Η απάντηση της προσφυγιάς

Το θαύμα του '68 συντελέστηκε μέσα στη Χούντα και ήταν η εκδίκηση μίας άλλης Ελλάδας

Η απάντηση της προσφυγιάς

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι το «1968» είναι μία ταινία για όλους τους Έλληνες, ασχέτως οπαδικής προτίμησης και ηλικίας. 

Η απάντηση της προσφυγιάς

Πιστός στην παράδοση που με θέλει να καταφτάνω τελευταίος και καταϊδρωμένος στο πάρτι, είδα, σε κινηματογράφο του Αιγαλέου (όπως θα ‘λεγε ο Ζαμπέτας) και μακριά από τα ταρατατζούμ της επίσημης προβολής, το «1968» του Τάσου Μπουλμέτη.

Μαζί με 30 άλλους θεατές και οπωσδήποτε μακριά από τις υστερικές άναρθρες εκκλήσεις των ...αλλόδοξων φανατικών, οι οποίοι απαιτούσαν τον εξοστρακισμό της ταινίας από γειτονιές «αντιφρονούντων».

Ευτυχώς, στη δυτική όχθη έχουν ακόμη προτεραιότητα άλλου είδους ευαισθησίες, ιδίως σε θέματα που έχουν να κάνουν με την προσφυγιά.

Η ταινία δεν αφορά τόσο την ΑΕΚ, όσο την Ελλάδα.

Την Ελλάδα των προσφύγων, που έφτιαξαν αθλητικούς συλλόγους στη νέα, παλαιά πατρίδα, αλλά και την Ελλάδα των καταπιεσμένων, που έψαχναν διέξοδο για να βγάλουν το άχτι τους ενάντια στη Χούντα που συμπλήρωνε έναν χρόνο καθισμένη στον σβέρκο τους.

Νομίζω ότι πρέπει να τη δουν όλοι, όποια ομάδα και αν υποστηρίζουν, όποια Ελλάδα και αν κατοικούν, είτε δηλώνουν φίλαθλοι είτε όχι. Δεν θα κερδίσει Όσκαρ καλύτερης ταινίας, αλλά θα κερδίσει δάκρυα συγκίνησης και χαμόγελα γλυκόπικρης νοσταλγίας. Και θα ξεπεράσει τις 100.000 εισιτήρια.

Είναι, βεβαίως, τίτλος τιμής για την ΚΑΕ ΑΕΚ και για τον Μάκη Αγγελόπουλο, η οικονομική και πρακτική υποστήριξη της παραγωγής. Το μέλλον ανήκει σε όσους θυμούνται και τιμούν το παρελθόν. Για να μη ξαναγίνει η ανάγκη ιστορία, για να μη γίνει η ιστορία σιωπή.

Επιπρόσθετα, αξίζει συγχαρητήρια η ερευνητική –και δίχως περιττούς εξωραϊσμούς- διάθεση όσων υπογράφουν το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Στο δίωρο της ταινίας προβάλλονται συνεντεύξεις από τους πρωταγωνιστές του τελικού, Έλληνες και Τσεχοσλοβάκους.

Η κάμερα του Μπουλμέτη ταξιδεύει όχι μόνο στην Αθήνα και στη γνώριμη από την «Πολίτικη Κουζίνα» Κωνσταντινούπολη, αλλά και στην Πράγα. Ναι, και στην Πάτρα, όπου κατοικοεδρεύει εδώ και δεκαετίες ο Βασίλης Γεωργίου!

Είναι καλός φίλος, ο παλαίμαχος σχολιαστής. Έχω χρόνια να τον δω, αλλά δεν θα πάψω ποτέ να τον φθονώ, για εκείνη την περιγραφή! Δύο μεταδόσεις έχω ζηλέψει στη ζωή μου: τη ραδιοφωνική του Γεωργίου από το 1968 και την τηλεοπτική του Συρίγου, στον τελικό του 1987.

Ο τρόπος με τον οποίο μετέφεραν την ατμόσφαιρα είναι σαν ένα όμορφο τέρας με δύο κεφάλια. Ανθρώπινος, ενθουσιώδης, αγωνιώδης, μετρημένος, λεπτομερής, συναρπαστικός. Σαν να ήταν ενεργά κσι ισότιμα μέλη της ελληνικής ομάδας.

Τα εκτεταμένα αποσπάσματα του σπηκάζ, που η ταινία ανέσυρε από τα βάθη του χρόνου, με έκαναν να χαζεύω περισσότερο και από τα στιγμιότυπα του αγώνα.

