Ναι μεν, αλλά...

Ναι μεν, αλλά...

Ο Αντώνης Καλκαβούρας αναγνωρίζει ότι η ποσοτική ποιότητα αποτέλεσε το βασικό χαρακτηριστικό των μετεγγραφικών κινήσεων που έκαναν οι δύο «μεγάλοι» του ελληνικού μπάσκετ και καταθέτει τους προβληματισμούς του πριν (;) ολοκληρωθούν τα ρόστερ.   

Ναι μεν, αλλά...

Ο Αύγουστος (ειδικότερα το πρώτο 15ήμερο) στην Αθήνα είναι δύσκολος, αλλά όταν είσαι αθλητικός συντάκτης και – μία φορά στα τέσσερα χρόνια – ο κατ' εξοχήν μήνας της ξεκούρασης, συμπίπτει με την μεγαλύτερη αθλητική γιορτή του πλανήτη, είτε από σεβασμό στην ιδιότητά σου, είτε από μεράκι και όρεξη για την προνομιούχο δουλειά σου, οφείλεις να αφήσεις τις διακοπές στην άκρη και να συντονιστείς στους ρυθμούς των Ολυμπιακών Αγώνων.

Έτσι λοιπόν, μετά από δυόμιση εβδομάδες γεμάτες ήλιο, θάλασσα, ξεγνοιασιά, καλό φαγητό κι όμορφες οικογενειακές στιγμές, η επιστροφή στις επάλξεις είναι ζόρικη μόνο για το πρώτο εικοσιτετράωρο. Ιδανικά βέβαια, τώρα, θα προτιμούσα να προσμέναμε και να συζητούσαμε για την 4η συμμετοχή της Εθνικής ομάδας σε ολυμπιακό τουρνουά, αλλά για 7ο συνεχόμενο καλοκαίρι, η «επίσημη αγαπημένη» μας έκοψε τον βήχα. Καθώς λοιπόν, μας χωρίζουν λίγες μέρες από την μπασκετική (και όχι μόνο) πανδαισία που θα παιχτεί στο Ρίο ντε Τζανέϊρο, ας επιχειρήσουμε μία πρώτη μίνι-αποτίμηση των μετεγγραφικών πεπραγμένων του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, που από τις 12 και 13 Οκτωβρίου αντίστοιχα, ρίχνονται στην μάχη της νέας και πιο απαιτητικής Εuroleague όλων των εποχών.

Η προσαρμογή των «αιωνίων» στα νέα δεδομένα

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η φιλοσοφία με την οποία κινήθηκαν οι «πράσινοι» και οι «ερυθρόλευκοι» στην μετεγγραφική αγορά αυτού του καλοκαιριού, είχε ως βασικό στόχο την δημιουργία ενός ρόστερ που να συνδυάζει μεγαλύτερη ποιότητα και περισσότερο βάθος απ' ότι είχαν και οι δύο στην περυσινή σεζόν. Μην ξεχνάτε ότι το νέο format της Ευρωλίγκα, δεν αφήνει περιθώρια για δοκιμές στην 1η φάση και διορθωτικές κινήσεις πριν το Top-16, πολύ απλά γιατί δεν υπάρχει φάση των «16»! Οι 16 μονομάχοι στήνονται από την αρχή στην αφετηρία ενός μαραθωνίου 30 αγωνιστικών και ο στόχος είναι εξ' αρχής η πρόκριση στην πρώτη οκτάδα (με το καλύτερο δυνατό πλασάρισμα), ώστε να διεκδικήσουν την συμμετοχή στο Final 4, μέσω των play-offs.

Όπως γίνεται αντιληπτό, από τα μέσα Οκτωβρίου κιόλας, κάθε παιχνίδι μετράει γιατί σύμφωνα με το νέο σύστημα διεξαγωγής, το κοντέρ δεν μηδενίζει ποτέ! Επομένως, αν υπολογίσουμε ότι την προηγούμενη αγωνιστική περίοδο, ο Ολυμπιακός, χωρίς να φτάσει στα προημιτελικά της Euroleague έδωσε συνολικά 60 παιχνίδια (26 στην καν. περίοδο και 9 στα play-offs της Basket League, 1 στο Κύπελλο και 24 στην Ευρώπη) και ο Παναθηναϊκός, που διεκδίκησε την πρόκρισή του στο Final 4, επτά περισσότερα (26 στην καν. περίοδο και 11 στα play-offs της Basket League, 3 στο Κύπελλο και 27 της Basket League), καταλαβαίνετε ότι στη νέα σεζόν σεζόν, οι υποχρεώσεις θα είναι περισσότερες και σαφώς πιο επίπονες!

