Άκου Τσάβι να σου πω...

Ο Πασκουάλ οδήγησε τον Παναθηναϊκό σε δυο γρήγορες νίκες και ο Βασίλης Σκουντής προσπαθεί να διεισδύσει στο μυαλό και στο πινακάκι του... 

Άκου Τσάβι να σου πω...

Ούτε ξενομανής είμαι για να κάνω ρεβεράντζες στους αλλοδαπούς που κατακλύζουν τον ελληνικό αθλητισμό και συχνά τους αφήνουμε στο απυρόβλητο, μα ούτε και ξενοφοβικός ώστε να τους αναθεματίζω συλλήβδην και να ομνύω στην εξαναγκαστική καθαρότητα της ελληνικής φυλής!

Τα επισημαίνω αυτά στον πρόλογο μου, διότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους και -για να μπω στο ψητό- ούτε ο Πεδουλάκης είναι για τα μπάζα (κάθε άλλο μάλιστα), ούτε ο Πασκουάλ πρέπει να περνιέται για οιονεί θεός!

Την περασμένη Δευτέρα παράτησα όποια άλλη δουλειά είχα και πήγα στο ΟΑΚΑ για να δω από κοντά τον Τσάβι και να παρακολουθήσω την επίσημη παρουσίαση του από τον Παναθηναϊκό. Για να πω την αμαρτία μου δεν θυμάμαι πόσα χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά που παραβρέθηκα σε μια τέτοια εκδήλωση παρουσίασης προπονητή ή παίκτη και αυτή η αποχή μου δεν είχε να κάνει ούτε με σνομπισμό, ούτε με κάποια άλλη συγκεκριμένη αιτία...

Πήγα λοιπόν διότι αφενός ήθελα να τον ξαναδώ μετά από καιρό και αφετέρου για να του διερμηνεύσω εκ μέρους του σιναφιού μου (ως βετεράνος πια στο χώρο) τη χαρά μας που κοσμεί την πινακοθήκη του ελληνικού αθλητισμού και όχι απλώς της καλαθοσφαίρισης. Μια χαρά συν τα συναφή συναισθήματα τα οποία πηγάζουν από το γεγονός ότι πρόκειται για τον πρώτο πρεσβευτή που ήλθε στα μέρη μας από τη δεύτερη κορυφαία μπασκετική δύναμη του κόσμου και συν τοις άλλοις υπήρξε επί οκτώ συναπτά έτη προπονητής (όχι μιας όποιας κι όποιας ομάδας, αλλά) της Μπαρτσελόνα...

Δεν ξέρω τι θα καταφέρει ο Πασκουάλ με τον Παναθηναϊκό, αλλά θεωρώ πως η παρουσία του ξεπερνάει τα στενά όρια των αποτελεσμάτων: αυτά ασφαλώς ενδιαφέρουν τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο και ολόκληρο το πράσινο οικοσύστημα, ωστόσο εκτιμώ ότι προπονητές τέτοιου βεληνεκούς και με τέτοια διαδρομή στο υψηλότερο επίπεδο δημιουργούν μια συνθήκη που αφορά γενικότερα το ελληνικό μπασκετικό γίγνεσθαι.

Ανοίξαμε ακροθιγώς αυτή την κουβέντα χθες το βράδυ στο στούντιο της ΕΡΤ, όπου είχα την τιμή να είμαι προσκεκλημένος του Βαγγέλη Ιωάννου και του Κώστα Σωτηρίου, παρέα με τον Δημήτρη Παπανικολάου, τη γνώμη του οποίου θεωρώ εξόχως βαρύνουσα για έναν επί πλέον (των προφανών) λόγο: αξιώθηκε να δουλέψει και να συμβιώσει με μερικούς από τους κορυφαίους (ντόπιους και ξένους) προπονητές που έχουν αφήσει έντονο το στίγμα τους στα δρώμενα του ελληνικού μπάσκετ τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια...

