 δραχμών που τα ξόδεψε σε ένα βράδυ κερνώντας όλους τους φίλους του μια ταβέρνα, «αφού φάγαμε ακόμη κατ τα… κουφώματα»!

Το καλοκαίρι του ’98 που μετακόμισε στο Παλαιό Φάληρο είδε την αμοιβή του να πενταπλασιάζεται, αλλά και εκείνος ο πρώτος μισθός δεν έμεινε για πολύ στην τσέπη του, καθώς αγόρασε ένα παπάκι για να μετακινείται!

Έχει κάνει διάφορες δουλειές και όνειρα στη ζωή του ο «John Corn». Έχει κάνει επίσης τρέλες και… αλητείες, όπως τότε που την κοπάνησε μαζί με την παρέα του για διακοπές και άφησε στους γονείς του ένα σημείωμα πάνω στο ψυγείο!

Ο άνθρωπος που θα γινόταν πιανίστας η βοτανολόγος κατέληξε μπασκετμπολίστας και δεν το μετάνιωσε. Α, ναι, αυτό περί της βοτανολογίας είναι από άλλο, αλλά δικό του, ανέκδοτο, διότι ανέκαθεν του άρεσαν τα λουλούδια και τα φυτά και είναι φυσιολάτρης! Όταν τέλειωσε το Λύκειο γράφτηκε σε ένα ΙΕΚ για να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων, αλλά δεν ενθουσιάστηκε και τα παράτησε.

Τη χρονιά που το Παλαιό Φάληρο διέπρεπε στην Α2 και ανέβηκε (αλλά δεν έπαιξε) στην Α1, όλη η ομάδα ήταν απλήρωτη και τότε ο Γιάννης αποφάσισε να δοκιμάσει τα όρια και τις αντοχές του. Έπιασε δουλειά σε ένα πρακτορείο Τύπου στον Βύρωνα, με οκτάωρη βάρβαρη βάρδια (από τις 02.30 έως τις 10.30 το πρωί), στη διάρκεια της οποίας ως τίμιος βιοπαλαιστής έκανε δέματα τις εφημερίδες, τις κουβάλαγε στα φορτηγά και όταν σχόλαγε έριχνε έναν υπνάκο και κατηφόριζε στο Ρέστειο για την προπόνηση!

Η μάλλον (κατηφόριζε στο Ρέστειο) για τα βασανιστήρια του Σορώτου! Στην κορύφωση αυτού του… μαρτυρίου, σε έναν αγώνα με τη Χαλκίδα στην Κάνηθο, επιστρέφοντας στην άμυνα πέρασε μπροστά από τον πάγκο της ομάδας του και έκπληκτος είδε την μπουνιά του Σορώτου να αστράφτει στη μούρη του!

«Πάρ’ την για να ξυπνήσεις» του φώναξε ο Κώστας και ο Γιάννης κοκκίνισε όχι από την… μπάφλα, αλλά από ντροπή, διότι έτυχε εκείνο το απόγευμα να βρίσκεται για πρώτη φορά στο γήπεδο η μητέρα του!

Ο άνθρωπος που μικρός γοητευόταν από τον μύθο του Ελ Σιντ, την αυτοκυριαρχία του Μάικλ Τζόρνταν και την εσωτερική γαλήνη που (υποστήριζε ότι) έβρισκε μέσα στο γήπεδο ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν μένει πια εδώ: αποσύρθηκε σήμερα το πρωί, χωρίς βαβούρα και φανφάρες και χωρίς κατεβατά σε αποχαιρετιστήριες επιστολές που είναι κιόλας της μόδας…

Του ήταν αρκετό ένα μικρό ενημερωτικό τιτίβισμα…

Αυτό το βιολογικώς και νομοτελειακώς αναπόφευκτο «αντίο» ο Γιάννης θα μπορούσε να το έχει πει από πέρυσι, αλλά του «έκατσε» η περίπτωση της ΑΕΚ. Θα μπορούσε επίσης να το πει τον Ιούνιο, με το που ολοκληρώθηκε η σεζόν, αλλά το ανέβαλε λόγω του καλοκαιριού και τις τελευταίες μέρες, ενώ η απόφαση του ήταν ειλημμένη, ξαφνικά άρχισε να δέχεται προτάσεις και να… διαολίζεται!

Πριν από λίγα λεπτά που μιλήσαμε τον ρώτησα πώς αισθάνεται. «Περίεργα» μου απάντησε. «Περίεργα διότι αλλάζει άρδην το σενάριο της ζωής μου και μάλιστα με άτσαλο τρόπο, διότι το είχα αμελήσει και σήμερα το πρωί που το ανακοίνωσα ένιωσα κάπως»…

Παρεμπιπτόντως κάπως ένιωσα κι εγώ στις αρχές Ιουνίου όταν ενώ τον είχα προσκαλέσει στην εκπομπή «Pick N’ Roll» στον ΟΤΕ TV και βεβαίως είχε απαντήσει καταφατικά, τον γείωσα και μάλιστα δυο φορές, διότι την πρώτη φορά ήρθε στο στούντιο ο Βασίλης Σπανούλης και τη δεύτερη ο Μάκης Αγγελόπουλος. ..

Του τηλεφώνησα για να τον ενημερώσω και να του ζητήσω συγνώμη και θυμάμαι επί λέξι την απάντηση του. «Ρε Βασίλη σοβαρολογείς; Κι εγώ στη θέση σου θα προτιμούσα να έχω τον Σπανούλη και τον Αγγελόπουλο από τον Καλαμπόκη»!

ΥΓ-1: Γιάννη δεσμεύομαι εγγράφως ότι δεν θα τριτώσει το κακό, καλά να ‘μαστε στην εκκίνηση της νέας σεζόν…

ΥΓ-2: Στη σημερινή επικοινωνία μας του ζήτησα να συμπυκνώσει όλη τη ζωή του στα γήπεδα σε μια φράση. Μου ζήτησε ένα λεπτό για να το σκεφτεί να μου απαντήσει. Στο μισό λεπτό, βάρεσε ο ήχος του sms στο κινητό μου με το μήνυμα του: «Τελικά δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι. Τι λες;» Του απάντησα ότι αυτός θα πρέπει να είναι και ο τίτλος στην αυτοβιογραφία του και τον ευχαρίστησα. Όχι για το χατίρι που μου έκανε, αλλά για την αφοσίωση του σε αυτό που τελικά δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι και το έπαιξε μαζί μας όλα αυτά τα χρόνια… 

Best of internet