«Μα δεν θα χάσουν κανένα σουτ;»  Έχασαν όσα χρειαζόταν, για να καταλήξει το τρόπαιο στα χέρια της ΑΕΚ και να γραφτεί η ιστορία με γράμματα κίτρινα και γαλανόλευκα. 

Μπορεί να μην είναι κάποιο κοσμοϊστορικό γεγονός για τον υπόλοιπο κόσμο η κατάκτηση ενός Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά ο αθλητισμός της βασανισμένης ψωροκώσταινας δεν θα ήταν ίδιος χωρίς αυτήν.

Την πορτοκαλί μπάλα την έβγαλαν από τη μήτρα τους σύλλογοι όπως η ΧΑΝΘ και ο Πανελλήνιος, αλλά η πρώτη ομάδα που την έβαλε στα σπίτια των Ελλήνων ήταν η ΑΕΚ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60.  

Και το μπάσκετ; Αχ, το μπάσκετ του 1968…

Κακώς θεωρείται ότι είναι ίδιο άθλημα, με αυτό που ζούμε σήμερα. Καλά καλά δεν είναι ίδιο άθλημα το μπάσκετ του 1987 με το μπάσκετ του 2018!

Στο ασπρόμαυρο –εξαιρετικά επεξεργασμένο- υλικό από το Καλλιμάρμαρο, οι ομάδες παίζουν σε σλόου μόσιον, η σωματική επαφή σπανίζει, συστήματα δεν φαίνεται να υπάρχουν, τα κορμιά μοιάζουν καχεκτικά.

Ορισμένα στοιχεία, ωστόσο, ξεχωρίζουν διά γυμνού οφθαλμού: η κλάση του συγχωρεμένου Γιώργου Αμερικάνου, το κορμί του Γιώργου Τρόντζου, η οργανωτική δεινότητα του Χρήστου Ζούπα.

Μακάρι να μπορούσα να δω ολόκληρο το ματς, μαζί με τη ραδιοφωνική περιγραφή φυσικά! Ο Γεωργίου μετέδιδε το ματς όρθιος, δίπλα στις γραμμές του αγωνιστικού χώρου. Κάποια στιγμή παράτησε το μικρόφωνο και έτρεξε να φιλήσει τον Τρόντζο.

«Σας παίζω όπως θέλω, τους λέει! Οι παίκτες αγκαλιάζουν και εμένα…».

Εγώ ήμουν δεκαοχτώ μηνών βρέφος, τότε. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, ΑΕΚτζής όχι της Μικρασίας αλλά της Κρήτης, ισχυριζόταν, μαζί με ...εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες του, ότι ήταν μέσα στο Καλλιμάρμαρο εκείνο το βράδυ και μάλιστα από νωρίς. Δεν θα μάθω ποτέ αν έλεγε αλήθεια.

Είμαι βέβαιος, όμως, ότι θα έβλεπε το ματς με την πλάτη γυρισμένη στους χουντικούς. Και ας ήταν, και ο ίδιος, στρατιωτικός. Οι Κρητικοί αρέσκονται στο βίβερε περικολοζαμέντε, όταν αξίζει τον κόπο και τον κίνδυνο. 

Ο Ντράγκαν Σάκοτα, με τον οποίο μίλησα τις προάλλες, μου είπε ότι το «1968» του θύμισε τα ντοκυμαντέρ του History Channel και του National Geographic. Kαι προφήτευσε, ότι θα ακολουθήσουν και άλλες ομάδες το παράδειγμα της ΑΕΚ.

Αλήθεια, τι περιμένουν, εκεί, στον Άρη; Και αν χρειαστούν σπήκερ που να έζησε στο πετσί του και στις φωνητικές χορδές του τα θαύματα της εποχής Γκάλη, Γιαννάκη και Ιωαννίδη, ξέρουν πού να απευθυνθούν!

* Η φωτογραφία που βρίσκεται στο τέλος του κειμένου είναι από συνέντευξη του Νίκου Μήλα σε ένα από τα πρώτα τεύχη του "Τρίποντου". Ο προπονητής της ΑΕΚ του '68 μίλησε στο καινούριο τότε περιοδικό, τον χειμώνα του 1988-89. Εάν κάποιος αναγνώστης έχει το τεύχος και επιθυμεί να με απαλλάξει από την ταλαιπωρία της αναζήτησης του δημοσιεύματος, παρακαλείται να μου το στείλει, με αντάλλαγμα μία μπούκλα από την πλούσια χαίτη του νεαρού συντάκτη! Ευχαριστώ πολύ. 

Best of internet