‘Ενας δράκος, μα ποιος δράκος;

Τα «αν» και τα «εφ’όσον» στην αναζήτηση του επόμενου Ομοσπονδιακού

‘Ενας δράκος, μα ποιος δράκος;

O Nίκος Παπαδογιάννης ψάχνει με το φανάρι του Διογένη τον διάδοχο του Φώτη Κατσικάρη στην Εθνική ομάδα.

‘Ενας δράκος, μα ποιος δράκος;

«Η Εθνική ομάδα αλλάζει πορεία», είπαν οι παπαγάλοι μετά την ήττα από την Κροατία και τον αποκλεισμό από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. «Στο εξής, θα εχει στο τιμόνι της προπονητή πλήρους απασχόλησης». Λες και το πρόβλημά της, την τελευταία διετία, ήταν η παράλληλη εργασία του Φώτη Κατσικάρη στη Μούρθια ή του Δημήτρη Πρίφτη στον Άρη του Θανάση Σκουρτόπουλου στο Ρέθυμνο...

Αλλά ας αφήσουμε για αργότερα τη συζήτηση επί της αρχής και την ανίχνευση των αιτίων της όποιας αποτυχίας.

Εφ’όσον το ζητούμενο είναι η αναζήτηση του νέου πρίγκηπα, ας μιλήσουμε με ονόματα και διευθύνσεις. Εάν το μοντέλο της full-time απασχόλησης αποδειχθεί ανεδαφικό, η αλλαγή ρότας θα αποτύχει εκ των πραγμάτων.

Οι κορυφαίοι και πλέον επιτυχημένοι Έλληνες προπονητές είναι, με αλφαβητική σειρά για να μην έχουμε παρεξηγήσεις, οι κ.κ. Παναγιώτης Γιαννάκης, Ηλίας Ζούρος, Δημήτρης Ιτούδης, Φώτης Κατσικάρης, Σούλης Μαρκόπουλος, Γιώργος Μπαρτζώκας, Αργύρης Πεδουλάκης, Δημήτρης Πρίφτης, Γιάννης Σφαιρόπουλος.  

Μολονότι υπάρχουν και ισχυρά αουτσάιντερ, περιορίζομαι σε αυτούς που έχουν κατακτήσει ευρωπαϊκούς τίτλους και έχουν θητεία σε κορυφαίους συλλόγους ή στην ίδια την Εθνική ομάδα.  

Παρακαλούνται όσοι δεν διάβασαν το όνομά τους να μη βομβαρδίσουν το τηλέφωνό μου με sms. Το έχω ξαναδεί αυτό το έργο.

Αφήνω στην άκρη τους αλλοδαπούς, αφού τα πειράματα Καζλάουσκας και Τρινκιέρι προκάλεσαν ισχυρούς τριγμούς στο οικοδόμημα, άσχετα με το αγωνιστικό τους αποτέλεσμα.

Υπάρχουν και 2-3 ξένοι προπονητές που γνωρίζουν καλά την ελληνική πραγματικότητα, αλλά ουτοπικές λύσεις τύπου Ομπράντοβιτς ή Μπλατ αρμόζουν περισσότερο σε συζητήσεις καφενείου.

Τα περισσότερα από τα βαριά χαρτιά που προαναφέρθηκαν είναι αδύνατο να πέσουν στο τραπέζι.  

Ο Κατσικάρης αποκλείεται, για τους προφανείς λόγους, αν και δεν έχει επισημοποιηθεί η αποχώρησή του από την Εθνική. Ο Ζούρος, παρομοίως, αφού φέρει στο βιογραφικό του το πατατράκ του Καράκας.

Οι Πεδουλάκης, Σφαιρόπουλος φοράνε πράσινη και κόκκινη φόρμα. Ο Ιτούδης και ο Μπαρτζώκας κάθονται στον πάγκο κορυφαίων ευρωπαϊκών ομάδων και έχουν και απλησίαστο κασέ.

Ο Πρίφτης και ο Μαρκόπουλος είναι υποψηφιότητες από τον πλανήτη γη, αλλά εργάζονται στους δύο μεγάλους της Θεσσαλονίκης, οπότε δεν ταιριάζουν στη νέα συνταγή.

Απομένουν, συνεπώς, ελάχιστοι, ο εξής ένας: ο Παναγιώτης Γιαννάκης. «Φέρτε τον πίσω, όχι αύριο, όχι σήμερα, αλλά χθες», απαιτούν οι παντογνώστες στα social media.

