Ο Παναγιώτης Φασούλας και ο καιρός των ζητιάνων

«Εγώ δεν είμαι ντεσπεράντο»

Ο Νίκος Παπαδογιάννης ξεψαχνίζει το αρχείο του και συναντά ξανά τον ασυμβίβαστο Παναγιώτη Φασούλα του 1991.

«Εγώ δεν είμαι ντεσπεράντο»

H φανέλα του Παναγιώτη Φασούλα βρίσκεται από χθες στο Hall of Fame της FIBA, δίπλα σε εκείνες του Νίκου Γκάλη και πολλών άλλων κολοσσών του παγκόσμιου, εκτός ΝΒΑ, μπάσκετ. Αργά ή γρήγορα θα προστεθεί στη συλλογή η στολή του Παναγιώτη Γιαννάκη, του Φάνη Χριστοδούλου και, αργότερα, του Παπαλουκά, του Διαμαντίδη, του Σπανούλη.

Ο Φασούλας της Εθνικής ομάδας, του ΠΑΟΚ, του Ολυμπιακού (με αυτή τη σειρά παρακαλώ). Ο Φασούλας που, προσαρμόζοντας την κοσμοθεωρία του Γκάλη σε έναν sui generis, βαλκανικό και ηφαιστειώδη γνώμονα, τοποθέτησε την προσωπική του γαλήνη και ευμάρεια πιο ψηλά από σημαίες και από ταμπούρλα. "Εγώ δεν είμαι ντεσπεράντο", συνήθιζε να λέει.

Πρώτος απ'όλους, εισήγαγε την έννοια "ευ ζην" στο αθλητικό μας γίγνεσθαι. "Ο σύλλογος είναι για το ζην και η Εθνική για το ευ ζην", είπε κάποτε.

Ο Φασούλας δεν έπαιξε μπάσκετ για το μεγαλείο του ΠΑΟΚ ή του Ολυμπιακού. Έπαιξε μπάσκετ για τον Παναγιώτη. Ο Γιαννάκης αισθανόταν καλά όταν έπαιζε καλά. Ο Φασούλας έπαιζε καλά όταν αισθανόταν καλά.

Εάν έπρεπε να διαλέξω ένα προσωπικό του τσιτάτο -από τα πολλά- για να στολίσω τη φανέλα του στο Hall Of Fame, θα επέλεγα αυτό: "Ιερός και όσιος είναι μόνο ο εαυτός μας". Αμήν. Ιδίως στην εποχή των κρεμασμένων από το ταβάνι δελτίων, αυτό είναι το σωστό.

Ο Φασούλας υπήρξε και πιονιέρος του συνδικαλιστικού κινήματος των καλαθοσφαιριστών, με πρωταρχική κατάκτηση την καθιέρωση των  επαγγελματικών συμβολαίων. Οι συνάδελφοί του του οφείλουν φασουλόσημο.

Ο ίδιος κατέκτησε την ελευθερία του με προσφυγή στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, αφού ο ΠΑΟΚ του όφειλε (εν έτει 1993) περίπου 115 εκατομύρια δραχμές, σχεδόν 340.000 ευρώ με την αρχική ισοτιμία.

Μολονότι δεν τα εισέπραξε ποτέ, έδωσε το "δικαίωμα" να τον αποκαλέσουν στυγνό και να τον επικηρύξουν. "Ο Φασούλας κατέστρεψε τον ΠΑΟΚ", δήλωσε πρόσφατα ο τότε πρόεδρος Νίκος Βεζυρτζής.

Το έγκλημα του ψηλού ήταν ότι διεκδίκησε τα δεδουλευμένα του. Ότι "έβγαλε λεφτά από τον ΠΑΟΚ", λες και τα έκλεψε.

Τα ιλιγγιώδη φέσια που άφησαν εκείνη την εποχή -και αργότερα- οι ομάδες της Θεσσαλονίκης, ιδίως αυτές, θα ξεπερνούσαν σε ύψος και τον πύργο του Γαλατά.

Τα περισσότερα γράφτηκαν στο χιόνι, έτσι, για να μπορούν οι προεδράρες να βγάζουν γλώσσα ακόμα και σήμερα, δύο και δυόμισυ δεκαετίες μετά.

Ο Φασούλας κατέστρεψε τον ΠΑΟΚ, ο Γκάλης με τον Γιαννάκη κατέστρεψαν τον Άρη και τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός. Πατροπαράδοτες δοξασίες για λαϊκή κατανάλωση.

