Στον κύριο (Θόδωρο) μας με αγάπη...

Στον κύριο (Θόδωρο) μας με αγάπη...

Ο «Μάο» της ελληνικής δημοσιογραφίας άφησε τις Θερμοπύλες του και ο Βασίλης Σκουντής τον αποχαιρετά με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη... 

Περιγράφοντας τον κόσμο, ο Οδυσσέας Ελύτης ο οποίος έφυγε σαν σήμερα (πριν από είκοσι ένα χρόνια) από τη ζωή είχε γράψει κάποτε μια σοφή κουβέντα, που θαρρώ πως ταιριάζει γάντι στον κύριο Θόδωρο...

«Βαρύς, λέει, ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε»!

Εκδήμησε λοιπόν, την ίδια μέρα με τον ποιητή του «Αξιον Εστί» ο κύριος Θόδωρος. Βεβαίως, όπως αναρωτήθηκε νωρίτερα εδώ ο Μιχάλης Τσώχος επικαλούμενος την απορία που είχε διατυπώσει ο ίδιος ο κύριος Θόδωρος, όταν έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, «τον είδε κανείς να πεθαίνει;»

Ο κύριος Θόδωρος, επιμένω σε αυτή την αναφορά κι ας λένε πως όταν κάποιος εγκαταλείπει τα εγκόσμια, παύει να προσφωνείται ως τέτοιος...

Ο κύριος Θόδωρος μας, που αυτό (το δυσάρεστο μαντάτο εννοώ) δεν το ‘χε πει όπως συνήθιζε και μας άφησε αποσβολωμένους σήμερα το πρωί. Έφυγε αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο κενό το οποίο σε ό,τι αφορά το δημοσιογραφικό παράστημα και το ηθικό ανάστημα του με κάνει να υποκύψω στον πειρασμό να αμφισβητήσω την κουβέντα που είπε κάποτε ο Σαρλ Ντε Γκολ, ότι δηλαδή τα νεκροταφεία είναι γεμάτα από αναντικατάστατους!

Για ό,τι ήταν, για ό,τι έκανε, για ό,τι συμβόλιζε και εντέλει για όλα αυτά που άφησε ως παρακαταθήκη ο «Μάο» (όπως τον αποκαλούσαν οι παλιοί) είναι όντως αναντικατάστατος...

Για να επιστρέψω στην αποφθεγματική ρήση του Ελύτη, δεν ξέρω εάν ο κύριος Θόδωρος κύρτωσε από το βάρος του κόσμου που τον έζησε μέχρι τα 92 του, αλλά το άξιζε για την πολλή περηφάνια του: μια (δημοσιογραφική, εκδοτική και ανθρώπινη περηφάνια) που την κράτησε σαν φυλακτό και σαν λάβαρο καθ’ όλο τον βίο του και μας την κληρονομεί για να τη διαφυλάξουμε.

Ο Νικολαϊδης υπήρξε ένα ιερόν τέρας του ελληνικού Τύπου, σε όλα τα επίπεδα: μέχρι και την ύστατη ώρα δεν διεύθυνε, ούτε εξέδιδε μια εφημερίδα, αλλά δημοσιογραφούσε με το πάθος και την αφοσίωση ενός νεαρού που βρίσκεται στην εκκίνηση της επαγγελματικής διαδρομής του...

Υπήρξε όντως ο τελευταίος των Μοϊκανών, στέρεο και τιμημένο «απολίθωμα» μιας εποχής, μιας δημοσιογραφίας και μιας ηθικής που μέρα με τη μέρα ευτελίζονται και πνέουν τα λοίσθια...

Εδώ θαρρώ πως (του) ταιριάζει άλλη μια κουβέντα του Ελύτη: «Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά»!