Πλάκα πλάκα τον “Φον Δημητράκη” τον έχουν κοουτσάρει πλέιστοι όσοι διαφορετικοί (όχι μονάχα στα ονόματα, στις φάτσες και στις εθνικότητες, αλλά και στα δόγματα που πρεσβεύουν) προπονητές: μετά τα πρωτόλεια του στον Αστέρα Ζωοδόχου Πηγής και στις μικρές εθνικές ομάδες , τον προπόνησαν, τον κοουτσάρησαν και τον επηρέασαν οι εξής: Διαμαντόπουλος, Ζευγώλης και Πεταλάς (Σπόρτιγκ), Ιωαννίδης, Ιβκοβιτς, Ζούρος και Σούμποτιτς (Ολυμπιακός), Μεσίνα (Κίντερ Μπολόνια, χωρίς να αγωνισθεί σε επίσημο ματς), Μαρκόπουλος και Σερφ (Μακεδονικός), Ομπράντοβιτς (Παναθηναϊκός), Αγγέλου, Κορωνιός και Φλεβαράκης (ΑΕΚ), Μάρκοβιτς (Πανιώνιος), Πεδουλάκης (Περιστέρι), Δενδρινός, Γιαννάκης, Πετρόπουλος, Ιωαννίδης (Εθνική ομάδα).

Χθες το βράδυ λοιπόν, ευκαιρίας δοθείσης, ο Παπανικολάου αναφέρθηκε στην τεράστια επίδραση που άσκησαν ο Ιβκοβιτς και ο Ομπράντοβιτς, οι οποίοι μακροημέρευσαν κιόλας, στο ελληνικό μπάσκετ. Ο Ντούντα που πρωτοήλθε το 1980 καθοδήγησε πέντε ομάδες σε δέκα τρεις σεζόν κι άλλα τόσα χρόνια έμεινε ο Ζοτς στον Παναθηναϊκό. Πέρα λοιπόν από τους τίτλους, από την επιρροή τους στην εξέλιξη των παικτών και των προπονητών και από τον ρόλο τους στη ροή του αθλήματος, αυτό που μένει σαν κατακάθι στον καφέ, (πρέπει να) είναι η κληρονομιά που αφήνουν σε μια μπασκετική κοινωνία.

Αυτό είναι λοιπόν το κυρίως ζητούμενο της ελληνικής μπασκετικής πιάτσας και από τον Πασκουάλ, ανεξαρτήτως του τι θα καταφέρει με τον Παναθηναϊκό, ο οποίος ούτως ή άλλως προέβη σε μια υπέρβαση για να τον δελεάσει...

Οταν αναφέρομαι σε “impact” και σε “legacy”, εννοώ αφενός το αγωνιστικό σκέλος και αφετέρου την κουλτούρα και την τεχνογνωσία την οποία (οφείλουν να) μεταγγίζουν στο περιβάλλον τους. Για να μην παρεξηγηθώ με αυτά που γράφω, δεν εννοώ ότι ο κάθε Τσάβι που μας... κατσικώνεται είναι σώνει και καλά, πιο καταρτισμένος, ικανότερος και καλύτερος διαχειριστής απαιτήσεων από τον κάθε Πεδουλάκη, απλώς έχω την απαίτηση από τους ξένους προπονητές που έρχονται εδώ να αφήσουν όταν φύγουν μια παρακαταθήκη, που θα ξεφεύγει από τη βιτρίνα των τροπαίων των ομάδων-εργοδοτών τους.

Επ΄αυτού είχα λάβει την καλύτερη δυνατή απάντηση από τον επί έξι συναπτά έτη προπονητή της Εθνικής ομάδας του γουότερ πόλο, τον Ιταλό Σάντρο Καμπάνια. Τον ρώτησα κάποτε σε τι θα επιθυμούσε να συνίσταται η υστεροφημία του στην Ελλάδα και μου είχε δώσει την εξής απάντηση: “Οταν φύγω δεν θέλω να μα θυμάστε επειδή σας οδήγησα στο βάθρο, αλλά επειδή σας οδήγησα στο μέλλον”!

Είμαι λοιπόν περίεργος και ανυπόμονος για να δω ποια αποτυπώματα θα αφήσει ο Τσάβι όχι μόνο στον Παναθηναϊκό, αλλά γενικότερα στη ροή του ελληνικού μπάσκετ και αυτά δεν αφορούν μόνο τις ασκήσεις της προπόνησης, τα συστήματα στο πινακάκι και το κοουτσάρισμα του, αλλά επεκτείνονται σε όλα τα επίπεδα...