Ο Παναγιώτης Φασούλας υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος του ΠΑΟΚ από το 1979 μέχρι το 1993, με εξαίρεση την περίοδο 1985-86, όταν έπαιξε στο κολεγιακό πρωτάθλημα των ΗΠΑ με το Νορθ Καρολάινα Στέιτ του Τζιμ Βαλβάνο.

Θα είχε μετακομίσει στο ΝΒΑ, εάν έκρινε ικανοποιητικό το συμβόλαιο που του προσέφεραν οι Μπλέιζερς. "Ήμουν ο πρώτος Έλληνας που απέρριψε το ΝΒΑ με επιχειρηματικά κριτήρια, για λόγους οικονομικούς", έλεγε.

Με τη φανέλα του ΠΑΟΚ κατέκτησε 1 Κύπελλο Κυπελλούχων, 1 Πρωτάθλημα και 1 Κύπελλο Ελλάδας. Η συνύπαρξη με την καταφανώς ανώτερη ομάδα-αυτοκρατορία του Άρη στέρησε αρκετούς τίτλους από τον "Δικέφαλο", ο οποίος πάντως έγινε αυτοτελής υπερδύναμη και έφτασε δύο βήματα από την κατάκτηση του ευρωπαϊκού στέμματος το 1993.

Στον μικρόκοσμο της Θεσσαλονίκης, όμως, ο πρώτος ήταν βασιλιάς και ο δεύτερος ζητιάνος. Η αποτυχία θεωρήθηκε πολλές φορές ασυγχώρητη.

Ο Φασούλας έκανε σπουδαίες εμφανίσεις στα περισσότερα ντέρμπι της εποχής, εγχώρια και διεθνή, αλλά υπήρξε και μοιραίος σε συγκεκριμένα ματς που συνοδεύτηκαν από οδυνηρές ήττες (όπως τον τελικό του Κυπελλούχων το 1992 στη Ναντ με την πάσα-δώρο στον Μπράουν της Ρεάλ).

Μόνο κακοήθης και κακεντρεχής μπορεί να αρνηθεί τη συνολική του προσφορά στην ομάδα. Ωστόσο, οι αποδοκιμασίες που ακούστηκαν από την αδηφάγο εξέδρα μετά τους χαμένους τελικούς με τον Άρη το 1991 έκαναν το γυαλί να ραγίσει ανεπανόρθωτα.

"Άδικα με περιμένει ο ΠΑΟΚ για προετοιμασία, δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω στη Θεσσαλονίκη", μου είπε το ίδιο καλοκαίρι ο ψηλός, απομονωμένος στο εμβληματικό ξενοδοχείο-καταφύγιο John's στη Γλυφάδα. "Μετά από 12 χρόνια σε αυτή την πόλη, δεν έχω παρά μόνο έναν ή δύο φίλους".

Το γυαλί κόλλησε κακήν κακώς με σελοτέιπ μπροστά στην απειλή της απραξίας (αφού δεν υπήρχαν ακόμη επαγγελματικά συμβόλαια...), αλλά η παρουσία του Ντούσαν Ίβκοβιτς δημιούργησε κοκτέιλ μολότοφ.

Μετά την αποτυχία του ΠΑΟΚ στα πλέι-οφ του 1993, όταν η ομάδα αποκλείστηκε από το επόμενο Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο Φασούλας μάζεψε τα μπογαλάκια του και κατηφόρισε στον Πειραιά.

Το κονγκλάβιο της επίλυσης των οικονομικών διαφορών τον δικαίωσε παμψηφεί, όπως αναμενόταν, οπότε η καριέρα του στον ΠΑΟΚ ολοκληρώθηκε άδοξα, μέσα σε άναρθρες κραυγές από τους φανατικούς.

Θα ήταν προφανώς προτιμότερη η λύση της μετεγγραφής (ώστε να βγει ωφελημένος και ο "Δικέφαλος"), αλλά η αλαζονεία των "αιωνίων" της Θεσσαλονίκης ξεπερνούσε τη λογική. Πίστευαν, τότε, ότι ουδείς μπορούσε να αγγίξει τα περιουσιακά τους στοιχεία, όσες οφειλές και αν συσσωρεύονταν.

Μέσα σε μία διετία, τα τρία τοτέμ του ελληνικού μπάσκετ, τέσσερα με τον Ιωαννίδη, μετακόμισαν από τον βορρά στον νότο δίχως ανταλλάγματα για τους συλλόγους όπου έγραψαν χρυσές σελίδες ιστορίας.

Δήλωσαν και οι τέσσερις πικραμένοι, ο καθένας με τον τρόπο του, για το φέρσιμο των αφεντικών αλλά και των οπαδών στη συμπρωτεύουσα.