Είναι προφανώς οι ίδιοι παντογνώστες που λοιδορούσαν τον Γιαννάκη όταν η Εθνική του 2005-8 έπαιζε με τραβηγμένο χειρόφρενο και έμοιαζε ανήμπορη να εκμεταλλευτεί το εξωγήινο ταλέντο των, περιφερειακών ιδίως, παικτών της.

Οι ίδιοι που θεωρούσαν αυτονόητη την αποπομπή του όταν έδωσε τα χέρια με τους Αγγελόπουλους και παράλληλα οδηγούσε την «επίσημη αγαπημένη» στο Πεκίνο.

Οι ίδιοι που τον θεωρούσαν «μάγειρα» και «μυρωδιά» στην πρώτη του θητεία, όταν ακόμη κοιτούσαμε στα δόντια μία 4η θέση στο παγκόσμιο στερέωμα.

Οι ίδιοι που θα του κρεμάσουν κουδούνια μεθαύριο, όταν αποκλείσει από το πρώτο προσκλητήριο τον Παππά ή τον Αγραβάνη…

Δεν προσπαθώ να ισχυριστώ ότι ο Γιαννάκης είναι ακατάλληλος για τη θέση. Στην πραγματικότητα, πιστεύω το ακριβώς αντίθετο. Επισημαίνω, απλώς, ότι θα πρέπει να αγνοηθούν οι αντιρρήσεις και οι ενστάσεις της κοινής γνώμης.

Μπορεί ο «δράκος» να έμεινε λίγο πίσω μετά το τέλος της θητείας του στον Ολυμπιακό (αφού έκτοτε δούλεψε μόνο στη Λιμόζ και στην Εθνική Κίνας), αλλά μου φαίνεται ιδανικός για τον συσπειρωτικό ρόλο που καλείται να παίξει ο επόμενος προπονητής της Εθνικής Ανδρών.

Ο Γιαννάκης σκέφτεται μπλε και αναπνέει μπλε. Δεν υπάρχει παίκτης (ιδίως νέος) που θα τολμήσει να του πει «όχι» ή να κάνει κορδελάκια στην εμβληματικότερη ενεργή φιγούρα του ελληνικού αθλητισμού.

Μπορεί να έχει στο μυαλό του ένα μπάσκετ κάπως παρωχημένο, αλλά παραμένει ανήσυχος και ενημερώνεται διαρκώς.

Άλλωστε, η Εθνική ομάδα του 2016 χρειάζεται πρώτα μάνατζερ προσωπικοτήτων και εμψυχωτή, και έπειτα τεχνικό καθοδηγητή. Κανένας δεν μπορεί να διδάξει στον Καλάθη την τεχνική του σουτ μέσα σε ένα μήνα.

Εάν ο Γιαννάκης επιστρέψει στην ΕΟΚ, δεν θα είναι ένας «απλός» Ομοσπονδιακός σαν όλους τους άλλους, αλλά ο γενικός αρχηγός των Εθνικών ομάδων, ο υπερπροπονητής όσων φοράνε γαλάζια αδιακρίτως ηλικίας, ο υπεύθυνος για το σήμερα αλλά και για το αύριο, ο κομισάριος ος τα πάνθ’ορά, ένας Βασιλακόπουλος στη θέση του Βασιλακόπουλου (δίπλα στον Παναγιώτη Φασούλα, που φαίνεται να προαλείφεται για διοικητικό πόστο).

Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα.

Το διαζύγιο του Γιαννάκη με την Ομοσπονδία προ 8ετίας (απίστευτο μου φαίνεται, ότι πέρασαν τόσα χρόνια…) δεν ήταν ακριβώς βελούδινο.

Κάποιες γέφυρες κάηκαν, ενώ άλλες έμειναν μισογκρεμισμένες και χρειάζονται μεράκι για να επισκευαστούν.

Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει εκατέρωθεν καλή διάθεση, ούτε ότι «το καλό της Εθνικής ομάδας» μπαίνει πάντοτε πάνω απ’όλα.

Την προηγούμενη φορά που έπεσε στο τραπέζι το όνομα του Γιαννάκη (2012-3), άνθρωπος που γνώριζε πολλά μού απέκλεισε το ενδεχόμενο επανασύνδεσης.

