Ο κανόνας του 70-30

Ο κανόνας του 70-30

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος εξηγεί γιατί θεωρεί σημαντικότερο κομμάτι της δουλειάς ενός προπονητή   αυτό που γίνεται  πριν η ομάδα μπει στο γήπεδο , επιβεβαιώνοντας την κρισιμότητα  των καλοκαιρινών επιλογών και την ισχύ της παροιμίας «όπως στρώσεις θα κοιμηθείς». Ποια ήταν η εξαίρεση που τους παραπλάνησε όλους…  

Ο κανόνας του 70-30

Ακόμη κι αν πολλές φορές πέφτουν σε καφενειακό επίπεδο οι συζητήσεις για τις καλοκαιρινές επιλογές , ειδικά των ελληνικών  ομάδων έχουν μεγαλύτερη αξία, από εκείνες που φουντώνουν στην τούρλα των αγωνιστικών υποχρεώσεων, ή μετά από ένα καλό ή κακό αποτέλεσμα.

Ανέκαθεν είχα την εντύπωση- και ακόμη δεν κατάφερε κανείς να  μου αλλάξει γνώμη- ότι το 70%  του τελικού αποτελέσματος εξαρτάται από τον σχεδιασμό, τις επιλογές και τις κινήσεις που γίνονται το καλοκαίρι, πριν μαζευτούν οι ομάδες για να ξεκινήσουν προετοιμασία. Είναι η φάση του ουσιαστικά δημιουργείται το status  της και οι προδιαγραφές της, οι  οποίες στην πορεία αξιοποιούνται.

Στην ουσία είναι η περίοδος που ο προπονητής- σε συνεργασία με την διοίκηση-  δείχνει την θεμελιώδη ικανότητά του να δημιουργήσει , στα μέτρα των οικονομικών δυνατοτήτων που του προσφέρονται, μια ομάδα  που πρώτα και πάνω από όλα έχει (την πολυσυζητημένη)  "χημεία". Την "χημεία"  και την προοπτική  , με την δουλειά που θα γίνει στο γήπεδο, να αυξήσει τις πιθανότητές της να πάρει το βέλτιστο αποτέλεσμα για τα κυβικά της. Την χαρακτηρίζουμε «θεμελιώδη» γιατί την  ικανότητα στο recruiting δεν την έχουν ανεπτυγμένη  όλοι οι προπονητές  . Δεν έχουν όλοι το  ίδιο "μάτι" που χρειάζεται   για να ξεψαχνίσουν την αγορά και  να  διαλέξουν παίκτες που ταιριάζουν για να υπηρετήσουν το πλάνο τους  και όχι απλά να συναθροίζουν καλούς παίκτες, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψη τους  τον ιδανικότερο  συνδυασμό πνευματικών, τεχνικών, ψυχικών , ψυχολογικών χαρακτηριστικών του καθενός σε σχέση με το σύνολο, ώστε να καλύπτεται επαρκώς όλη η απαραίτητη ύλη που θα κληθεί να εξεταστεί η ομάδα τους όλη τη χρονιά.

Μέσα από αυτό το πρίσμα το υπόλοιπο 30% είναι αυτό που επηρεάζεται από  όλες τις υπόλοιπες παραμέτρους που έχουν να κάνουν με την διαχείριση του απρόοπτου (τραυματισμοί, κρίσεις),   τον τρόπο που θα δουλέψουν ο κόουτς, ο γυμναστής ή οι παίκτες, από τις έγγειες βελτιώσεις (προσθαφαιρέσεις)  που επιχειρήσουν να κάνουν μεσούσης της περιόδου. Το ποσοστό αυτό, ειδικά για τις ελληνικές ομάδες γίνεται ακόμη πιο μικρό  από την στιγμή που δεν έχουν την άνεση , αλλά και την διάθεση να ξοδέψουν «κερατιάτικα» για να  πάνε να σπάσουν ένα συμβόλαιο μέσα στη χρονιά. Πρόπερσι, η  Εφές είχε την πολυτέλεια να πληρώσει και να αγοράσει τον Ερτέλ από την Λαμποράλ. Η Φενέρ  να τα σκάσει στην Ούνιξ για να βάλει στη μηχανή της τον Νίκο Ζήση. Καμία από τις δυο δεν πέτυχε την υπέρβαση.  Πέρυσι, η Μπαρτσελόνα έδωσε το απαραίτητο ποσό για να ξανακάνει δικό της τον Τζόι Ντόρσεϊ κι πάλι δεν μπόρεσε να υποσκελίσει την συνέπεια της καλοστημένης Λοκομοτίβ Κουμπάν στα πλει οφ.

