Λαμπρή με γλυκύ έαρ, ανίερο κυνηγητό και πικρά τρίποντα

Μαγειρίτσα από σουβλακερί

O Nίκος Παπαδογιάννης μετράει 28 χρόνια από τότε που πρωτοπέρασε τη Μεγάλη Εβδομάδα στο εξωτερικό λόγω μπάσκετ.

Μαγειρίτσα από σουβλακερί

Για τους ταγμένους στο μπάσκετ δημοσιογράφους αυτής της χώρας, Πάσχα δεν σημαίνει απαραιτλητως εκκλησία ούτε δώδεκα ευαγγέλια ούτε κτηνώδες φεστιβάλ χοληστερίνης. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’00, τουλάχιστον, το Πάσχα ημών των μπασκετικών ήταν συνώνυμο με το final-4 του τότε Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Ο έστι μεθερμηνευόμενον, με ξενιτιά.

Επειτα το μετακίνησε ο Μπερτομέου στα μέσα του Μάη και μας άλλαξε το εορταστικό πρόγραμμα. Πλέον, το αυγό το τσουγκρίζουμε μέσα στο αεροπλάνο, αφού η Λαμπρή συμπίπτει λίγο πολύ με τα πλέι-οφ.

Φέτος βέβαια έρχεται αργοπορημένη και συμπίπτει με την Πρωτομαγιά, αλλά δεν είναι και να πεις ότι ευχαριστηθήκαμε πλέι-οφ. Αντί να τα γιορτάσουμε με τα συνηθισμένα πυροτεχνήματα, είδαμε να βγαίνει νωρίς νωρίς ο επιτάφιος…

Συγχωρήστε μου τα άκομψα χωρατά, αλλά δυσκολεύομαι να μετρήσω πόσες φορές είπα τη λέξη «αληθώς» σε κάποιον ξένο τόπο.

Σε μία, τουλάχιστον, περίπτωση, σύσσωμη η αποστολή ελληνικής ομάδας πήγε στην εκκλησία για να ακούσει το «Χριστός Ανέστη» από κοντά, παραμονή ευρωπαϊκού τελικού, δίχως να φοβάται το αναπόφευκτο ξενύχτι. Μάιο μήνα, όπως και φέτος.

Ο Παναθηναϊκός του 2002 γιόρτασε την Ανάσταση στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Δημητρίου στη Μπολόνια, σύσσωμος, από πρόεδρο μέχρι φροντιστή, συν γυναιξί και τέκνοις, λίγες ώρες πριν το ραντεβού του τίτλου με την οικοδέσποινα Κίντερ.

Δεν είμαι της θρησκείας και δεν τους ακολούθησα, αλλά είμαι βέβαιος ότι το εγχείρημα λειτούργησε άψογα ως άσκηση συσπείρωσης και ομόνοιας.

Ο ημιτελικός έγινε την ώρα του Επιταφίου και πέρασε απαρατήρητος από τους περισσότερους Έλληνες (αφού μάλιστα μεταδόθηκε από το μικρό TV Magic του …Κόκκαλη), οι κυριακάτικες εφημερίδες κυκλοφόρησαν αναγκαστικά νωρίς χωρίς λεπτομέρειες από τον αγώνα, αλλά ο αλησμόνητος τελικός έγινε πεντανόστιμο επιδόρπιο για τους παραφουσκωμένους από τον οβελία οπαδούς του Παναθηναϊκού, πίσω στην Ελλάδα.

Οσοι τον ακολούθησαν στην Ιταλία έχασαν τη μαγειρίτσα, αλλά έψαλαν άλλου είδους αναστάσιμους ύμνους. Κάποιοι πήγαν μαζί με την ομάδα στην εκκλησία και άναψαν καπνογόνα στο προαύλιο. Πάλι καλά που δεν έσκασαν και βαρελότα, να ακρωτηριάσουν κάποιον ανυποψίαστο φουκαρά...

Θυμάμαι πώς αντέδρασα το μακρυνό 1988, άγριο νιάτο ακόμη, όταν συνειδητοποίησα ότι ο τελικός της Γάνδης έπεφτε Μεγάλη Πέμπτη (διότι τότε δεν ήταν της μόδας τα Σαββατοκύριακα…) και είχε για ουρά τρεις απανωτές αργίες. Πήγα στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, αποφασισμένος να καβαλήσω το πρώτο τρένο, ασχέτως προορισμού.

Η Φλάνδρα βρίσκεται σε πενταεθνές σταυροδρόμι, οπότε υπήρχαν πολλές εναλλακτικές λύσεις. Η τυφλή θεά έβγαλε Άμστερνταμ, οπότε πέρασα ένα τριήμερο ζάχαρη. Ούτε που κατάλαβα από πασχαλινή κατάνυξη. Δεν μπορούσα να φανταστώ, ότι αυτό θα ήταν το πρώτο από τα αισίως 23 final-4 της ζωής μου.

Ο γεροδιάολος έβαλε το χεράκι του το 1992-93, όταν η Αθήνα πήρε το χρίσμα για να διοργανώσει το final-4, μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τρίτη οι ημιτελικοί, Μεγάλη Πέμπτη οι τελικοί. Με απ’ευθείας μετάδοση φυσικά από την ΕΡΤ, η οποία έπαιζε τότε χωρίς αντίπαλο και είχε τα δικαιώματα αυτομάτως και αυτοδικαίως. Δάκτυλος του ζερζεβούλη και των ανθελλήνων αντίχριστων!