Βεβαίως, ο χρόνος είναι καλός γιατρός και ο ήλιος ανατέλλει μερικές φορές από τη δύση. Ακόμα και ποινικά αδικήματα παραγράφονται μετά την παρέλευση πενταετίας. Πόσο μάλλον συζυγικά καυγαδάκια και παιδικογεροντικά πείσματα…

Ο Γιαννάκης έχει στη συστατική του επιστολή ένα απίστευτο πλεονέκτημα: κατόρθωσε να μείνει σχετικά άφθαρτος από το οπαδικό δηλητήριο, μολονότι εργάστηκε –με το γνωστό του πάθος- σε έναν από τους δύο «αιώνιους».

Το ίδιο βεβαίως ισχύει για τους Μπαρτζώκα, Ιτούδη, Σφαιρόπουλο, αλλά εκείνοι έχουν πιο ευρωπαϊκό στυλ και δεν φοράνε την καρδιά τους στο μανίκι (όπως π.χ. οι Πεδουλάκης, Αγγέλου), τουλάχιστον όχι επιφανειακά.

Στα μάτια της κοινής γνώμης, ο Γιαννάκης εξαργυρώνει την «υπερκομματική» ταυτότητα που δημιούργησε με τα σχεδόν 30 χρόνια της θητείας του στις Εθνικές ομάδες.

Το όνομά του είναι συνώνυμο όχι του Ολυμπιακού, όχι του Άρη, όχι του Παναθηναϊκού, όχι του Πανιωνίου, αλλά της «επίσημης αγαπημένης».

«Εθνικός προπονητής πλήρους απασχόλησης» είναι μία ωραία, βαρύγδουπη, αλλά εύκολη κουβέντα. Εκτός της Ισπανίας, δεν υπάρχει άλλη προηγμένη χώρα που να ακολουθεί αυτή τη λογική. Η εξήγηση δεν είναι φιλοσοφικού χαρακτήρα, αλλά πρακτική.

Για να υπάρξει τέτοιος, στη μισοπεθαμένη Ελλάδα του σήμερα, θα πρέπει να εκταμιευτεί και η ανάλογη αμοιβή, από ένα ταμείον που είναι μονίμως μείον.

Θα πρέπει επίσης να προσυμφωνηθεί ότι ο Ομοσπονδιακός θα πει «όχι» στις δελεαστικές προτάσεις συνεργασίας που μπορεί να φτάσουν στα αυτιά του, με ορίζοντα τετραετίας μάλιστα.

Από τους κορυφαίους του στερεώματος, αυτούς που αναφέρθηκαν στο ξεκίνημα του κειμένου, νομίζω ότι μόνο ο 57χρονος Γιαννάκης ταιριάζει απόλυτα στο προφίλ.

Δεν ανήκει βεβαίως στη «νουβέλ βαγκ» της ελληνικής σχολής, αλλά έχουμε το κακό συνήθειο να ανεβάζουμε στο πάλκο τη «νουβέλ βαγκ» πριν ακόμη αποστρατευτεί η παλαιά φρουρά. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε προπονητές.

Ακόμα και αν τύχει να απολυθεί ή να παραιτηθεί αύριο π.χ. ο Σφαιρόπουλος από τον Ολυμπιακό (όπως «παραιτήθηκε» ο Μπαρτζώκας τρεις εβδομάδες μετά το Μουντομπάσκετ του 2014), δεν θα δεχθεί να υποθηκεύσει το προπονητικό του μέλλον στην Εθνική ομάδα, σε γόνιμη ηλικία και με ασήμαντες απολαβές.  

Εάν, εναλλακτικά, επιλεγεί για την ηλεκτρική καρέκλα κάποιος που σήμερα δουλεύει σε σύλλογο, π.χ. ο Πρίφτης ή ο Μαρκόπουλος, θα πρέπει να αποζημιωθεί αναλόγως για να πειστεί να εγκαταλείψει τον εργοδότη του.

Εκτός, πια, αν ο όρος «full time» αφορά αποκλειστικά τις ομάδες της Ευρωλίγκας και της αλλοδαπής!

Εδώ που τα λέμε, άλλες υποχρεώσεις έχει (και άλλα πάθη εξάπτει) ο προπονητής του Ολυμπιακού και άλλες του ξεχασμένου από θεούς και ανθρώπους ΠΑΟΚ.

Ποιος θα έφερνε αντίρρηση εάν ο Σούλης Μαρκόπουλος έλεγε «ναι» στην Ομοσπονδία υπό τον όρο να κρατήσει και το ισχνό χειμερινό μεροκάματο του «Δικεφάλου»;    

Best of internet