Από 70+ έως 80 αγώνες το χρόνο!

Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, αν οι εκπρόσωποί μας φτάσουν στο Top-8 και αποκλειστούν με sweep (3-0), θα παίξουν μίνιμουμ 33 ματς στην Euroleague, ενώ αν συναντηθούν στον τελικό του Κυπέλλου και στην τελική σειρά των play-offs (σχεδόν «νομοτελειακό»), θα αγγίξουν το φράγμα των 40 αγώνων στις εγχώριες διοργανώσεις, κάτι που σημαίνει ότι στην καλύτερη περίπτωση θα δώσουν 73 παιχνίδια σε 9 αγωνιστικούς μήνες. Δηλαδή κατά μέσο όρο, δύο την εβδομάδα. Υπ' αυτό το πρίσμα, τόσο ο Γιάννης Σφαιρόπουλος, όσο και ο Αργύρης Πεδουλάκης έφτιαξαν τις ομάδες τους με γνώμονα να έχουν τουλάχιστον τρεις ποιοτικές λύσεις σχεδόν σε κάθε θέση.

Ο Ολυμπιακός

Οι «ερυθρόλευκοι» μπορεί να μην έκαναν πολλές μετεγγραφές (μόλις 2), λειτουργώντας βάσει της φιλοσοφίας που τους θέλει να στηρίζονται πάντα σε έναν σταθερό κορμό, η απόφασή τους αυτή, όμως, στηρίχθηκε ότι στο ότι η ομάδα θα ριχτεί στην μάχη της νέας χρονιάς με ουσιαστικά 4 προσθήκες. Εκτός του Έρικ Γκριν και του Κεμ Μπιρτς, οι πρωταθλητές θα έχουν στην διάθεσή τους τον Κώστα Παπανικολάου που αποκτήθηκε στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, πιο πολύ με φόντο την επόμενη διετία, αλλά και τον Πάτρικ Γιανγκ, που πέρυσι ήταν άτυχος και τραυματίστηκε ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της περυσινής χρονιάς κι έκτοτε δεν ξανάπαιξε καθόλου. Με μία πρώτη ματιά, ο 49χρονος Θεσσαλονικιός τεχνικός των Πειραιωτών, αντικατέστησε τον αθλητικό και δυνατό, αλλά όχι δεινό σκόρερ, D.J. Στρόμπερι με μία «καλαθομηχανή» που έχει προηγούμενη εμπειρία από την Ευρώπη (Σιένα) και με το αξιόπιστο μακρινό του σουτ, θα μπορεί να δώσει σταθερές επιθετικές λύσεις, όταν οι αντίπαλες άμυνες επικεντρώνονται στο μαρκάρισμα του πιο επικίνδυνου και ποιοτικού παίκτη τους, του Βασίλη Σπανούλη. Κάτι που πέρυσι, δε συνέβαινε με συνέπεια και στοίχισε στα ευρωπαϊκά ματς.

Αν στο «λιμάνι» έλυσαν σε μεγάλο βαθμό τη μία από τις δύο αδυναμίες που παρουσίασε η ομάδα, την περασμένη σεζόν, κατά την ταπεινή μας άποψη, δε συνέβη το ίδιο με την δεύτερη που έχει να κάνει με την δημιουργία μέσα από τη ρακέτα. Μπορεί ο Ολυμπιακός να διαθέτει μία πολύ γεμάτη περιφέρεια (Μάντζαρης, Χάκετ, Αθηναίου, Τολιόπουλος, Σπανούλης και Γκριν στο “1” και “2” και Λοτζέσκι, Παπανικολάου και ανάλογα το σχήμα και Παπαπέτρου στο “3”) και να έχει συνολικά 6 παίκτες (Πρίντεζης, Παπαπέτρου και Αγραβάνης στο “4” και Γιανγκ, Μπιρτς και Μιλουτίνοφ στο “5”) για τις δύο θέσεις μέσα στη ρακέτα, ωστόσο, πλην του “Πριντ”, κανείς άλλος δεν μπορεί να παίξει και να απειλήσει με πλάτη, είτε σκοράροντας , είτε δημιουργώντας με συνέπεια. Δηλαδή αν ο 31χρονος υπαρχηγός των «ερυθρολεύκων» χάσει κάποια ματς (σ' αυτό το επίπεδο, οι τραυματισμοί είναι μέσα στο πρόγραμμα), οι πρωταθλητές δεν έχουν παίκτη να «ακουμπήσουν» τη μπάλα στο «ζωγραφιστό», για να «ποστάρει» ή να δημιουργήσει ανισορροπία, γιατί κανένας από τους υπόλοιπους πέντε δεν φημίζεται γι' αυτή του την ικανότητα. Όλα αυτά, βέβαια, ισχύουν με το δεδομένο ότι το ρόστερ της ομάδας «έκλεισε» και μόνο αν μέχρι την έναρξη της αγωνιστικής περιόδου, δεν αποκτηθεί ένας πάουερ-φόργουορντ τύπου Οκάρο Γουάϊτ, τον οποίο ήθελαν πολύ οι Πειραιώτες.

