Κάποτε στη Λιμόζ...

Κάποτε στη Λιμόζ...

Κάποτε στη Λιμόζ...

Η αυλαία του Ευρωμπάσκετ ανοίγει σε λίγες ώρες με την Ελλάδα να αντιμετωπίζει τη Βοσνία (18:00) και ο Βασίλης Σκουντής που έμεινε πίσω για να φυλάει τα... γυναικόπαιδα, γυρίζει 28 χρόνια πίσω και θυμάται το πρώτο σκίρτημα, αλλά και το πρώτο σιχτίρισμα!

Το ότι γερνάω είναι γεγονός, απλώς εκτός από τη μαμά μου (όπως το τραγουδούσε η Τσανακλίδου) το εκμυστηρεύομαι και σε εσάς, με την ελπίδα ότι δεν θα με πάρετε στο ψιλό ούτε θα υποψιαστείτε ότι τα ’χω χαμένα. Μου έχει κοστίσει βεβαίως η απουσία μου από αυτή την αποστολή της εθνικής ομάδας, που συμβαίνει για πρώτη φορά από το 1983 και εντεύθεν και δεν έχει να κάνει με τον ματαιόδοξο φόβο μου ότι θα χαλάσω το σερί μου, αλλά με τον διακαή πόθο μου να είμαι εκεί. Αλλά, διάβολε, ο Θεός είναι μεγάλος και πιστεύω ότι θα με ελεήσει κι εμένα τον δούλο Του...

Πρωτοπήγα σε Ευρωμπάσκετ πριν από 28 χρόνια κι αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη (σε διάρκεια και σημασία) αποστολή της ζωής μου. Στη Λιμόζ με τις πορσελάνες της και στη Ναντ που εκείνες τις μέρες βγήκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει την κατάκτηση του τίτλου στο ποδόσφαιρο. Α, υπάρχει κι άλλη ποδοσφαιρική συνάρτηση σε αυτή την ιστορία, διότι το Ευρωμπάσκετ άρχιζε μία μέρα μετά τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ανάμεσα στο Αμβούργο και στη Γιουβέντους στο ΟΑΚΑ...

Τον είδα εκείνον τον τελικό, που κρίθηκε με τη φωτοβολίδα του Φέλιξ Μάγκατ, στο ξενοδοχείο Novotel όπου είχαν καταλύσει οι αποστολές, παρέα με τους περισσότερους παίκτες της Εθνικής. Ανακαλώ την εικόνα από το ξενοδοχείο και είναι σαν να βλέπω τώρα μπροστά μου τον Φασούλα να παίζει μπιλιάρδο (καλά προπονημένος από τη θητεία του στις λέσχες, όταν έκανε κοπάνες από το σχολείο) και συγκινούμαι ανακαλώντας την εικόνα του συχωρεμένου του Τσόσιτς που έκανε κάθε πρωί τζόγκινγκ στο άλσος που περιέβαλλε το «Novotel»...

Τώρα που τα σκέπτομαι όλα αυτά, πιστεύω ότι η ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής μοιάζει λίγο με τη σημερινή, απλώς ελπίζω να μην καταλήξει στην ίδια αποτυχία! Και τότε η Εθνική είχε νέο προπονητή ( Πολίτης αντί Ιωαννίδη) και κάμποσους πρωτάρηδες παίκτες, όπως ο Φασούλας, ο Ρωμανίδης και ο Σταυρόπουλος, οι οποίοι μαζί με τους παρόντες και στο Ευρωμπάσκετ του ’81, Γκάλη και Γιαννάκη έμελλε να στηρίξουν το καινούργιο οικοδόμημα. Τους έλειπε ένας συνδετικός κρίκος, αλλά κι αυτόν ο Πολίτης τον είχε βρει στο πρόσωπο, στα κυβικά και κυρίως στον πλουραλισμό ενός τροφαντού αγοριού που έφευγε για το Τίτοβρμπας (Βαλκανιάδα Εφήβων) ως παίκτης της Δάφνης και θα γύριζε ντυμένος στα κυανέρυθρα και έτοιμος να απογειωθεί...

Δεν ξέρω αν σας θυμίζει κάτι το όνομά του, αλλά τον έλεγαν Φάνη Χριστοδούλου!