Ακόμη και στις απαντήσεις του στις συνεντεύξεις Τύπου!

Προς το παρόν ο Πασκουάλ έχει οδηγήσει τον Παναθηναϊκό σε δύο νίκες στην Ευρωλίγκα, χωρίς ωστόσο να είναι ο εαυτός του. Η μάλλον χωρίς ο Παναθηναϊκός να είναι η ομάδα του και δεν αναφέρομαι μόνο στο γεγονός ότι έχει στη δούλεψη του παίκτες τους οποίους στρατολόγησε ο Αργύρης, αλλά επειδή το χρονικό διάστημα, τα κολλητά ματς και τα ταξίδια δεν του έχουν επιτρέψει να μεταλαμπαδεύσει τη φιλοσοφία του.

Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν μπορεί να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά πρόκειται για μια διαδικασία η οποία θα εξελίσσεται βαθμιαία. Εχω τη βεβαιότητα ότι σε κάθε αγώνα ο Πασκουάλ θα επιδιώκει να βάζει μια επί πλέον πινελιά στο κάδρο, κάποιες μάλιστα από δαύτες χρωμάτισαν τον πίνακα και στο Μπάμπεργκ και χθες στο ΟΑΚΑ, απέναντι σε αντιπάλους με διαφορετικό στιλ.

Grosso modo σε αυτά τα δυο ματς ο Παναθηναϊκός με παίκτες που έχουν ένα επί πλέον κίνητρο (να δείξουν το ποιόν τους στον καινούργιο προπονητή), προσπάθησε να αλλάξει την εικόνα του και στα δυο άκρα το γηπέδου. Η υψηλή ένταση της αμερικανικής πεντάδας που παρατάχθηκε στην αρχή (Καλάθης, Φελντίν, Νίκολς, γκιστ, Σίνγκλετον), η πίεση, το passing game στις επιθέσεις μισού γηπέδου η κυκλοφορία της μπάλας, το παιχνίδι χωρίς την μπάλα (ως βασικό ζητούμενο των προπονητών), οι συνεργασίες ανάμεσα σε κοντούς και ψηλούς ή ανάμεσα σε ψηλούς και ψηλούς (με τα τριγωνάκια μέσα στο ζωγραφιστό) διαμορφώνουν ένα στίγμα ως ρεζουμε των πρώτων ογδόντα λεπτών, ωστόσο ο ίδιος ξέρει καλύτερα από τον καθένα πως έχει μπροστά του μπόλικη ανηφόρα...

Παρεμπιπτόντως και επειδή έχουμε μάθει να ζούμε και να κρίνουμε μέσα σε στεγανά και κάποια πράγματα να τα θεωρούμε θέσφατα δίκην μιας λογικής και αναπόδραστης επαγωγής, το γεγονός ότι ο Παναθηναϊκός προσέλαβε Ισπανό προπονητή, δεν σημαίνει κιόλας ότι θα διαλύσει τα κοντέρ της στατιστικής στους αιφνιδιασμούς! Εδώ μάλιστα οφείλω να επισημάνω ότι εάν για κάποιο πολύ αναγνωρίσιμο στοιχείο του παιχνιδιού της διακρινόταν η Μπαρτσελόνα επί ημερών Πασκουάλ, αυτό δεν ήταν η ταχύτητα της στο ανοικτό γήπεδο, αλλά η ταχύτητα στην κυκλοφορία της μπάλας και στην εκτέλεση στις επιθέσεις πέντε εναντίον πέντε!

Χωρίς να παριστάνω τον προπονητή, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε μια επιθετική τακτική την οποία δεν επινόησε, ούτε λάνσαρε ο ίδιος, αλλά την αντέγραψε, την προσάρμοσε και τη χρησιμοποιεί πολύ συχνά. Πρόκειται για ένα σύστημα εναντίον αντιπάλων που αμύνονται με αλλαγές σε όλα τα σκριν και (όπως μου είπαν οι γνώστες του θέματος) αποτελεί “ευρεσιτεχνία” του προχθεσινού αντιπάλου του Γιάννη Σφαιρόπουλου, του νυν προπονητή της Μπασκόνια, Σίτο Αλόνσο.

