Ρομαντική αυταπάτη

Ρομαντική αυταπάτη

Με αφορμή τις πρόσφατες περιπτώσεις Χαραλαμπόπουλου, Παπαγιάννη και Κόνιαρη, ο Γιάννης Ντεντόπουλος αναλύει τα δεδομένα για τον αταίριαστο συνδυασμό πρωταθλητισμού και παραγωγικής διαδικασίας, όπως αναδεικνύεται από τις κινήσεις του Παναθηναϊκού.

Ρομαντική αυταπάτη

Θα μπω κατευθείαν στο …ψητό. Το project της επένδυσης σε νεαρούς διεθνείς που βρίσκονται κοντά στην ηλικία των 17 ετών, αποτελεί για τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό μια ρομαντική αυταπάτη. Δεν ξέρω αν υπαγορεύεται από ένα λαϊκίστικο επικοινωνιακό σύστημα που κινείται ερήμην τους, από τις πραγματικές ανάγκες τους ή από τις ενοχές τους, αλλά η ιστορία έχει αποδείξει ότι είναι μια ιδέα που δεν τους ταιριάζει και ως εκ τούτου δεν μπορούν να την υπηρετήσουν με αποτελεσματικότητα. Περισσότερη ζημιά κάνει και στην δική τους λειτουργία, και (κυρίως) στην πρόοδο των ίδιων των παιδιών, παρά όφελος τους προσφέρει. Εννοείται πως υπάρχουν κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις, που απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η συζήτηση ξεκινάει με βάση ότι οι δυο «αιώνιοι», σε αυτή τη φάση της ιστορικής διαδρομής τους, είναι υποχρεωμένοι να διεκδικούν τους δυο τίτλους στην Ελλάδα και να πρωταγωνιστούν στην Euroleague, διεκδικώντας την πρόκριση στο φάιναλ φορ, ου μην και την κατάκτησή τους, ανεξάρτητα αν τα καταφέρουν ή όχι. Αυτό σημαίνει ότι, ειδικά στην Ευρώπη, όπου ο ανταγωνισμός είναι σαφώς μεγαλύτερος, είναι υποχρεωμένοι να παίζουν για να κερδίζουν. Από την στιγμή λοιπόν που η διοίκηση, ο προπονητής τους, αλλά και οι παίκτες κρίνονται με βάση τους τίτλους που έχουν κατακτήσει ή τον απολογισμό (νικών-ηττών) μέσα στη σεζόν, είναι μάλλον υποκριτικό να τους ζητάνε/με να παίζουν ντε και καλά οι «μικροί».

Η εμπειρία είναι βιωματική

Ξεκινώντας με τον κλασσικό κανόνα που οι ψυχολόγοι μεταφέρουν στους γονείς και λέει ότι « η εμπειρία είναι βιωματική», δηλαδή «όσα κι αν προσπαθείτε να διδάξετε στα παιδιά, αν δεν το ζήσουν στην πράξη, ματαιοπονείτε», αναλογίζομαι συζητήσεις που έχω κάνει για το θέμα, με προπονητές από όλο τον κόσμο. Δεν έχω συναντήσει ποτέ και πουθενά (έστω) έναν που να μη με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να μπορέσεις να βελτιώσεις και εν τέλει να διαμορφώσεις έναν άγουρο ταλαντούχο παίκτη σε ένα έτοιμο και ποιοτικό μπασκετμπολίστα από το να του δώσεις την ευκαιρία να παίξει κάποια σημαντικά ματς προσφέροντάς του ταυτόχρονα το δικαίωμα να κάνει και λάθη που στο φινάλε μπορεί (για να μη πω τις περισσότερες φορές) να στοιχίσουν ακόμη και τη νίκη. Εσείς τι λέτε, μπορούν αυτή την διαδικασία να την αντέξουν οργανισμοί σαν του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, όσο έχουν τους στόχους που αναφέραμε παραπάνω;