Ήταν πεισματάρης και αγωνίστηκε με όλες τις δυνάμεις και τις ικμάδες του και ο κύριος Θόδωρος για να καταπολεμήσει τη μετριότητα και να εξουδετερώσει τη φθορά της δημοσιογραφίας: αυτή τη μάχη την έδινε επί δεκαετίες και νυχθημερόν πότε στον τρίτο όροφο της οδού Πειραιώς 9-11, πότε στη λεωφόρο Αθηνών 122 και πότε στο αρχοντικό του στον Ορνό, απ’ όπου (όταν έφευγε από την Αθήνα και συχνά φιλοξενούσε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή) έστελνε τους τίτλους και τα κτυπήματα της πρώτης σελίδας με το φαξ που κτυπούσε σαν δαιμονισμένο!

Σε κάποιο καμαράκι, γράφει ο Ελύτης, σε κάποιο καμαράκι άρχισε και ο κύριος Θόδωρος να στήνει στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 το «Φως των Σπορ», που έμελλε να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία, διαχρονικότερη, πληρέστερη, εγκυρότερη, πιο αντικειμενική (μολονότι φίλα προσκείμενη στον Ολυμπιακό) και κορυφαία αθλητική εφημερίδα.

Την άνοιξη του ‘79 όταν (όντας μαθητής της Β’ Λυκείου με κοντό παντελονάκι και φοβισμένος) βρέθηκα για πρώτη φορά σον τρίτο όροφο του Μεγάρου της «Βραδυνής», όπου στεγαζόταν και το «Φως», αυτό το δικό του καμαράκι μου φάνηκε σαν ένα ιερατείο, σαν ένα εκκλησιαστικό άβατο!

Δεν τολμούσα καν να στρέψω το βλέμμα μου προς τα μέσα, αλλά το έστρεφε πού και πού ο ίδιος, βγαίνοντας από εκεί ντυμένος πάντα στην τρίχα: με τα άσπρα παντελόνια, με τα έντονα πουκάμισα, με τα καρό σακάκια, με τα γυαλιά Ray-Ban. Κάτω είχε παρκαρισμένη την κόκκινη Jaguar που κάθε Κυριακή μεσημέρι την έπαιρνε και μέχρι να τελειώσει ο αγώνας του Ολυμπιακού, έκοβε βόλτες γύρω από το «Στάδιο Καραϊσκάκης», έχοντας κλειστό το ραδιόφωνο και ανεβασμένα τα παράθυρα για να μην ακούει φωνές οι οποίες θα μαρτύραγαν το σκορ!

Την πρώτη φορά που εισέδυσα στο άβατον του κυρίου Θόδωρου ήταν ένα σαββατιάτικο απόγευμα του 1980, που ο διευθυντής σύνταξης (συχωρεμένος και αυτός από τις 21 Ιουλίου του 2015) Νίκος Καρελλάς μου είχε αναθέσει να γράψω το ρεπορτάζ για έναν φιλικό αγώνα της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου. Εκείνη την εποχή ο Ολυμπιακός είχε πλευρίσει τον Πανιώνιο για τη μεταγραφή του Νίκου Αναστόπουλου και ο κύριος Θόδωρος παρακολουθούσε με έκδηλο ενδιαφέρον το ματς για να τον τσεκάρει...

Κάποια στιγμή ο Νικόλας έχασε μια μεγάλη ευκαιρία και τότε πετάχτηκε ο Νικολαϊδης και απεφάνθη απογοητευμένος προς τον Καρελλά..

«Λίγος ο Αναστόπουλος Νίκο. Δεν κάνει για τον Ολυμπιακό».

Ο Καρελλάς που δεν σεβόταν απλώς τον Νικολαϊδη, αλλά τον φοβόταν κιόλας συμφώνησε αμέσως...

«Ναι Θόδωρε. Λίγος είναι. Δεν κάνει για τον Ολυμπιακό».

Στο αμέσως επόμενο λεπτό ο Αναστόπουλος σκοράρει με μια περίτεχνη ενέργεια και τότε ο Νικολαϊδης εκστασιάζεται και φωνάζει...