Κάνω ιδιαίτερη μνεία στον «Μπέμπη», αφενός γιατί του είχα ανέκαθεν μια λατρεία κι αφετέρου διότι, κατά κοινή ομολογία, είναι ο παίκτης που εντέλει έκανε τη διαφορά: επιτέλους η Εθνική θα έβρισκε ένα τριάρι για να κοιτάξει στα μάτια τους ελ, όπως λέγαμε ακόμη τους small forward, των μεγάλων δυνάμεων, αλλά στην πραγματικότητα θα έβρισκε πέντε παίκτες στη συσκευασία ενός.

Γι’ αυτό, άλλωστε ο Φάνης είχε και περίσσια κιλά: διότι συμπύκνωνε το βάρος μιας πεντάδας!

Τότε βεβαίως η Εθνική παρουσίασε για πρώτη φορά και «twin towers», με τον (εικοσάχρονο και πρωτάρη) Φασούλα και τον Κοκολάκη, απλώς ο Πολίτης έκανε το λάθος να τους βάλει να παίξουν μαζί στο ματς με τους Ισπανούς και αυτοί έτρεχαν τόσο πολύ που σε κάθε φάση μάς έκοβαν κλήση για παράνομο παρκάρισμα και παρεμπόδιση της κυκλοφορίας (τους).

Παλιάνθρωπε Κορμπαλάν!

Εντάξει, ήθελε τον χρόνο του και ο Πολίτης για να βρει τη χημεία της ομάδας, να την κάνει πιο ευέλικτη, να της βρει περισσότερες λύσεις, να αναδείξει το αγαθό της άμυνας, που τότε ήταν άγνωστη λέξη (με εξαίρεση τον ηρωισμό του Γιαννάκη και τις τάπες του Φασούλα σε ρόλο σκιάχτρου: 2,8 ανά αγώνα, παρακαλώ) και να βρει τρόπο για να παίρνει γρηγορότερα και πιο άνετα ο Γκάλης την μπάλα. Τούτο υπήρξε όντως προϊόν μιας διεργασίας που (με τη συνδρομή και του Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου) λανσαρίστηκε πρώτη φορά και είχε μεγάλο σουξέ στο Ευρωμπάσκετ του ’87, με το περιβόητο σύστημα «1», στο οποίο ο Γκάλης ανέβαινε ψηλά και έπαιρνε την μπάλα δίκην πόιντ γκαρντ για να ανοίξει τις άμυνες και το παιχνίδι. Την ήξερε, άλλωστε, αυτή τη δουλειά ο «γκάνγκστερ» από την τελευταία χρονιά του στο Seton Hall...

Στη Γαλλία το ’83 πατώσαμε! Η Εθνική τερμάτισε ενδέκατη στους 12, αφήνοντας πίσω της τη Σουηδία (του Μπιλ Μαγκάριτι και του μετέπειτα ατζέντη Κένι Γκραντ) την οποία νίκησε δύο φορές, στην αρχή και στο τέλος του τουρνουά. Μεσολάβησαν πέντε ήττες, αλλά όχι τόσο επονείδιστες όσο εκείνες του ’81, όταν χάσαμε τα αυγά και τα καλάθια από τις μεγάλες δυνάμεις και επειδή μάθανε πως... απαυτωνόμαστε πλακώσανε κι οι γύφτοι της Αγγλίας (62-64).

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση διότι και το Ευρωμπάσκετ του 1981 υπήρξε μαρτυρικό, ίσως επειδή μας είχε ρίξει στάχτη στα μάτια η αήττητη προέλαση στο Challenge Round της Κωνσταντινούπολης. Εκεί η Εθνική σημείωσε οκτώ νίκες σε ισάριθμα ματς (συμπεριλαμβανομένης και αυτής επί της οικοδέσποινας Τουρκίας με 30 πόντους του Γιαννάκη και τον Γκάλη να δίνει αμυντικό ρεσιτάλ και να δαγκώνει τον Ερμάν Κούντερ στην καρωτίδα) προκάλεσε φρενίτιδα ενθουσιασμού και μάλιστα στην επιστροφή της έγινε δεκτή από τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη!

Η στάχτη στα μάτια του «ξανθού» δεν ήταν τόσο το 8-0, όσο η εντύπωση ότι το σχήμα με τους τρεις γκαρντ (Γιαννάκης-Γκάλης, Κορωναίος) θα μπορούσε να κάνει καριέρα και στην τελική φάση. Ε, δεν άλλαξε τη συνταγή και στην Μπρατισλάβα μάς πήραν φαλάγγι...

