Από το “Hall of shame" στο “Hall of Fame”

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος αποδίδει τον θρίαμβο επί των Λιθουανών σε μπασκετική  εξέλιξη και όχι σε μαγ(κ)ική μεταμόρφωση της Εθνικής

Από το “Hall of shame" στο “Hall of Fame”

Μπορείς να βρει δεκάδες λόγους για να νιώσεις αγαλλίαση  βλέποντας το χρονόμετρο να μηδενίζεται  και το φωτεινό ταμπλό του «Sinan Erdem» να σε διαβεβαιώνει ότι η  παραπαίουσα Ελλάδα του Ελσίνκι, μεταμορφώθηκε σε «άρμα μάχης» και  γονάτισε την γκαζωμένη Λιθουανία  του Τελ Αβιβ, με 77-64.

Προσπαθείς να βάλεις όλα τα δεδομένα σε μια ζυγαριά, αλλά και πάλι, δεν είναι εύκολο να καταλήξεις. Να  χαρείς γιατί αυτή η ομάδα που λοιδορήθηκε και αμφισβητήθηκε όσο καμιά άλλη τα τελευταία χρόνια μίλησε (επιτέλους) στο γήπεδο;  Επειδή έσπασε την κατάρα των νοκ άουτ που την κατέτρεχε τα τελευταία χρόνια; Επειδή τα κατάφερε κόντρα στα προγνωστικά και απέναντι σε έναν αντίπαλο πρώτης γραμμής όπως η  αργυρή των δυο προηγούμενων διοργανώσεων Λιθουανία, η οποία είχε βγάλει γλώσσα και ετοιμαζόταν για πασαρέλα; Επειδή  όλα τα μέλη της  που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν  από το ξεκίνημα της προετοιμασίας μια πρωτόγνωρη τραμπάλα αντιφατικών συναισθημάτων και ξέρουν ότι  οφείλουν να συνεχίσουν να τα διαχειρίζονται μέχρι να έρθει η ώρα να επιστρέψουν πίσω στην Αθήνα, όσο μακριά θα την πάνε αυτή τη  βαλίτσα που εξελίσσεται σε  μια πανάκριβη αποσκευή; Για τον Μίσσα  αλλά και τους συνεργάτες του που επιστρατεύτηκαν και με αξιοπρέπεια σήκωσαν το σταυρό του μαρτυρίου με  ήθος και αυταπάρνηση;

Πάντως, συγνώμη, αλλά αρνούμαι να αποδώσω έναν τέτοιο θρίαμβο, ειδικά μέσα από τις συνθήκες που προέκυψε στη περίφημη ελληνική «μαγκιά», όπως είδα κι βλέπω κατά κόρον να γράφεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αν το κάνω, αισθάνομαι σαν τα υποτιμώ και τη νίκη αλλά και αυτούς που την έφεραν. Δεν  διέκρινα  στο παρκέ 12 κουτσαβάκια που έφεραν βόλτα τον αντίπαλο, επειδή έβγαλαν τους σουγιάδες και ανάγκασαν τους φλώρους από τη Βαλτική να κάνουν  τουμπεκί ψιλοκομμένο.

Ήταν μια επικράτηση σε όλα τα επίπεδα στα οποία κρίνεται ένα τόσο κρίσιμο ματς: πνευματική ετοιμότητα, υποδειγματική  στρατηγική, ακριβής εκτέλεση και ψυχολογική  ανωτερότητα που φάνηκε ακόμη και σε προσωπικές μάχες που έμοιαζαν χαμένες, αλλά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν.

Η Ελλάδα νίκησε την Λιθουανία στο μπάσκετ , γιατί κατάφερε να υλοποιήσει όλα όσα είχε σχεδιάσει να κάνει, προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητές της να νικήσει το ματς. Προφανώς τα έκανε πολύ καλύτερα, αφού νίκησε τόσο καθαρά και ανάγκασε τους απέναντι να βγουν έξω από τη λογική του παιχνιδιού που τους βόλευε.