«Παικταράς ο Αναστόπουλος, Καρελλά. Αυτός θα κάνει θραύση στον Ολυμπιακό...»

Γυρίζει τότε ο Καρελλάς και υπερθεματίζει...

«Παικταράς, Θόδωρε. Παικταράς. Θα κάνει θραύση στον Ολυμπιακό. Το ‘χες ΄πει Θόδωρε πριν από μισό λεπτό»!

Αυτές οι στιχομυθίες ήταν καθημερινές με τον δόλιο τον Καρελλά που δεν έφυγε ποτέ για διακοπές (φοβούμενος πως θα χάσει τη θέση του) να μην τολμά ούτε γι’ αστείο να διαφωνήσει με τον «Μάο»...

Τέτοια περιστατικά μεγάλωναν το δέος που ένιωθα στη θέα του: ήταν το δέος ενός εκκολαπτόμενου δηνοσιογράφου μπροστά σε μια από τις εμβληματικότερες φυσιογνωμίες που έχει αναδείξει το σινάφι μας στα χρονικά του...

Εκεί τον κατατάσσω τον μακαριστό κύριο Θόδωρο: στην κορυφή των παραδοσιακών, ακραιφνών, αμετακίνητων στις αξίες τους, φανατικών υπερασπιστών της κουλτούρας τους και αταλάντευτων στην ηθική τους Ελλήνων δημοσιογράφων. Η μάλλον, στην κορυφή των Ελλήνων ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ, με κεφαλαία γράμματα για να τονίζεται η ιδιότητα, που τόσο πολύ ευτελίσθηκε στις μέρες μας.

Ανέκαθεν έκλινα ευλαβικά το γόνυ μου μπροστά στον δημοσιογράφο πρωτίστως, στον άνθρωπο, αλλά και στον εκδότη που επί επτά δεκαετίες έστεκε αγέρωχος στις επάλξεις του: στις δικές του επάλξεις την ώρα που σχεδόν όλοι από τη γενιά του, είτε έφυγαν από τη ζωή, είτε αποσύρθηκαν..

Ο κύριος Θόδωρος αποδείχθηκε ακάματος και τόσο αφοσιωμένος που μέχρι σήμερα τα ξημερώματα, η επιστήμη σήκωνε τα χέρια ψηλά! Επτά δεκαετίες στο ίδιο μετερίζι,με τον ίδιο ενθουσιασμό, με το ίδιο πάθος, με την ίδια αφοσίωση, με την ίδια κοφτή δημοσιογραφική ματιά, με το ίδιο κέφι, με την ίδια διάθεση να μεταλαμπαδεύει στους νεότερους τις αρχές στις οποίες όμνυε ο όδιος και να τους οιστρηλατεί για να πορευθούν στον επαγγελματικό βίο τους.

Το έπραττε επιμελώς και ενσυνειδήτως, είτε με τη φυσική παρουσία του και μάλιστα αξημέρωτα, είτε με εκείνα τα σεντόνια που ξέρναγε το φαξ από τη Μύκονο και αποτελούσαν μνημείο δημοσιογραφικής αρτιότητας: είναι τα μοναδικά στην ιστορία του ελληνικού Τύπου και απαράμιλλα «κτυπήματα» (τίτλοι και «μπουρμπούρια» που λέμε στη διάλεκτο μας) για την πρώτη σελίδα του «Φωτός των Σπορ», που κι αυτή αποτελεί ένα μουσειακό και ως εκ τούτου ανεκτίμητο είδος...

Μοιάζει με το λείψανο μιας εποχής που φεύγει μαζί με εκείνους που τη σημάδεψαν: με το μεγάλο σχήμα, με τους πηχυαίους τίτλους, που κάποιοι μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στην ιστορική συλλογική μνήμη: από το «Μη ο Σαργκάνης συντριβή» μέχρι ένα σκέτο «Θα» που δέσποζε κάποτε στο πάνω μέρος του εξωφύλλου!