Σε αντίθεση με τις πλούσιες ομάδες της Ευρώπης,   ο  Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός είναι πια υποχρεωμένοι να προσπαθούν να προλάβουν τις προθεσμίες για να πάρουν  κάποιον από εκείνους που τυχαίνει να είναι ελεύθεροι ή δεν στολίζουν  το πάνω ράφι. . Η άλλη επιλογή που έχουν  είναι να στραφούν στο NBDL, με το ρίσκο να φέρουν παίκτες που δεν έχουν  ευρωπαϊκή εμπειρία και συνεπώς είναι   αμφιβόλου προσαρμοστικής ικανότητας (βλέπε Έλιοτ Ούλιαμς). 

Η μεγάλη εξαίρεση  

Η εξαίρεση που απλά συνέβη για να επιβεβαιώσει τον κανόνα και να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση  ότι τα πράγματα διορθώνονται  δραματικά με μια δυο πετυχημένες κινήσεις ήταν η μεταμόρφωση που συντελέστηκε στον Ολυμπιακό τη σεζόν 2011-12. Τότε που η άφιξη των Ντόρσι και Λο μεταμόρφωσε μια ομάδα που αλλού πατούσε και αλλού βρισκόταν σε πρωταθλήτρια Ευρώπης και Ελλάδας και μάλιστα με τρόπο αλησμόνητο(βλέπε τελικός Κωνσταντινούπολης. Είναι μια μεταμόρφωση που υπό Κ.Σ (κανονικές συνθήκες) συμβαίνει μία στις χίλιες γι αυτό και θα μείνει στην  ιστορία. Και κυρίως θα μείνει  γιατί οι δυο παίκτες που αποκτήθηκαν και άλλαξαν τη μοίρα των «ερυθρολεύκων» δεν ήταν ακριβοί σταρ, αλλά «περισσεύματα», που  στην περίπτωση της κακής  ομάδας που είχε φτιάξει το προηγούμενο  καλοκαίρι ο Ιβκοβιτς, ήταν λες και τους είχαν κάνει παραγγελία για να διαμορφώσει  μια ανύπαρκτη χημεία.

Τη χαρακτηρίζω «εξαίρεση» όχι μόνο γιατί είναι , αλλά και γιατί η εξέλιξή της δημιούργησε ένα προηγούμενο που πήγαινε να χαλάσει την πιάτσα γιατί δημιούργησε με παραπλανητική πραγματικότητα κι  έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι θα μπορούσε κάτι τέτοιο να γίνεται συνέχεια.  Έλα όμως που δεν…

Για παράδειγμα, αυτό πίστεψε ότι μπορούσε να το επαναλάβει  πέρυσι ο Παναθηναϊκός, αγοράζοντας  τρεις παίκτες μεταξύ των οποίων ο πολυσυζητημένος  Ελιοτ Ουίλιαμς. Οι πρώτες εμφανίσεις του άρχισαν να δημιουργούν προσδοκίες μεταμόρφωσης και ελπίδες που στη σειρά με την φθηνότερη αλλά πιο ομοιογενή Λαμποράλ διαψεύσθηκαν πανηγυρικά. Ο  Ουίλιαμς, αποδείχθηκε αρκετός για να βελτιώσει μια ομάδα που υπέφερε από   ξεκάθαρο έλλειμμα αθλητικότητας, επειδή  μπροστά την προσφορά του ανύπαρκτου Πάβλοβιτς έμοιαζε με «Τζόρνταν» και ικανός να την βοηθήσει να νικήσει ομάδες επιπέδου Νταρουσάφακα. Δεν αρκούσε όμως για  να γυρίσει ένα διακόπτη και να την μετατρέψει σε ευλύγιστο  τρένο. Αφήστε που ήταν αποτελεσματικός όσο δεν τον ήξεραν, αλλά μόλις τον διάβασαν (αντιμετωπίζοντας τον δύο βήματα πιο πίσω και αφήνοντάς του το σουτ), έσβησε σα κεράκι της λαμπρής. Και «μάγος» να ήταν ο Σάββας Αρώνης (γυμναστής του Παναθηναϊκού) δεν θα μπορούσε να βελτιώσει την εκρηκτικότητα και τα πλάγια βήματα και τα τρεξίματα  των Ραντούλιτσα, Κούζμιτς και Πάβλοβιτς που είχαν επιλεγεί το καλοκαίρι.

Παρεμπιπτόντως, όταν  ένας παίκτης προστίθεται σε ένα ρόστερ και σε μια νύχτα γίνεται ηγέτης της , δεν επιβεβαιώνει την δική του ικανότητα , αλλά τις παθογένειες  της ομάδας που τον πήρε. Πάντα είμαι καχύποπτος για την ποιότητά της   όταν βλέπω ότι προστίθεται ένας «νέος» και ξαφνικά   βάζει «30άρες». 

