"Θα ζητούσα λευκή επιταγή για να γράψω μόνος το ποσό..."

Πες τα, χρυσοδάκτυλε...

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πέρασε ένα μεσημέρι με τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή όλων μας και καταθέτει τη νοσταλγία του για τον παλιό, καλό καιρό.

Πες τα, χρυσοδάκτυλε...

Το δύσκολο δεν είναι να πιάσεις κουβέντα με τον Νίκο Γκάλη, αλλά να καταφέρεις να συντονιστείς μαζί του. Όταν δοθεί το ραντεβού, μπορείς να προγραμματίσεις το ρολόι σου με οδηγό τη στιγμή της άφιξής του.

«Ραντεβού στις 4 στο Άλας, στη Βασιλίσσης Όλγας». «Εντάξει, αλλά σε παρακαλώ μην αργήσεις, διότι έχω μία υποχρέωση στις 6 στο κέντρο». Στις 4 ακριβώς, ο Νικ άνοιξε την πόρτα και κατευθύνθηκε στην αγαπημένη του γωνία, στον εξωτερικό χώρο για να ανάβει πότε πότε ένα πούρο.

Παράξενο πράγμα, με τον Νίκο Γκάλη. Είναι ο μοναδικός νεοέλληνας, που δεν μοιάζει μικρότερος από το πούρο του. Το καπνίζει όχι για να δείξει ότι είναι καμπόσος, αλλά επειδή του αρέσει.

Στην πραγματικότητα, μοιάζει μεγαλύτερος από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε βρίσκεται γύρω του, μολονότι παραμένει, στα 59 του, απλός σαν άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Έπειτα, ανοίγει το στόμα του και σε σκλαβώνει. Εάν είχαμε περισσότερο χρόνο, θα καθόμασταν ακόμη στο καφέ και θα μιλούσαμε για τα πρώην και για τα επόμενα. Φιληθήκαμε σταυρωτά και είπα μέσα μου ότι δεν θα ξαναπλύνω ποτέ αυτά τα μάγουλα.

Κάθισε βαθιά στην καρέκλα, ζήτησε καφέ από τους σερβιτόρους που έχουν πια συνηθίσει τις επισκέψεις του και γύρισε για μια στιγμή το μυαλό στη δεκαετία του ’80. «Πόσο πίσω πηγαίνουμε οι δυό μας…».

Στην πρώτη κοινή μας φωτογραφία, από το 1990, ο Γκάλης μοιάζει με ημίθεο μολονότι τραυματίας, ενώ εγώ έχω αφάνα και χαίτη λες και ήμουν ο μπασίστας των -καλή ώρα- Europe. Στην τελευταία, εκείνος έχει άσπρα μαλλιά και εγώ άσπρο μούσι.  

Το ραντεβού δόθηκε για το μεσημέρι μετά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ. Ο Νικ, που είχε δικαίωμα ψήφου ως κάτοχος αμερικανικού διαβατηρίου, δεν ήξερε τι να υποθέσει. «Βρε, μπας και είναι στημένες οι εκλογές από τα μεγάλα συμφέροντα;»

Δεν ήθελε όμως να μιλήσει για πολιτική. Περισσότερο τον ένοιαζε να βγάλει το «γαμώτο» του για τους παλαιούς συνοδοιπόρους που υπέπεσαν, πιστεύει, στο προπατορικό αμάρτημα: έλλειψη σεβασμού. Περισσότερο τον Πολίτη, που βγήκε και δήλωσε ότι «καλός ο Γκάλης, αλλά έπαιζαν και άλλοι στην ομάδα του 1987».

Έπαιζαν και άλλοι, αλλά το σύστημα στα ζόρια ήταν να πάρει τη μπάλα ο Νικ και να κάνει ό,τι τον φώτιζαν οι θεοί του μπάσκετ, δηλαδή ο ίδιος και 5-6 φίλοι του. «Λυπάμαι και ντρέπομαι για αυτό το φέρσιμο», είπε ευθέως.

Τον Βασιλακόπουλο δεν τον πολυχωνεύει, αλλά δεν έχει και κάτι συγκεκριμένο να του καταλογίσει, τουλάχιστον όχι από τα πεπραγμένα των τελευταίων ετών. «Δεν είμαι ψυχραμένος μαζί του», είπε ευθέως.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο Γκάλης δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο εμπλοκής του στα κοινά της Ομοσπονδίας όταν φτάσει η ώρα της διαδοχής. «Θα πρέπει να καθίσουμε σε ένα τραπέζι και να δούμε εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να γίνει σοβαρή δουλειά», είπε.