Οι εφημερίδες που κάποτε αποτελούσαν σχολεία δεν υπάρχουν πια: τις εξαφάνισε η τεχνολογία, τις σκότωσε το Internet, τις διέλυσε η λογική του copy and paste, της δημοσιογραφίας τύπου φασόν, της ξεπέτας και της αρπαχτής. Σε πείσμα των βουρλισμένων χρόνων, όμως ο κύριος Θόδωρος αντιστεκόταν με όλες τις δυνάμεις του και επέμενε με στωικότητα να φυλάττει τις Θερμοπύλες της παλιάς καλής δημοσιογραφίας.

Πέρασαν κιόλας τριάντα εννέα χρόνια από την πρώτη φορά που τον αντίκρισα στον τρίτο όροφο του κτιρίου της οδού Πειραιώς 9-11, με έχρισε βοηθό του Νίκου Γεωργιάδη και του Νίκου Αντωνιάδη στα Πειραϊκά (του ποδοσφαίρου) και του Φαίδωνα Κωνσταντουδάκη στο μπάσκετ και μετά από λίγους μήνες μου έδωσε το πρώτο χαρτζιλίκι μου, της τάξεως των οκτακοσίων δραχμών, προτού με προαγάγει σε συντάκτη μισθολογίου. ..

Πέρασαν τριάντα έξι χρόνια από ένα βράδυ που με κάλεσε στο γραφείο του μου μίλησε με τόση αγάπη και στοργή, ώστε ξεπέρασα τις ενοχές μου επειδή είχα αποφασίσει να εγκαταλείψω τη Νομική και να αφοσιωθώ στη δημοσιογραφία...

Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια από τότε που με έχρισε επικεφαλής του τμήματος μπάσκετ, μου έδωσε μια καθημερινή στήλη, με έστειλε στο πρώτο δημοσιογραφικό ταξίδι μου (στη Σόφια με τον Παναθηναϊκό για τον αγώνα του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με τη Λέφσκι), μου άνοιξε τα φτερά για να πετάξω και μου διεύρυνε τον ορίζοντα του επαγγελματικού ευ ζην.

Πέρασαν είκοσι έξι χρόνια από τότε που με ξαναφώναξε στα γραφεία της λεωφόρου Αθηνών 122 και μου έδωσε πάλι την ευκαιρία να γράφω ό,τι θέλω, όποτε θέλω και όπως το θέλω...

Δεν τον ευχαριστώ για όλα αυτά... Τον ευγνωμονώ και απλώς λυπάμαι επειδή τόσα χρόνια δεν είχα την ευκαιρία να του το πω vis-à-vis και απλώς του τα έγραψα σε ένα σημείωμα το οποίο μου ζήτησε τον Ιανουάριο του 2016 η δευτερότοκη θυγατέρα του, η Ολγα και δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο ενός (ανεπιθύμητου εκ μέρους του ιδίου) αφιερώματος με αφορμή την τιμητική διάκριση που έλαβε από το Ίδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας Αθανασίου Μπότση.

Τότε η φίλη μου η Ολγα μου ζήτησε να γράψω κάτι για τον κύριο Θόδωρο. Σήμερα ξαναγράφω κάτι από χρέος στη νωπή και σεπτή μνήμη του, εν είδει σπονδής στον βωμό της αληθινής δημοσιογραφίας. Έγραψα αυτά που νιώθω, ό,τι βγαίνει από την ψυχή μου και δεν είναι Κ.Π, όπως τα αρχικά τα οποία έμπαιναν κάποτε κάτω από κάποια σχόλια (που τα έγραφε ο ίδιος ή τα ζητούσε) στη στήλη των «Σποτς»...

Είναι Από Καρδιάς και όχι Κατόπιν Παραγγελίας, κύριε Θόδωρε!

Best of internet