Θυμάμαι ότι η Εκκλησία απειλούσε να αφορίσει τον Βασιλακόπουλο, σύσσωμο τον ΠΑΟΚ που μετείχε στη διοργάνωση, τη διοίκηση της Δημόσιας Τηλεόρασης που αδιαφορούσε για το χριστεπώνυμο πλήθος και έδειχνε αθλητικά μέσα στις άγιες μέρες, όλους εμάς που δουλεύαμε νυχθημερόν στο ΣΕΦ, αλλά και τους φιλάθλους που σκοτώνονταν για ένα εισιτήριο.

Η κοινότητα του μπάσκετ αδιαφόρησε για τις φωνασκίες των παπάδων και προχώρησε κανονικά στη διεξαγωγή του final-4, με σύμμαχο την ΕΡΤ. Ο ΠΑΟΚ αποκλείστηκε στον ημιτελικό και οι οπαδοί του αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τον τελικό, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη «σφαγή» από τη διαιτησία. 

Ο αγώνας για την 3η θέση έγινε απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης, με σάουντρακ το υβρεολόγιο όσων πήγαν στο Φάληρο για να βρίσουν εν χορώ τη FIBA και τον Στάνκοβιτς. Το σύνθημα με το οποίο εγκατέλειψαν το γήπεδο οι φανατικοί: «Ωωωω, ωωωω, στα αρχ*δια μας τον γράφουμε αυτόν τον τελικό»! 

Μία τρομπέτα παιάνιζε σε τόνο σεβάσμιο το «Ω γλυκύ μου έαρ», αλλά εκείνο το έαρ ήταν πικρό για τον ΠΑΟΚ.

Τη διετία που ακολούθησε, η ένδοξη χώρα μας φρόντισε να εξάγει τον αθλητικό της πολιτισμό στις εσχατιές της Ευρώπης. Στο Τελ Αβίβ δεν ήταν Πάσχα, οπότε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων βρήκε χρόνο να πεταχτεί για τον τελικό στο «Γιαντ Ελιάου», όπου έπεφτε η χριστοπαναγία σύννεφο. 

Το 1995, η Σαραγόσα γιόρταζε με αληθινή κατάνυξη τη Μεγάλη Εβδομάδα των καθολικών, αλλά η αναπαράσταση των Παθών έπεσε πάνω στους ορθόδοξους πρασινοκόκκινους σαμποτέρ. 

Ανήμερα Μεγάλη Τετάρτη, στις λεωφόρους της Αραγωνίας ακουγόταν μόνο το στοιχειωτικό πένθιμο τύμπανο των Ισπανών. Την ίδια ώρα, στα πλακόστρωτα σοκάκια, γ*μιόταν ο θρύλος και η λεωφόρος, ενώ έπεφτε το ξύλο της αρκούδας. Πότε άλλοτε δεν έχω ντραπεί τόσο πολύ για την καταγωγή μου.

Οι ίδιοι λεβέντες που δέρνονταν ανηλεώς στη Σαραγόσα επέστρεψαν στην Ελλάδα αμέσως μετά το final-4, φόρεσαν το καπέλο του θεοσεβούμενου και έσπευσαν να ανάψουν λαμπάδα ίσαμε το μπόι του Αλβέρτη και του Σιγάλα...

Ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το πρώτο από τα 9 ελληνικά Κύπελλα Πρωταθλητριών την Μεγάλη Πέμπτη ων ορθοδόξων, το 1996 στο Παρίσι. Η παρέα αποφάσισε να περάσει το εορταστικό τριήμερο στην «πόλη του φωτός» και μάλιστα προσπάθησε να κάνει Ανάσταση σε έναν ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Στεφάνου. Ο συνωστισμός ήταν απερίγραπτος, όπως και η συμπεριφορά των συμπατριωτών μας.

Τουλάχιστον, είδαμε celebrities a la grecque: τη Χαρούλα Αλεξίου και τον Γιώργο Παπανδρέου. Επειτα φάγαμε κάτι σαν μαγειρίτσα, στο σοκάκι με τις σουβλακερί στο Σεν Ζερμέν. Το μόνο που θυμάμαι με νοσταλγία από το ελληνικό μου Πάσχα στο Παρίσι είναι η επίσκεψη της επόμενης ημέρας στην Eurodisney.

Το 1998, φύγαμε για τη Βαρκελώνη με το αρνί στον οισοφάγο. Εάν θυμάμαι σωστά, το ραντεβού στο παλαιό αεροδρόμιο του Ελληνικού για την πτήση με την αποστολή της ΑΕΚ ήταν στις 2 το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα.

Εγώ πήγα νηστικός και άκεφος. Μία μέρα νωρίτερα, είχα αποχαιρετίσει τον «Ενωσίτη» πατέρα μου σε ένα παγερό κρεβάτι νοσοκομείου, με την υπόσχεση να του φέρω στο κύπελλο στο κρεβάτι του.

Εκείνος ετοιμαζόταν για το μεγάλο ταξίδι και αμφιβάλλω αν άκουσε τα λόγια μου. Είχε μπροστά του μόλις 12 ημέρες ζωής.