Ελληνικός κορμός

To cut a long story short, που λένε και οι Άγγλοι οι οποίοι δεν έχουν μεγάλη αγάπη για το μπάσκετ, η δουλειά των δυο «αιωνίων», ίσως να μην είναι να μπαίνουν σε αυτή τη λογική, χρησιμοποιώντας την πρόφαση της δημιουργίας ενός ελληνικού κορμού. Υπάρχουν άλλες 12 ομάδες στην Α1 που θα μπορούσαν να το κάνουν καλύτερα γι αυτούς. Μπορώ να αντλήσω πολλά παραδείγματα από την σύγχρονη ιστορία, την οποία προσφέρει ο υπό την οικογένεια Γιαννακόπουλου Παναθηναϊκός. Κάνω αυτό τον διαχωρισμό γιατί ο Παναθηναϊκός είναι μια ομάδα που είχε μια συνέχεια την τελευταία 30ετία, η οποία στον Ολυμπιακό διαταράχθηκε από την στιγμή που ο Σωκράτης Κόκκαλης αποφάσισε να αποχωρήσει από το μπάσκετ και μέχρι να αναλάβουν τα ηνία οι αδελφοί Αγγελόπουλοι. Η πρώτη ερώτηση λοιπόν είναι απλή: Ποιος ήταν και με ποια υλικά δημιουργήθηκε ο ισχυρότερος ελληνικός κορμός που είχε ποτέ ο Παναθηναϊκός;

Υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν εκείνος που απαρτιζόταν (κατά καιρούς και ενίοτε εκ περιτροπής) από τους Διαμαντίδη, Φώτση, Χατζηβρέττα, Τσαρτσαρή, Σπανούλη, Ντικούδη, Λ. Παπαδόπουλο; Ένας κορμός που κράτησε τους «πράσινους» σε τροχιά τίτλων και επιτυχιών σε Ελλάδα και Ευρώπη για περισσότερη από μία δεκαετία. Πείτε μου: ποιοι από αυτούς αποκτήθηκαν από το «τριφύλλι» σε ηλικία 17 ετών, χωρίς πρώτα να έχουν παίξει και πρωταγωνιστήσει στην Α1 με άλλες ομάδες; Θα σας απαντήσω αμέσως για να μην χάνουμε χρόνο: Μόνο ένας, ο Φώτσης που αποκτήθηκε το 1998 από τον Ηλυσιακό. Η εξαίρεση στον κανόνα που λέγαμε. Η τριπλέτα Διαμαντίδη, Χατζηβρέττα, Παπαδόπουλου, με την φανέλα του Ηρακλή, είχε κάνει πολλά χουνέρια στον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς. Ο Σπανούλης με την φανέλα του Αμαρουσίου είχε φτάσει στον τελικό της Α1 υπό τον Παναγιώτη Γιαννάκη. Ο Ντικούδης είχε πάρει πρωτάθλημα με την ΑΕΚ. Ο Τσαρτσαρής είχε δώσει τα διαπιστευτήριά του με το Περιστέρι του Πεδουλάκη. Να το πάω ακόμη πιο μακριά. Αν εξαιρέσουμε το Λάζαρο Παπαδόπουλο, ο οποίος «καθάρισε» το Φάϊναλ φορ του 2002 στην Μπολόνια, όλοι οι άλλοι πρώτα στέφθηκαν πρωταθλητές Ευρώπης και απέκτησαν αυτοπεποίθηση με την Εθνική Ελλάδας το 2005 και μετά με τον Παναθηναϊκό. 

Είναι φυσικό, παίκτες αυτών των προδιαγραφών, όταν πια βρεθούν σε μια ομάδα που πρωταγωνιστεί, με προπονητή τον Ομπράντοβιτς και συμπαίκτες τους πιο ακριβοπληρωμένους ξένους της αγοράς, να γίνουν ακόμη πιο ανταγωνιστικοί και να φτάσουν ακόμη σε υψηλότερο επίπεδο αφού ούτε ο Ηρακλής, ούτε το Μαρούσι, το Περιστέρι ή (τότε) η ΑΕΚ είχαν την δυνατότητα να παίζουν κάθε χρόνο κόντρα στους κορυφαίους. Θα πήγαινα πιο πίσω στην μεγάλη επένδυση με την ταυτόχρονη απόκτηση Αλβέρτη, Οικονόμου, Μυριούνη, αλλά καταλαβαίνουμε όλοι ότι τότε η πραγματικότητα και τα δεδομένα (ένας ξένος και όχι κοινοτικοί) ήταν ολότελα διαφορετικά.