Κλείνω εδώ την παρένθεση με τα διατρέξαντα το 1981, τα οποία έζησα παθαίνοντας αγκύλωση στα παλιά γραφεία του Φωτός των Σπορ γράφοντας ασταμάτητα τις ανταποκρίσεις του Φαίδωνα Κωνσταντουδάκη, διότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ούτε κομπιούτερ ούτε Internet ούτε καν φαξ, χώρια που για να βγάλει κανείς γραμμή σε κομμουνιστική χώρα, έπρεπε να ’χει μπάρμπα (όχι στον ΟΤΕ, αλλά) στο Κρεμλίνο!

Ξανά πίσω στο Ευρωμπάσκετ του ’83, που (για να μην ξεφύγω από τα πολιτικά) ανέδειξε τον υπαρκτό... καπιταλισμό: το εννοώ αυτό, διότι από καταβολής του θεσμού (το 1937) και με εξαίρεση το... κολοβωμένο Ευρωμπάσκετ του ’49 στο Κάιρο, σε όλα τα υπόλοιπα ο θρόνος αποτελούσε μονοπώλιο του στενού ή του ευρύτερου ανατολικού μπλοκ. Αίφνης στη Ναντ, πρωταθλήτρια αναδείχθηκε η Ιταλία νικώντας στον τελικό την Ισπανία, καθώς οι μεν Γιουγκοσλάβοι (στη μεταβατική εποχή μεταξύ δύο γενεών κι ενώ ο Ντράζεν Πέτροβιτς ετοιμαζόταν να ανατρέψει πραξικοπηματικά τους παλιούς) καταποντίστηκαν στην έβδομη θέση, οι δε Σοβιετικοί βγήκαν τρίτοι, με τον Τάσο Γιάνναρο συνεπικουρούμενο από τον Ανδρέα Μαζαράκη να καταριέται τον Μοτάρ «να σου πεθάνουν και τα πέντε παιδιά»!

Δεν είχε βεβαίως πέντε παιδιά ο Μοτάρ, απλώς ο μερακλής του μπάσκετ και διοικητικός παράγων του Πανιωνίου εξεμάνη και εξετράπη βλέποντας τον Βέλγο διαιτητή στον ημιτελικό Ισπανία-Σοβιετική Ένωση (95-94) να ξεπαστρεύει με ανύπαρκτα φάουλ τον Σαμπόνις, τον οποίο ο Συρίγος είχε προλάβει να βαφτίσει «θαύμα της φύσεως»...

Α, για να μην το ξεχάσω: σε εκείνο το Ευρωμπάσκετ ήμασταν από δημοσιογράφους τρεις κι ο κούκος: ο Φίλιππας, ο Τάκης Ευσταθίου, ο Θοδωρής Κοτσώνης (που δύο χρόνια νωρίτερα τις είχε φάει, αντί του Συρίγου από τον Γκάλη), ο Χάρης Αλευρόπουλος κι ο απατός μου, στην τρυφερή ηλικία των είκοσι ετών και εκστασιασμένος για τον υπέροχο κόσμο που ξανοιγόταν μπροστά μου...

Γελώ τώρα ανατρέχοντας σε εκείνες τις εποχές διότι με τη βοήθεια του (γείτονα στο Έθνος) Τάκη Ευσταθίου, θυμήθηκα ότι ο Πολίτης τσατισμένος από ένα σχόλιο του Συρίγου τον κατέβασε από το πούλμαν, ενώ στο δωμάτιο όπου μέναμε μαζί δεν προλάβαινα να σηκώνω τα τηλέφωνα των... αγανακτισμένων φιλάθλων του Ιωνικού Νικαίας, οι οποίοι έπαιρναν για να τον βρίσουν επειδή κρατούσε λογαριασμό με τα άστοχα σουτ του Γιαννάκη!

Σε αντίθεση με το τωρινό έκτρωμα των 24 ομάδων, τότε συμμετείχαν οι μισές, αλλά το 1989 έμελλε να δούμε ακόμη λιγότερες (μόλις οκτώ)! Στη διοργάνωση του ’83 εμφανίστηκε η «nouvelle vague» που έμελλε να κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια και να ανοίξει τις σφαλιστές για τους Ευρωπαίους πόρτες του ΝΒΑ, όπως ο Σαμπόνις, ο Πέτροβιτς, ο Σρεμπφ, ο Φασούλας, ο Ρίβα και ο Μπιριούκοφ.