Ο Μίσσας είχε επισημάνει τη δύναμη του Βαλαντσιούνας μέσα στο ζωγραφιστό και ο Παπαγιάννης με τον μαγικό Μπουρούση του  δευτέρου ημιχρόνου, τον έκαναν να θέλει αλλά να μην μπορεί να μας πονέσει.  Είχε ξεκαθαρίσει ότι πρόκειται για μια ομάδα με έφεση στο επιθετικό ριμπάουντ και ίσως ήταν η πρώτη φορά που έβλεπες πέντε παίκτες να κάνουν ταυτόχρονα μπλοκ άουτ και τον (καλύτερο) Παπανικολάου (του τουρνουά) να κάνει όλη τη βρώμικη δουλειά. Υπέδειξε την αδυναμία του Καλνιέτις να αποτελέσει μια συνεπή απειλή σε εκτέλεση και δημιουργία και έβαλε τον Καλάθη να του βγάλει τα συκώτια και στις δυο πλευρές του γηπέδου. Άφησε στον σεληνιασμένο Σλούκα την ελευθερία να χτυπάει συνέχεια   στο ψαχνό  γιατί (εδώ μάλλον ήταν το μυστικό) βρήκαμε απέναντί μας μια ομάδα που ίσως ήταν χειρότερη από μας και στην εκτέλεση αλλά και στη αντιμετώπιση του pick and roll. Προσπαθώ να θυμηθώ, αλλά νομίζω ότι ούτε η Ισλανδία δεν μας πρόσφερε την δυνατότητα να μην πληγωθούμε από ένα κεφάλαιο που φέτος, είναι για μας πονεμένη ιστορία. Γι αυτό και ο Αντομάϊτις προσπάθησε να παίξει με κοντά σχήματα, όπως κάναμε εμείς όταν επιστρατεύαμε τον Αγραβάνη για να καλύψουμε την συγκεκριμένη αδυναμία μας. Γι αυτό επίσης, στην προκειμένη περίπτωση δεν χρειάστηκε να παίξει καθόλου ο Αγραβάνης , που ξεκίνησε πεντάδα στον προηγούμενο «τελικό» με την Πολωνία.

Μακάρι να διαψευσθώ, αλλά πέρα από το άρτιο πλάνο, πέσαμε σε ένα αντίπαλο που φάνηκε ότι μας ταίριαζε, αρκεί να μην υστερούσαμε στο «ένας εναντίον ενός». Και δεν υστερήσαμε. Τουναντίον ήταν ξεκάθαρη η υπεροχή που δείξαμε στην διαχείριση εντός τόσο απαιτητικού μας, που απαιτούσε παίκτες που ξέρουν να παίζουν με την πλάτη στον τοίχο.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι ο Μίσσας ήταν ο Μπόμπι Νάιτ και τον αδικούσαμε , ή ότι  αυτή η ομάδα ήταν μια ωραία ατμόσφαιρα , έπαιζε μπάσκετάρα , αλλά εμείς ήμασταν οι κακοπροαίρετοι. Πιο τίμια προσέγγιση φαίνεται  να παραδεχθούμε ότι μια ομάδα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που βασίζεται σε ανθρώπους και τις σχέσεις τους και ως τέτοιος, έχει την δυνατότητα να εξελίσσεται στο πέρασμα του χρόνου. Αυτό το timing είναι καθοριστικό.  Όταν καταφέρνει να βρει τις ισορροπίες της  και να λύσει τις παρεξηγήσεις  την κατάλληλη στιγμή, μπορεί να ελπίζει σε καλύτερες μέρες. Αν όχι, κλαψ’ τα Χαράλαμπε.

Τώρα, όποιος  κι αν είναι ο αντίπαλος στον προημιτελικό (Κροατία ή Ρωσία) , η συζήτηση μπορεί να ξεκινήσει από άλλη βάση.

 

 

   

Best of internet