Πόσες Εθνικές ομάδες μπορεί να χωρέσει το ελληνικό βόλεϊ γυναικών; Η απάντηση, αυτή τη φορά, είναι δύο.
Η Ελλάδα χρειάστηκε να κάνει κάτι που υπό κανονικές συνθήκες μοιάζει και λίγο αδιανόητο θα έλεγε κανείς, να φτιάξει δύο Εθνικές γυναικών ταυτόχρονα. Μία αποστολή για τους Μεσογειακούς Αγώνες και μία αποστολή για το Ευρωπαϊκό γυναικών. Και το πιο ενδιαφέρον δεν είναι ότι τα κατάφερε αλλά ότι είχε τις παίκτριες, την ποιότητα και το επίπεδο που τέτοιες διεθνείς διοργανώσεις απαιτούν, για να το κάνει.
Αντί αυτό λοιπόν, να δημιουργήσει κρίση επιλογών, αποκαλύπτει το βάθος του ελληνικού βόλεϊ γυναικών. Ως αποτέλεσμα έχουμε πια, δύο εθνικές ομάδες με αθλήτριες που μπορούν να εκπροσωπήσουν επάξια τη χώρα σε διεθνείς διοργανώσεις.
Η μεγαλύτερη συζήτηση που ανοίγει
Αν υπάρχει τέτοια δεξαμενή αθλητριών, τότε το ερώτημα είναι ένα, έχει το ελληνικό βόλεϊ τις υποδομές και το περιβάλλον για να αξιοποιήσει όλο αυτό το ταλέντο;
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος αυτής της δεξαμενής, αρκεί να ρίξει μια ματιά στις δύο ομάδες που θα φορέσουν το εθνόσημο στις δύο διοργανώσεις.
Πέρα από τις νέες προσθήκες στην Εθνική ομάδα με νεότερες αθλήτριες, η αποστολή των Μεσογειακών Αγώνων διαθέτει και αθλήτριες με σημαντική εμπειρία και ηγετικό χαρακτήρα. Στην κορυφή αυτής της λίστας βρίσκεται η αρχηγός και πολυέμπειρη Τζίνα Λαμπρούση, ενώ μαζί της βρίσκονται η Ασημίνα Νικολογιάννη και η Φερονίκη Ζιώγα, όπως κι άλλες αθλήτριες, που έχουν εκπροσωπήσει την εθνική γυναικών και σε άλλες διοργανώσεις τα προηγούμενα καλοκαίρια.
Αντίστοιχη είναι και η εικόνα της δεκατετράδας που θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό. Και εκεί συνυπάρχουν αθλήτριες υψηλού επιπέδου με σημαντικές παραστάσεις από την Εθνική και τον ευρωπαϊκό πρωταθλητισμό όπως η Μάρθα Ανθούλη, αλλά και νεότερα κορίτσια που ήδη κάνουν αισθητή την παρουσία τους και αποτελούν την επόμενη γενιά του ελληνικού βόλεϊ γυναικών, όπως η 17χρονη Ελπίδα Τικμανίδου.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της πρωτόγνωρης συγκυρίας, η Ελλάδα δεν χρειάστηκε απλώς να δημιουργήσει δύο Εθνικές ομάδες. Είχε το βάθος και την ποιότητα για να συνδυάσει, και στις δύο, την εμπειρία με το ταλέντο αλλά και την αξιοποίηση της νεότερης γενιάς.
Και κάπου εδώ η ιστορία αποκτά μια άλλη διάσταση. Γιατί το γεγονός ότι το ελληνικό βόλεϊ γυναικών διαθέτει αρκετές αθλήτριες ώστε να στελεχώσει δύο Εθνικές ομάδες ταυτόχρονα δεν είναι μόνο μια ευχάριστη διαπίστωση, είναι και μια ευθύνη.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο μεγάλη είναι η δεξαμενή, αλλά αν ο χώρος μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτό το ταλέντο να εξελιχθεί και να φτάσει στο πραγματικό του ταβάνι.
Και αυτό απαιτεί επένδυση. Περισσότερα και καλύτερα γήπεδα, σύγχρονες προπονητικές εγκαταστάσεις, οργανωμένα αναπτυξιακά προγράμματα, καταρτισμένα προπονητικά επιτελεία και φυσικά επαγγελματική αποκατάσταση των αθλητριών.
Απαιτεί, παράλληλα, μεγαλύτερη έμφαση στις μικρές ηλικίες και περισσότερες ευκαιρίες για τις νεαρές αθλήτριες να αγωνιστούν και να εξελιχθούν σε υψηλό επίπεδο, όπως φυσικά και η στελέχωσή τους στην εθνική ομάδα γυναικών.
Η εικόνα των δύο Εθνικών ομάδων δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί απλώς ως μια συγκυρία αλλά μπορεί να αποτελέσει και μια ένδειξη για το τι υπάρχει από κάτω. Υπάρχει ενδιαφέρον, υπάρχει συμμετοχή, υπάρχει ταλέντο και, όπως αποδεικνύεται, υπάρχει πλέον και το βάθος για να στηριχθούν δύο διαφορετικές διεθνείς αποστολές.
Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι να δημιουργηθούν δύο Εθνικές επειδή το απαιτούν οι συνθήκες. Είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι αθλήτριες που βρίσκονται σήμερα στις δύο αποστολές να αποτελέσουν αύριο τη βάση μιας ακόμη πιο δυνατής Εθνικής ομάδας αλλά και ενός δυνατού ελληνικού πρωταθλήματος.