Στη Λιμόζ οι πορσελάνες έσπασαν κάμποσες φορές, για διαφόρους λόγους. Το μεγάλο μακελειό συνέβη στον αγώνα Ιταλία-Γιουγκοσλαβία (91-76), όταν οκτώ λεπτά πριν από τη λήξη οι «πλάβι» εκνευρισμένοι από την «karate press» άμυνα των «ατζούρι» αντέδρασαν κι έγινε το έλα να δεις! Ο Ντράζεν κτύπησε τον Τζιλάρντι, ο Κιτσάνοβιτς κλότσησε τον Γκάμπα και έριξε μπουνιά στο στομάχι του Βιλάλτα, ο οποίος με τη σειρά του γρονθοκόπησε τον Νταλιπάγκιτς, ενώ την ίδια στιγμή ο Γκρμπόβιτς άρπαξε ένα ψαλίδι από το φορητό φαρμακείο και απειλούσε να ξεκοιλιάσει τον Σακέτι! Ο Κιτσάνοβιτς για να προφυλαχθεί από την ομαδική επίθεση, ανέβηκε πάνω στα δημοσιογραφικά έδρανα που βρίσκονταν κατά μήκος του αγωνιστικού χώρου κι εκεί δέχτηκε την πιο πρωτότυπη επίθεση που έχω δει στη ζωή μου: μαζεύτηκαν γύρω του οι Ιταλοί δημοσιογράφοι και τον βάραγαν στα πόδια με τα καπάκια των γραφομηχανών τους!

Μα «che cazzο» που θα ’λεγε (22 χρόνια αργότερα) και ο Μαλεζάνι!

Αλλά, διάβολε, την ίδια βρισιά εκστομίσαμε κι εμείς δύο φορές σε αυτό το Ευρωμπάσκετ, γι’ αυτό έγραψα στον πρόλογο για το πρώτο σκίρτημα και το πρώτο σιχτίρισμα που ρίξαμε. Από τις πέντε ήττες της Εθνικής, οι τρεις κρίθηκαν στις λεπτομέρειες, τις οποίες τότε δεν ξέραμε ακόμη (για την ακρίβεια, μαθαίναμε) να τις διαχειριστούμε: 85-88 από την Τσεχοσλοβακία, 77-79 από τη Γαλλία και 76-77 από τη Γιουγκοσλαβία, σε ένα ματς-επιτομή του θρίλερ, διότι η Εθνική είχε δική της την τελευταία επίθεση και την ευκαιρία να πετύχει μια ιστορική νίκη. Η μπάλα πήγε στα χέρια του Ανδρίτσου, που έκανε το τζαμπ σουτ από την κορυφή της ρακέτας, αλλά τζίφος! Ήταν ακόμη νωρίς για τέτοια θαύματα και θα περνούσαν κάμποσα χρόνια για να τα δούμε να συμβαίνουν: στην πορεία αυτό το σουτ θα το έχαναν και ο Γιαννάκης στο Μουντομπάσκετ του ’86 με την Ισπανία και ο Σταυρόπουλος στην πρώτη φάση του Ευρωμπάσκετ του ’87 με τη Σοβιετική Ένωση, αλλά διάβολε, κάποια στιγμή η πόρνη η μπάλα θα μας έκανε το χατίρι...

Μας το έκανε στον ημιτελικό του Ευρωμπάσκετ του ’89 (πάλι) με τους Σοβιετικούς στο Ζάγκρεμπ, με το τρίποντο του Φάνη στα 51'', σε μια... ανατριχιαστική σκηνή, στην οποία ο Γκάλης όντας σίγουρος για την κατάληξη του σουτ σήκωσε τα χέρια του για να πανηγυρίσει ενώ η μπάλα βρισκόταν ακόμη σε τροχιά.

Ναι μωρέ, το ξέρω (και το ’χω δει στο βίντεο) ότι στο μπάσιμο πριν από την πάσα ο Νικ πατάει τη γραμμή, αλλά για τέτοιες περιπτώσεις (θα) υπάρχει πάντοτε η απάντηση που έδωσε ο Ψαραντώνης σε έναν τροχονόμο ο οποίος τον σταμάτησε στην Εθνική οδό έξω από το Ρέθυμνο, επειδή κι εκείνος πάτησε τη διπλή γραμμή κι έκανε προσπέραση...

«Κατέω το πως την επάτησα σύντεκνε, μα δεν την εξετσιλάκωσα κιόλας»!

*ΥΓ. Καλό Ευρωμπάσκετ να έχουμε, στη χώρα όπου το μπάσκετ αποτελεί φετίχ και να το απολαύσουμε από πάσης πλευράς.