Ο Παναθηναϊκός

Οι «πράσινοι», δίχως αμφιβολία, είχαν πολύ πιο δύσκολη δουλειά από τον «αιώνιο» αντίπαλό τους. Η αποχώρηση του φυσικού τους ηγέτη, μετά από 12 συναπτά έτη στην ομάδα, άφησε ένα τεράστιο και δυσαναπλήρωτο κενό, υπό την έννοια ότι η ομάδα έχασε τον παίκτη που αποτελούσε το σημείο αναφοράς του παιχνιδιού της αλλά και την μεγαλύτερη προσωπικότητα στο γήπεδο και τα αποδυτήρια. Παρ' όλα αυτά, οι μέχρι στιγμής κινήσεις του «τριφυλλιού» δείχνουν ότι ο σχεδιασμός της μετά Διαμαντίδη εποχής, ανοίγει παράθυρο στην αισιοδοξία. Με δεδομένο ότι το ρεπορτάζ Παναθηναϊκού αναφέρει ότι ο «εξάστερος» ψάχνει για ένα «4άρι» τύπου Όκάρο Γουάιτ (καθόλου τυχαία η αναφορά του MVP του περυσινού πρωταθλήματος), όπως αναφέραμε και παραπάνω, ο Αργύρης Πεδουλάκης ετοιμάζεται να «χτίσει» μία ομάδα που θα πρεσβεύει τις αρχές του σύγχρονου μπάσκετ (ταχύτητα, δύναμη, αθλητικότητα και σουτ).

Ο «Άρτζι» θα βασιστεί σε δύο αθλητικούς point-guards (Καλάθη και Τζέϊμς, ενώ τρίτος θα είναι ο Μποχωρίδης), που μπορούν να τρέξουν, να δημιουργήσουν και να «τρυπήσουν» τις άμυνες, δύο ικανούς σκόρερς (Παππάς και Φέλντιν) που θα μοιραστούν τη θέση του δεύτερου guard κι έναν δεινό σουτέρ (K.C. Ρίβερς) που θα εναλλάσσεται ανάλογα με τα σχήματα, στο “2” και στο “3” μαζί με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, που είναι το μοναδικό «τριάρι». Από 'κει και πέρα στο “4” υπάρχει ο έμπειρος Φώτσης, ο δυναμικός Γκιστ και ο έτερος Καλάθης (Πατ), ο οποίος μπορεί να βγει και πιο έξω, ενώ ως “πεντάρι” θα χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο ο Σίνγκλετον, που θα μοιραστεί τη θέση με το «βαρύ πυροβολικό» της ομάδας, τον Γιάννη Μπουρούση,

Με μία πρώτη ματιά, αν οι «πράσινοι» ενισχυθούν με ένα ακόμη τεσσάρι με σουτ, τότε το ρόστερ τους δείχνει πλήρες και ανταγωνιστικό και το μεγάλο ερωτηματικό θα είναι το στυλ μπάσκετ, που θα επιλέξει να παίξει ο 52χρονος προπονητής του και το κατά πόσο ο ίδιος θα μπορέσει να «προσαρμοστεί» σε ένα πιο «μεγάλο» rotation 10-11 παικτών ανά παιχνίδι, σε αντίθεση με τους 8 τους οποίους είχε συνηθίσει να χρησιμοποιεί τα τελευταία χρόνια στον Παναθηναικό και την Ούνικς Καζάν. Ο έμπειρος Περιστεριώτης τεχνικός είναι θιασώτης του λεγόμενου σκεπτόμενου μπάσκετ, αρέσκεται να κερδίζει από την άμυνα, καταστρέφοντας το παιχνίδι του αντιπάλου και μένει να φανεί πως θα αξιοποιήσει ένα σύνολο παικτών με περισσότερο επιθετικές και λιγότερο αμυντικές αρετές.

 

Best of internet