Έλα τώρα μπρε αγάπη μου!

Ο μαέστρος Ντούσαν Ιβκοβιτς διευθύνει απόψε για τελευταία φορά την ορχήστρα του και ο Βασίλης Σκουντής αν και φάλτσος, προσπαθεί να χωθεί εκεί μέσα..

Ασφαλώς τίποτε δεν διαρκεί επ’ άπειρον και κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο με την αιωνιότητα. Από το «ου γαρ έρχεται μόνον» (το γήρας ντε, αν και ο λεγάμενος αμύνεται σθεναρώς απέναντι του και στα 74 χρόνια του έχει λυμένο το ζωνάρι του και στην καθισιά του θέλει καμιά δεκαριά νεανίες) μέχρι τη νομοτέλεια των πραγμάτων, για έναν έκαστο εξ ημών επέρχεται κάποια στιγμή το αναπόδραστο πλήρωμα του χρόνου, οπότε σπολλάτη μας!

Σπολλάτη και του Ντούντα, που σε λίγες ώρες θα βαστήξει σφιχτά στα χέρια του για τελευταία φορά (;) την μπαγκέτα του μαέστρου...

Γιατί βάζω εντός παρενθέσεως το ερωτηματικό; Μα επειδή και το καλοκαίρι του 2012, όταν αποχώρησε από τον Ολυμπιακό είχε πει πως δεν πρόκειται να αναλάβει άλλη ομάδα και μετά από δυο χρόνια, τσουπ, να ‘τος στον πάγκο της Αναντολού Εφές, μαζί με τον (μπασκετικό) ψυχογιό του Βαγγέλη Αγγέλου!

Σφιχτά θα τη βαστήξει απόψε την μπαγκέτα; Σφιχτά, δεν λέει τίποτε: τόσο σφιχτά που δεν αποκλείεται να την κάνει σκόνη και θρύψαλα!

Το εννοώ αυτό και όποιος έχει αντίρρηση, όποτε τον συναντήσει, ας αποτολμήσει να του τείνει το χέρι: θα νιώσει σαν να το χάνει μέσα στην παλάμη του Ιβκοβιτς και στα χοντρά δάχτυλα του που μοιάζουν με δαγκάνες!

Αυτές είναι οι κατά πάσα πιθανότητα άχρηστες σημειολογικές παρατηρήσεις της ημέρας, προϊούσης της οποίας η μπασκετική πιάτσα ολούθε της γης θα κλίνει ευλαβικά το γόνυ και θα αποχαιρετήσει έναν καθ’ όλα μάγιστρο: καθ’ όλα, διότι όντως ο Ιβκοβιτς απέχει πολύ από το στερεότυπο του απλού προπονητή και σε όλη τη σταδιοδρομία του φρόντισε επιμελώς να υπογραμμίσει την πληθωρικότητα του ρόλου του.

Θα μπορούσε να την υπογραμμίσει και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού πριν από δέκα πέντε χρόνια όταν σχεδόν ανέλαβε την τεχνική ηγεσία των Ντένβερ Νάγκετς!

Αυτοσαρκαζόμενος τώρα οφείλω να παραδεχθώ ότι το «σχεδόν ανέλαβε» είναι σαν το «ολίγον έγκυος», αλλά στην προκειμένη περίπτωση η έκφραση έχει ουσιαστικό νόημα: ο Ντούντα είχε συμφωνήσει με τον τότε τζένεραλ μάνατζερ της ομάδας του Κολοράντο, Κίκι Βαντεγουέι και μετά τη συνάντηση τους απέμενε μονάχα η ανταλλαγή των υπογεγραμμένων συμβολαίων...

Ο Ντούντα γύρισε πίσω και όντας ανέκαθεν αυστηρός με τα χρονοδιαγράμματα, ευέξαπτος και αψύς, όταν διαπίστωσε ότι ο Βαντεγουέι δεν τήρησε την προθεσμία, τηλεφώνησε στον Σεργκέι Κούσενκο και επιβεβαίωσε τη συμφωνία του με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας.

Τόσο απλά!

Για τον Ντούντα θα μπορούσα να γράφω μερόνυχτα. Οχι ένα άρθρο, αλλά ολάκερη εγκυκλοπαίδεια, πολλώ δε μάλλον όταν, καλή ώρα όπως σήμερα, το απαιτούν οι περιστάσεις...

Με καβαλάει ο διάολος να το κάνω, αλλά φοβάμαι πως εάν υποκύψω στον πειρασμό που με τριγυρίζει, θα έχει αρχίσει ο αποψινός αγώνας κι εγώ ακόμη θα γράφω!

Τον Ντούντα τον γνώρισα τον Οκτώβριο του 1980, σε ένα από τα πρώτα ματς του με τον Αρη (κόντρα στον Παναθηναϊκό) τον οποίο ανέλαβε αντί του Φρανκ Ντέβελι, κατά τύχη ή μάλλον λόγω ατυχίας!

Ο γιος του ο Πέτρος υπέφερε από άσθμα και οι γιατροί συνέστησαν στον Ντούντα να μετακομίσουν, εάν αυτό ήταν δυνατόν, σε κάποια περιοχή με ηπιότερο κλίμα: δούλεψαν τότε τα τέλια, ο Λάζαρος Λέτσιτς έκανε το κονέ και ο συχωρεμένος έφορος του Αρη Μιλτιάδης Βέλλος πήρε το αυτοκίνητο του και ταξίδεψε αστραπή από τη Θεσσαλονίκη στο Βελιγράδι απ’ όπου κουβάλησε δεμένο χεροπόδαρα τον Ντούντα!