Τα σύγχρονα παραδείγματα

 Και πάμε στο «σήμερα» που μας προσφέρει τρία κλασσικά παραδείγματα, που περισσότερο επιβεβαιώνουν παρά διαψεύδουν την αφετηρία αυτής της σκέψης. Αποδείχθηκε ψευδαίσθηση ή όχι, ότι ο Γιώργος Παπαγιάννης ήταν μια επένδυση στην οποία ο Παναθηναϊκός θα έβρισκε τον σέντερ γύρω από τον οποίο θα χτίσει την ομάδα του την επόμενη δεκαετία; Με την εικόνα που είχαν οι Κινγκς, για τα προσόντα του από τα ματς των Εθνικών ομάδων και όχι από την ελάχιστη συμμετοχή του στα περσινά πλέι οφ, τον επέλεξαν στο νούμερο 13 του ντραφτ, πλήρωσαν 500 χιλιάρικα και τον πήραν. Αν ο Παναθηναϊκός θεωρεί ότι έκανε απόσβεση βάζοντας στο ταμείο του τα 500 αυτά χιλιάρικα ή ότι έχει στο μυαλό του πως αν ο Παπαγιάννης (όπως έγινε στην περίπτωση του Φώτση, του Σπανούλη, ή του Παπανικολάου με τον Ολυμπιακό) δεν πιάσει στο ΝΒΑ θα προτιμήσει να γυρίσει στην αγκαλιά του, τότε πάω πάσο.

Θα είναι πιο έντιμο να συμφωνήσουμε ότι είναι μια «μπίζνα», η οποία είναι μέσα στην φυσιογνωμία της μάχης. Κάτι ανάλογο άλλωστε συνέβη στην Μπαρτσελόνα με τον Χεζόνια, τον Αμπρίνες και τον Σατοράνσκι. Τους εκπαίδευσε, έχασε τίτλους για να το κάνει και μόλις ήρθε η ώρα να δρέψει τους καρπούς αυτής της υπομονής, τα «πουλάκια πέταξαν». Τουλάχιστον το μπάι άουτ που της απέφεραν , αξιολογήθηκαν ικανά για να την βοηθήσουν να προχωρήσει σε άλλες υψηλού επιπέδου επιλογές (Κλαβέρ, Ράϊς). Η περίπτωση του Κόνιαρη, με τις ιδιαιτερότητες που είχε λόγω του σοβαρού τραυματισμού του, μήπως είναι μία ακόμη, η οποία υπό την ευρύτερη έννοια μπαίνει στον ίδιο παρονομαστή;

Αφήνω για το τέλος το κεφάλαιο «Χαραλαμπόπουλος» το οποίο έχει μια σπάνια, έως μοναδική, ιδιαιτερότητα γι αυτό έχει και ενδιαφέρον. Μια ιδιαιτερότητα η οποία εκπορεύεται τόσο η δήλωση του Δημήρη Γιαννακόπουλου («θα πάρουμε ευρωπαϊκό με τον Χαραλαμπόπουλο»), όσο και με την υπογραφή νέου οκταετούς συμβολαίου. Κανείς δεν αμφιβάλει για τα προσόντα ή το ταλέντο του. Το θέμα είναι αν τελικά, με αυτή την διαδικασία το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που ονειρεύονται όλοι. Γιατί, μέχρι τώρα ο Χαραλαμπόπουλος, «περπατούσε» σε ηλικίες που χρειαζόταν περισσότερο να βοηθηθεί από την ομάδα, παρά να την βοηθήσει. Είναι θετικό ότι όλο το φάσμα της ομάδας (και του κόσμου συμπεριλαμβανομένου) τον πιστεύει, αλλά από την άλλη, χωρίς να αμφισβητούνται οι καλές προθέσεις, είναι αρνητικό ότι του έχει φορτώσει στις πλάτες του ένα αχρείαστο βάρος, το οποίο πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να το σηκώσει.