Θεωρεί τιμητική την παρουσία εστεμμένων παλαίμαχων όπως ο Σαμπόνις, ο Ράτζα, ο Βράνκοβιτς και ο Μενεγκίν στα ύπατα αξιώματα Ομοσπονδιών άλλων χωρών. Σας το είπα και πιο πάνω, όσοι πλησιάζουν τον Γκάλη με τον προσήκοντα σεβασμό (όπως έκαναν πρόσφατα ο Σπανούλης και ο Αντετοκούνμπο) κερδίζουν την εκτίμησή του.

Λίγες ώρες πριν τη συνάντησή μας, ο ηθοποιός Γιάννης Μπέζος έδωσε συνέντευξη σε αθλητική ιστοσελίδα και δήλωσε, στα ξεκούδουνα, ότι κορυφαίος της ιστορίας δεν ήταν ο Γκάλης, αλλά ο Χριστοδούλου. Ο Νικ θύμωσε όταν το έμαθε.

«Αν μπορεί ο Μπέζος, ας διαφημίσει το όνομά του μέσα από τη δουλειά του. Όχι χρησιμοποιώντας το δικό μου όνομα. Είπε Γκάλης και έγινε αμέσως ντόρος». Τριανταεφτά χρόνια πλέον στην Ελλάδα, το έχουν παίξει πολύ αυτό το παιχνίδι στις πλάτες του Νικόλα.

Ο Γιώργος Γεωργαλής από τον Άγιο Ισίδωρο της Ρόδου έφυγε μετανάστης στην Αμερική το 1921, όταν ακόμη τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή. Είχε, δηλαδή, ιταλικό διαβατήριο! Στην αρχή ήταν τσαγκάρης, μετά άνοιξε εστιατόριο. Και ξεσπούσε τα βάσανά του στο ρινγκ του μποξ.

H Στέλλα της οποίας δυστυχώς δεν γνωρίζω το πατρικό επώνυμο, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πήρε το βαπόρι για τον «νέο κόσμο» το 1940, για να ξεφύγει από τους καπνούς του πολέμου. Οι δύο ξεσπιτωμένοι νέοι παντρεύτηκαν στο Νέα Υόρκη και απέκτησαν τον μονάκριβο γιο τους τον Ιούλιο του 1957, και την αδελφή του τη Μαρία. 

Ντριμπλάρω την παράκληση του Νικ «να μη μιλήσουμε για πολιτική» και τον ρωτάω για το μεταναστευτικό. Δεν είναι άλλωστε πολιτική, το μεταναστευτικό. Παιδί οικογένειας εμιγκρέδων ο ίδιος, δεν υπήρχε περίπτωση να ψηφίσει λευκό.

«Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να ζήσει όπου θέλει», απαντάει κατηγορηματικά. «Αρκεί να προσφέρει έργο στην κοινωνία και φυσικά να υπακούει στους νόμους. Οι καλύτεροι φίλοι μου στην Αμερική ήσαν μαύροι, Κουβανοί, Πορτορικανοί, Ιταλοί. Ζούσαμε όλοι αγαπημένοι. Έτσι πρέπει να είναι ο κόσμος».

Πές τα, Χρυσόστομε, Χρυσοδάκτυλε…

Αμέσως μετά τις αναμνηστικές φωτογραφίες και λίγο πριν επιστρέψει στη σύζυγο και στη θυγατέρα του, στην ευρύχωρη αλλά διόλου πολυτελή πολυκατοικία όπου ζει στο Ντεπό, ο Γκάλης παίρνει στα χέρια του το περιοδικό Μ2Μ και βλέπει στο εξώφυλλο τη φωτογραφία ενός παίκτη που δυσκολεύεται στο σουτ και στις βολές.

«Και δεν μου λες», ρωτάει ρητορικά με εκείνο το λοξό βλέμμα που σκοτώνει, «πόσα λεφτά θα έπαιρνα εγώ εάν έπαιζα σήμερα; Μάλλον θα ζητούσα μία λευκή επιταγή και θα έγραφα μόνος μου το ποσό»!

Αν έχει κάποιος αντίρρηση ας τη διατυπώσει τώρα, αλλιώς ας σωπάσει για πάντα. Το περιβόητο γκαλόσημο οφείλουμε να το πληρώσουμε όλοι ανεξαιρέτως οι εραστές της πορτοκαλί μπάλας στην Ελλάδα, με πρώτους τους παίκτες που θησαύρισαν 20 και 30 χρόνια μετά το έπος του Ευρωμπάσκετ ’87.

* Ολόκληρη η συνέντευξη του Νίκου Γκάλη θα δημοσιευτεί αύριο, Κυριακή, στην εφημερίδα Documento.

galis1991_1.jpg

Kαλοκαίρι 1990, στο ΣΕΦ

galisw.jpg

Σεπτέμβριος 2007, στη Μαδρίτη

galisfamily.jpg

O Nίκος με τους γονείς του στην Αμερική

galis_hs_0.jpg

Ο Νικ στο γυμνάσιο

galis_t-shirt_0.jpg

Φέτος, στο Τορίνο

Best of internet