Στην Αθήνα και στον Πειραιά τέθηκαν στην υπηρεσία παραγόντων και φιλάθλων που δεν έδιναν δεκάρα για το μπάσκετ, αλλά αυτό έμοιαζε τότε ασήμαντη λεπτομέρεια. Οι συνέπειες έγιναν οφθαλμοφανείς πολύ αργότερα.

Η Θεσσαλονίκη με τις αμέτρητες παθογένειες έφαγε μόνη της τις σάρκες της. Συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από εκείνη την, ιστορικής σημασίας, συνέντευξη του Φασούλα στο "Τρίποντο", αλλά η συμπρωτεύουσα δεν λέει να ορθοποδήσει.

"Εμείς οι ψηλοί είμαστε ζητιάνοι", συνήθιζε να λέει ο Φασούλας. "Δεν έχουμε δική μας μπάλα".

Ο ίδιος ήταν μετρ της τάπας και χαμάλης πολυτελείας, αλλά άφησε παρακαταθήκη στο ελληνικό μπάσκετ ορισμένα από τα σημαντικότερα καλάθια στην ιστορία της Εθνικής ομάδας: το λέι-απ που μας έστειλε στην Ατλάντα, το ραβερσέ της πρόκρισης στα ημιτελικά του Ευρωμπάσκετ 1993.

Στον αλησμόνητο τελικό της Αθήνας πάλεψε μόνος του με τους δεινοσαύρους Τκατσένκο, Γκομπόροφ, Πανκράσκιν και πέτυχε 12 πόντους, δύο παραπάν από τον Γιαννάκης και τον Χριστοδούλου. Στον ιστορικό ημιτελικό του Ζάγκρεμπ, κοίταξε στα μάτια τον Σαμπόνις και βγήκε νικητής.

Αγωνίστηκε στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα μέχρι και το Παγκόσμιο του 1998, όταν ήταν πλέον 35 ετών, με μοναδική εξαίρεση το καλοκαίρι της Αμερικής (1986).

Στο λυκόφως της καριέρας του, κατέκτησε με τον Ολυμπιακό και έναν τίτλο Ευρωλίγκας, με προπονητή -ω της ειρωνείας- τον Ντούσαν Ιβκοβιτς, τον οποίο ο ίδιος βάπτισε, ειρωνικά, "σοφό".

Η θέση του στο Hall Of Fame της FIBA είναι απολύτως δικαιολογημένη, ένα γαλόνι που ο κέρδισε με τον ιδρώτα του προσώπου του και με τη φαιά ουσία που ξεχειλίζει από το κρανίο του.

Εκτός των άλλων, ο Φασούλας αποτελεί το πρότυπο του ανήσυχου μποέμ ανθρώπου που βλέπει πέρα από τη μύτη του και δεν σπαταλά ολόκληρη τη ζωή και την ενέργειά του στον κυνήγι μιας πόρνης μπάλας.

Όχι μόνο διεκδίκησε δημόσια αξιώματα, αλλά κέρδισε την εμπιστοσύνη μίας δύσκολης πόλης, στην οποία δεν είχε ρίζες ούτε ιδιαίτερους δεσμούς.

Και υπηρέτησε σε βαθμό αξιέπαινο την κοινωνία, άσχετα με το χρώμα της σημαίας που τον στέγασε και με τις πολιτικές διαφωνίες που μπορεί να εγείρει κανείς. Ανάμεσα στον πολιτικοποιημένο αθλητή και στον "απολιτίκ", εγώ θα προτιμώ πάντοτε τον πολιτικοποιημένο.

Τα τελευταία 3-4 χρόνια, ο Φασούλας ακολουθεί την Εθνική ομάδα στις επίσημες υποχρεώσεις του, στο πλευρό του Γιώργου Βασιλακόπουλου. Φαίνεται ότι προορίζεται για κληρονόμος του δαχτυλιδιού, όταν -σύντομα- φτάσει η ώρα της διαδοχής.

Μπορώ να σκεφτώ πολύ χειρότερες λύσεις. Πάρα πολύ χειρότερες.

Αν μη τι άλλο, η επόμενη μέρα της Ομοσπονδίας θα πρέπει, για το καλό όλων, να περιλαμβάνει σε περίοπτους ρόλους εκείνους που ίδρωσαν τη μπλε φανέλα. Οι χαρτογιακάδες και οι καρεκλοκένταυροι θα καταδικάσουν την Εθνική σε αιώνια παρακμή.   

Best of internet