Τι σκαρφίστηκε το πνευματικό παιδί του Αίτο (στην Μπανταλόνα) και το έκανε κτήμα των play books αρκετών συναδέλφων του, όπως του Πασκουάλ, του Γιώργου Μπαρτζώκα και του Ηλία Ζούρου;

Ιδού η όσο το δυνατόν πιο εκλαικευμένη απάντηση....

Συνήθως εναντίον άμυνας με αλλαγές σε όλα τα σκριν, η επιτιθέμενη ομάδα επιχειρεί να απομονώσει (iso) τον κοντό της ώστε, όπως λέει και ο Δημήτρης Χατζηγεωργίου στις μεταδόσεις της ΕΡΤ, να τον παίξει στα πόδια! Μια δεύτερη εκδοχή αυτής της κατεύθυνσης είναι να επιδιωχθεί μετά την αλλαγή, η εκμετάλλευση του mismatch του ψηλού με τον κοντό μέσα στη ρακέτα.

Ηρθε λοιπόν ο Αλόνσο και παρουσίασε μια διαφορετική στόχευση σε τέτοιες καταστάσεις. Ο βασικός στόχος στο πλαίσιο αυτής της τακτικής είναι να “κτυπήσει” η επιτιθέμενη ομάδα με ένα εξωτερικό mismatch, αδειάζοντας την μια πλευρά του γηπέδου, με μια πάσα του κοντού που έχει το mismatch προς έναν κοντινό συμπαίκτη του, ο οποίος εκτελεί σε άμεσο χρόνο.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής; Ο ψηλός, που μαρκάρει τον κοντό στην άδεια πλευρά αντιμετωπίζει ξαφνικά ένα δίλημμα σχετικά με το πώς θα αντιδράσει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επιτιθέμενη ομάδα.

Χθες που ο Ντέγιαν Ράντονιτς δεν έπαιξε με αλλαγές στα σκριν, ο Πασκουάλ δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσει αυτό το σύστημα επίθεσης. Το είχε χρησιμοποιήσει όμως πριν από σαράντα οκτώ ώρες στη Βαμβέργη με αποδέκτη της μπάλας και σκόρερ τον Kέι Σι Ρίβερς, που τελείωσε κιόλας τις φάσεις με επιτυχία. Μιας και το 'φερε η κουβέντα αυτή την επιθετική αντίδραση χρησιμοποιούσε κατά κόρον πέρυσι η Λοκομοτίβ Κουμπάν με πολιορκητικό κριό τον Μάλκολμ Ντιλέινι από τον οποίο κιόλας είχε τραυματικές εμπειρίες ο Παναθηναϊκός.

Τι άλλο πιθανολογείται ότι θα δούμε από πλευράς τακτικής στα επόμενα ματς του Παναθηναϊκού; Προφανώς τα “short rolls” ή “short dives” των ψηλών, μια τακτική την οποία οι συνάδελφοι του πιστώνουν ως δική του ιδέα στην Μπαρτσελόνα. Σε αυτή την κίνηση, που είχε ως άξονα τον Αντε Τόμιτς, ο ψηλός κάνει ένα μικρό κόψιμο μετά το pick n' roll ώστε να γίνει δημιουργός.

Μια άλλη επιθετική κίνηση που εκδηλώθηκε μια δυο φορές στον χθεσινό αγώνα με τον Ερυθρό Αστέρα αρέσει πολύ στον Πασκουάλ και σε αυτήν είναι μανούλα ο Γιάννης Μπουρούσης. Ο νυν σέντερ του Παναθηναϊκού έκανε θραύση πέρυσι με τη Λαμποράλ Κούτσα (του Βέλιμιρ Περάσοβιτς) στο low post, όπου άδειαζε τον χώρο και τροφοδοτούσε τους γρήγορους γκαρντ της ομάδας του (Ανταμς, Τζέιμς, Χάνγκα) οι οποίοι κινούνταν μέσα στη ρακέτα , έπαιρναν την μπάλα και δημιουργούσαν ευκαιρίες για διεισδύσεις ή για πάσες στην αδύνατη πλευρά.

Η συνέχεια, όπως λένε, επί του παρκέ και επί της οθόνης... 

Τελευταία Νέα