Και είναι ακόμη πιο δύσκολο να το αποδείξει μέσα από τον Παναθηναϊκό, παίζοντας και όχι …βλέποντας, παρά να πάει κάπου δανεικός για να πρωταγωνιστήσει και να επιστρέψει πιο έτοιμος, όπως αποδεδειγμένα έχει αποδειχθεί ευεργετικό από τις περιπτώσεις Πρίντεζη (Ολύμπια Λάρισας), Σλούκα (Αρη). Για όσα συνέβησαν την τελευταία τετραετία με τους νεαρούς Έλληνες (καθ’ υπέρβαση ορίου ηλικίας βάλτε και τους Παππά, Γιάνκοβιτς στην εξίσωση) στον Παναθηναϊκό θα μου επιτρέψετε να μη συμφωνήσω με την άποψη του συρμού, ότι δηλαδή ευθυνόταν μόνο ο Τζόρτζεβιτς, ο Ιβάνοβιτς ή παλιότερα ο Πεδουλάκης, οι οποίοι στο φινάλε πρώτα και πάνω από όλα απολύθηκαν επειδή δεν κατάφεραν να πάνε την ομάδα ούτε σε ένα φάιναλ φορ και όχι όπως κάποιοι θέλησαν να προβάλουν ότι (άλλος πολύ άλλος λίγο) «δεν εναρμονίστηκαν με την φιλοσοφία της διοίκησης για την ανανέωση και την ελληνοποίηση».

ΥΓ1: Την επιλογή της πιο λαμπρής φουρνιάς του Γιουγκοσλάβικου μπάσκετ την έκανε ο αείμνηστος Κρέζιμιρ Τσόσιτς. Αυτός πήρε την ευθύνη, τους έβαλε να παίξουν και γεύτηκε μαζί τους τις ήττες του ’87. Αυτό το Ευρωμπάσκετ, ήταν μια διοργάνωση που θυσιάστηκε για να ετοιμαστεί η ομάδα-πύραυλος που παρουσίασε από το 1989, στο Ζάγκρεμπ και μέχρι τον διαμελισμό της ενιαίας χώρας, ο Ντούσαν Ιβκοβιτς.

ΥΓ2: Ο Γιάννης Αντεντοκούνμπο προαλείφεται για σταρ του ΝΒΑ και παίκτης- σύμβολο των Μπακς γιατί η ομάδα αυτή έχει την υπομονή και το περιθώριο να χάνει και να μην νοιάζεται που δεν καταφέρνει να μπει στα πλέι οφ. Αυτός, όντως είναι ένας τρόπος να πορευθείς, θεωρώντας ότι δημιουργείς προοπτική για το μέλλον.

ΥΓ3: Για την «επιστήμη» της συζήτησης, θα υπενθυμίσω ότι ο σταρ της πρωταθλήτριας Ευρώπης Νέων το 2002 στο Βίλνιους της Λιθουανίας, της τάξης του 82-83, σταρ και αρχηγός εκείνης της ομάδας ήταν ο Χρήστος Ταπούτος που δεν έκανε την καριέρα των Σπανούλη, Ζήση και Μπουρούση. Παλαιότερα δε, ο σκόρερ της φουρνιάς αυτής ήταν ο Χάρης Μαρκόπουλος που όμως στάθηκε άτυχος και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει γρήγορα τα παρκέ και να στραφεί στην προπονητική. Και το αναφέρω για να δείξω ότι είναι πολλές οι παράμετροι που εμπλέκονται στην εξέλιξη ενός ταλέντου. Απλά οφείλουμε να επεξεργαζόμαστε τρόπους ώστε να αυξήσουμε τις πιθανότητες μιας θετικής εξέλιξης. Γιατί είναι προφανές ότι στην διαδρομή αυτή θα υπάρξουν απώλειες, ατυχίες ή και αστοχίες που κάνουν αυτή την διαδικασία πιο συναρπαστική. Το μόνο που δεν χρειάζεται να κάνουμε, είναι να αφαιρούμε την ευθύνη από τα ίδια τα παιδιά και να τη μετακυλούμε εξ’ ολοκλήρου (όχι πως δεν υπάρχει) στην «άτιμη κοινωνία» ή το «βρώμικο σύστημα», σε μια εποχή που τα σύνορα είναι ανοικτά για όλους. Εν κατακλείδι, ας έχουμε υπ’ όψιν μας πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, αλλά ό,τι είναι χρυσός, (τελικά) λάμπει.

Best of internet