Παραμύθια χωρίς «δράκο»

Παραμύθια χωρίς «δράκο»

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος αναρωτιέται γιατί έπρεπε να περάσουν τόσα χρόνια για να αναγνωρίσουμε και να βγάλουμε το καπέλο στον μεγάλο Παναγιώτη Γιαννάκη.

Παραμύθια χωρίς «δράκο»

Έπρεπε να περάσουν είκοσι χρόνια μετά το «αντίο του» στην Ατλάντα το 1996 για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν ο μακράν ο κορυφαίος των παικτών από εκείνους που μπορούν να ισχυριστούν ότι έβαλαν την Εθνική ομάδα πάνω από την καριέρα τους σε οποιοδήποτε σύλλογο.

Επίσης έπρεπε να περάσουν οκτώ χρόνια από το τέλος της  τελευταίας του θητείας στο τιμόνι της «γαλανόλευκης» για να τον νοσταλγήσουμε και να παραδεχτούμε μέσα από σφυγμομετρήσεις, ότι είναι ο καταλληλότερος για να αναλάβει για τρίτη φορά το τιμόνι της, μετά από επτά χρόνια  αποτελεσμάτων που μας χάλασαν τη μόστρα.

Το θέμα είναι ότι την ώρα που συνέβαιναν όλα αυτά οι περισσότεροι έψαχναν τρόπους για να τα αποδομήσουν.  

Τι ήθελε να παίζει μέχρι τα 37 του και δεν άφηνε χώρο στους επιγόνους του (π, Κορωνιό); αναρωτιόταν εκείνη την εποχή  η (παρα)μπασκετική κοινότητα σε μια εποχή που δεν υπήρχαν όμως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να δώσουν  ακόμη μεγαλύτερες  διαστάσεις σε μια, τέτοιου πνεύματος, φιλολογία.

Ήταν μπάσκετ αυτό που παίζαμε; Γιατί χάσαμε από την Σερβία και τερματίσαμε τέταρτοι στο Μουντομπάσκετ του 1998 στην Αθήνα; Πώς την πατήσαμε και μείναμε πέμπτοι τόσο στην Αθήνα το 2004 , όσο και στο Πεκίνο το 2008, γιατί  αποκλειστήκαμε   από την Αργεντινή στα προημιτελικά;

Το έφερε έτσι η ζωή  λοιπόν, που εξαιτίας αυτού του κακού μας δαίμονα, της Αργεντινής,  να νοσταλγήσουμε το «δράκο» του ελληνικού μπάσκετ και, έστω εκ των υστέρων, να τον βάλουμε στο βάθρο που του αξίζει.

Τα παραδείγματα των γερόντων της «αλμπισελέστε», του Τζινόμπιλι, του Σκόλα, του Ντελφίνο, του Νοσιόνι, μας εξαγρίωσαν γιατί μας έφεραν στο μυαλό της απόφαση των σύγχρονων ηρώων  του ελληνικού μπάσκετ να πουν πρόωρα «αντίο» σε ηλικίες που δεν ξεπερνάνε τα 33.Πιστέψτε με πως  και  του Γιαννάκη , στον  Άρη , που τότε τον πλήρωνε, του είχαν ψιθυρίσει ότι καλό θα είναι να ξεκουράσει το κορμί του και κανένα καλοκαίρι.   

Να συνειδητοποιήσουμε ότι το να τερματίζεις τέταρτος σε Παγκόσμιο και 5ος σε Ολυμπιακούς Αγώνες, ίσως τελικά δεν είναι και τόσο άσχημο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν θέλαμε ή αν μπορούσαμε να πάμε ακόμη ψηλότερα Εκτός αν είναι προτιμότερο να παρακολουθούμε  τέτοιου επιπέδου  διοργανώσεις από τον καναπέ και να θρεφόμαστε με το «αν».

Θυμάμαι καλά, ότι το σύστημα εκείνης της εποχής, έκρινε ότι ο Γιαννάκης, από την στιγμή που ανέλαβε προπονητής του Ολυμπιακού, δεν θα σκεφτόταν το καλό της μεγαλύτερης αγάπης του, της Εθνικής, αλλά το μυαλό του θα το είχε πώς να «κάψει» τους παίκτες του Παναθηναϊκού, μήπως τους πάρει κανένα πρωτάθλημα. Θαρρώ ότι μεγαλύτερη ύβρη δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν

 Όπως επίσης, πως όταν θεωρήθηκε αυτονόητο ότι μετά το Πεκίνο θα έκλεινε ο δεύτερος και πιο λαμπρός κύκλος του στον πάγκο της ομάδας, από την Ομοσπονδία  δεν βρέθηκε ένας να του πει «ευχαριστώ». Μόνο ο Σιζέφσκι έβγαινε κατά καιρούς και τον μνημόνευε για το μάθημα που του έδωσε η Ελλάδα στην πρώτη και τελευταία του ήττα όσο είναι στο τιμόνι της Εθνικής των ΗΠΑ  στον αξέχαστο ημιτελικό του Μουντομπάσκετ της Σαϊτάμα.

Φυσικά και είναι δικαίωμα της Ομοσπονδίας να μην θέλει, εν μέσω τέτοιας αντιπαλότητας, να δίνει δικαίωμα. Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι το επιχείρημα που προβλήθηκε τότε, η απόσταση είναι τεράστια.

Για την περίπτωση του Παναγιώτη Γιαννάκη, δεν νομίζω ότι χρειάζονται και πολλά λόγια. Αν με ρωτήσετε θα σας πω ότι, κατά την άποψή μου,   η μεγαλύτερη προίκα  που άφησε με την παρουσία του  στην   Εθνική ομάδα, δεν  είναι ότι κατάφερε να είναι ο μοναδικός ευρωπαίος που έχει στεφθεί πρωταθλητής Ευρώπης και ως παίκτης και ως προπονητής, ή ότι βρισκόταν μέσα σε όλες τις μεγάλες επιτυχίες (και ως παίκτης και ως προπονητής) εκτός από το χάλκινο στην Πολωνία (Ευρωμπάσκετ 2009). Ήταν  ότι  παραμένει το κορυφαίο  παράδειγμα πίστης και αφοσίωσης, ένα χαρακτηριστικό το οποίο πέρα από την  αγωνιστική η προπονητική   ποιότητά του, τον έχει καταστήσει ως την πιο γερή  κολώνα του Ελληνικού μπάσκετ.   

Best of internet