Από τότε πέρασαν κιόλας τριάντα επτά χρόνια και ο Ντούντα είναι ακόμα εδώ: εδώ στην αγαπημένη του Ελλάδα, όπου πέρα

από τον Αρη, τον ΠΑΟΚ, τον Πανιώνιο, τον Ολυμπιακό (δις) και την ΑΕΚ, πέρα από τους τίτλους, πέρα από τους παίκτες και τους κάθε λογής συνεργάτες, έκανε καρδιακούς φίλους, που πέφτουν στη φωτιά για πάρτη του.

Έκανε και εχθρούς βεβαίως, άνοιξε μέτωπα, τσακώθηκε, βρίστηκε, πλακώθηκε στο ξύλο και πάει λέγοντας...

Άγιος ή διάβολος, φίλος ή εχθρός, καλότροπος ή στραβόξυλο, το γεγονός είναι ένα και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης: ο Ντούντα δεν περνά απαρατήρητος ποτέ και πουθενά.

Α, για να μην το ξεχάσω: όλα αυτά τα χρόνια εκτός από φίλους, εχθρούς και τα συναφή, έκανε και μια πολύ μεγάλη οικογένεια που τη στεγάζει άλλοτε στην ταράτσα του οροφοδιαμερίσματος του στο Παλαιό Φάληρο και άλλοτε στο σπίτι του στο Βελιγράδι...

Τι σόι οικογένεια είναι αυτή; Μα φυσικά τα περιστέρια που εκτρέφει και αυτή είναι μια μανιώδης συνήθεια την οποία (κάποτε μου αποκάλυψε πως) κληρονόμησε από τον αδερφό της γιαγιάς του, τον μαθητή του Τόμας Εντισον, διάσημο εφευρέτη και πρωτοπόρο επιστήμονα στον τομέα του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού, Νίκολα Τέσλα (1856-1943).

Παρεμπιπτόντως ο Τέσλα πέθανε ανήμερα της παλαιοημερολογίτικης Πρωτοχρονιάς (7 Ιανουαρίου 1943), αλλά τον βρήκαν νεκρό μετά από δυο ημέρες, διότι κανείς δεν τολμούσε να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του στη Νέα Υόρκη.

Ο λόγος; Είχε κρεμάσει απ’ έξω μια ταμπέλα που έγραφε «Mην ενοχλείτε, εργάζομαι»!

Θαρρώ πως εκτός από την αγάπη του για τα περιστέρια, από τον Τέσλα ο Ντούντα θα πρέπει να κληρονόμησε και αυτό το τόσο κοφτό και απόλυτο ύφος του, που δεν σηκώνει δεύτερη κουβέντα.

Επιθυμώντας λοιπόν να συμμετάσχω κι εγώ στο αποψινό «κύκνειο άσμα» του Ντούντα, αντί άλλης φλυαρίας, αναδημοσιεύω μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξη που μου έκανε την τιμή να μου δώσει στις 4 Ιουνίου του 2012 μετά την κατάκτηση του τροπαίου της Εuroleague και του ελληνικού πρωταθλήματος, για λογαριασμό της εφημερίδας «Goal News».

Παρέα με τον συνάδελφο Γιάννη Τρουμούση μπήκαμε στο σπίτι του Δευτέρα απόγευμα και κοντέψαμε να βγούμε Τρίτη μεσημέρι!

Πλάκα πλάκα αυτή δεν ήταν συνέντευξη. Ούτε απλά μια συνέντευξη-ποταμός, όπως επιβάλλει το κλισέ σε τέτοιες περιπτώσεις...

Αυτές οι 5.277 λέξεις συνιστούν όντως την αυτοβιογραφία του σε draft και αν δεν με πιστεύετε ή θεωρείτε ότι υπερβάλλω ως συνήθως, ιδού η απόδειξη και μάλιστα αυτούσια, χωρίς περικοπές, πάντοτε επίκαιρη και ένεκα της ημέρας και της αποψινής περιστάσεως, συμβολική.

· ΥΓ-1: Ντούντα επίτρεψε μου να αποτίσω από εδώ δημοσίως έναν φόρο τιμής στο πρόσωπο σου και μάλιστα όχι σε παρελθόντα, αλλά σε ενεστώτα χρόνο, Να σε ευχαριστήσω για όλα όσα μοιράζεσαι μαζί μου. Για όσα μου μαθαίνεις από εκείνο το απόβραδο του ’80 που πρωτοσυναντηθήκαμε στον «Τάφο του Ινδού» μέχρι τώρα. Για τη φιλία σου. Και βεβαίως για την παντοτινή αγάπη σου.

· ΥΓ-2: Και όπως συνηθίζεις να λες κι εσύ, «έλα τώρα μπρε αγάπη μου τώρα, να κάνουμε ένα μούτσου μούτσου»!

· ΥΓ-3: Α, για να μην το ξεχάσω: τελικά ο μπακλαβάς είναι ελληνικός ή τούρκικος;