Τις δικές του αστοχίες πλήρωσε πέρυσι και ο Ολυμπιακός. Σύμφωνοι,  είχε ατυχίες, αλλά σε μεγάλο ποσοστό αυτό ήταν το  μεγάλο άλλοθι που ήρθε να καλύψει τα λάθη στον σχεδιασμό. Όσες κι αν είχε δεν δικαιολογούν την 7η θέση στον όμιλο του ΤΟΡ16 και τις πολλές βαριές ήττες. Και το 2012-13 , τη σεζόν του Λονδίνου, έχασε γρήγορα τον Ντόρσι και βγήκε νοκ άουτ ο Μάντζαρης, αλλά θάμπωσε την Ευρώπη κι  έφτασε σε  ένα επιβλητικό back2 back με «κλειδί» στον τελικό κόντρα στην Ρεάλ Μ.  τον Κατσίβελη.  Ο περσινός, χωρίς  αξιόπιστοback up στο «τέσσερα» πίσω από τον Πρίντεζη , με τρεις ξένους σέντερ , εκ των οποίων ο Μιλουντίνοφ δεν  μπορεσε να δώσει λύσεις ούτε όταν τέθηκε νοκ άουτ ο Γιάνγκ, και με περιφερειακούς  που αποκτήθηκαν με κριτήριο την άμυνα, χωρίς να υπάρχει ένας από αυτούς που μα έχει σουτ για να καλύψει, έστω και σε ένα μικρό ποσοστό το κενό που άφησε ο πολύτιμος Σλούκας , μετακομίζοντας στην  Φενέρμπαχτσε. Όσο σπουδαίος προπονητής κι αν είναι ο Σφαιρόπουλος πόσο θα μπορούσε να βελτιώσει με την προπόνηση  το μακρινό σουτ του Στρόμπερι, του Οντομ ή του Χάκετ; Η απόδειξη ότι πέρυσι είχαν γίνει λάθη, ήταν ότι οι αρχικές κινήσεις ήταν ότι συνομολογήθηκαν με την επισταμένη αλλά όχι αποδοτική διεκδίκηση «τεσσαριού» (Οκάρο Ουάιτ) και  την απομάκρυνση του Στρόμπερι (παρεμπιπτόντως είχε αποκτηθεί πρώτος) για να αποκτηθεί  τον εκτελεστής  Γκριν. Στο δικό μου το μυαλό, η ομάδα του Ολυμπιακού που φτιάχτηκε , συγκριτικά, με τα φθηνότερα υλικά, αλλά είχε την καλύτερη χημεία, επί προεδρίας Αγγελόπουλων, ακόμη κι από εκείνες που κατέκτησαν τις δυο Ευρωλίγκες, ήταν η ομάδα του 2014-15, την οποία δημιούργησε με μαεστρία  ο Μπαρτζώκας και διαχειρίστηκε ιδανικά   ο Σφαιρόπουλος κατακτώντας το πρωτάθλημα και φτάνοντας στον τελικό του φάιναλ φορ της Μαδρίτης.

Φέτος πιο πολύ

Αν δεν ίσχυε ο «Κανόνας 70-30» , πολύ απλά όλες οι ομάδες θα σταμάταγαν να ψάχνουν παίκτες το καλοκαίρι  και  να μαζεύονται για  να  κάνουν προετοιμασία από τον Αύγουστο. Θα ξεκίναγαν από τον Δεκέμβρη για να γλιτώσουν και τα έξοδα. Αφήστε που η ισχύς του (κανόνα)  από φέτος γίνεται πιο ουσιαστική, με την αλλαγή του συστήματος, αφού οι ομάδες θα κουβαλάνε μέχρι το τέλος των 30 αγωνιστικών όλα τα αποτελέσματά τους και δεν θα έχουν την ευκαιρία να ξεκινάνε από μηδενική βάση   όπως συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια στο  ΤΟΡ-16.

Αντί «υστερόγραφου» απλά θέλω να ξεκαθαρίσω την άποψή μου ότι η πραγματική δυναμικότητα του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού μπορεί να  μετρηθεί  αξιόπιστα  και με διάρκεια στην Ευρωλίγκα και όχι στο ελληνικό πρωτάθλημα. Κακά τα ψέματα, τα τελευταία χρόνια  έχουν σοβαρούς αντιπάλους και συνεπώς  δίνουν ραντεβού στον τελικό, σχεδόν με μοιρασμένες πιθανότητες  και το ποιος θα πάρει τον τίτλο διαμορφώνεται  και από τις συγκυρίες της στιγμής, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ιδιαιτερότητες των μεταξύ τους «μονομαχιών» εντός των συνόρων.

Best of internet