Ο Τζώρτζης Δικαιουλάκος και το μπάσκετ Γυναικών θα έλεγε κανείς πώς έχουν καρμική σχέση. Το «πάντρεμά» τους έγινε υπό τυχαίες συγκυρίες, όμως είναι από τα πιο ιδανικά στον ελληνικό κόσμο της καλαθοσφαίρισης.
Ο πολυνίκης προπονητής με τις πολλές επιτυχίες στο παλμαρέ του έχει σίγουρα να θυμάται μία. Την πιο μοναδική, την πιο ξεχωριστή, εκείνη που βρίσκεται ένα... τσικ πάνω από τις υπόλοιπες. Φυσικά πρόκειται για το EuroCup που κατέκτησε με τις παίκτριες του Αθηναϊκού το 2010. Το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο για το ελληνικό μπάσκετ Γυναικών φέρει φαρδιά πλατιά τη δική του υπογραφή και μάλιστα με ολόχρυσα γράμματα.
Αυτό το ορόσημο στην καριέρα του το έφερε ξανά στη μνήμη του στη συνέντευξη που παραχώρησε στο GWomen με αφορμή τον πρώτο τελικό του Αθηναϊκού απέναντι σε άλλη μία ομάδα του, τη Μερσίν. Μοιράστηκε τις αναμνήσεις του από εκείνη τη «μαγική» χρονιά με το triple crown της ομάδας του Βύρωνα, αλλά και τη σύνδεσή του με το μπάσκετ γυναικών. Η άποψή του μεστή και ξεκάθαρη. Δεν χαρίζεται και μιλώντας «έξω από τα δόντια» τονίζει τη βασική διαφορά με το μπάσκετ ανδρών χρησιμοποιώντας δύο λέξεις: «Απολύτως καμία». Παράλληλα, δεν διστάζει να ρίξει φως στις παθογένειες του αθλήματος, ενώ μοιράζεται τους προσωπικούς του στόχους και φιλοδοξίες στην επιστροφή του στο... σπίτι του και στην ιταλική Σκίο.
Η συνέντευξη του Τζώρτζη Δικαιουλάκου στο GWomen
«Δεν ξέρω αν το επέλεξα εγώ ή αν το μπάσκετ γυναικών επέλεξε εμένα. Το λέω κυρίως από την άποψη ότι όλα ήρθαν τόσο τυχαία στο δρόμο μου, δεν ήταν καθόλου συνειδητή επιλογή. Η συνειδητή επιλογή ήταν να συνεχίσω να είμαι προπονητής, και απλά ως προπονητής ένιωθα ότι υπάρχουν δρόμοι τόσο στο μπάσκετ ανδρών όσο και στο μπάσκετ γυναικών. Ένας δρόμος μου άνοιξε ξαφνικά στο μπάσκετ γυναικών μέσω του Αθηναϊκού τότε και μέσω της Εθνικής Ομάδας, τον πήρα, έκανα επιτυχίες και απλά παρέμεινα εκεί. Αυτό ήταν και τίποτα άλλο. Τον αγάπησα αυτό το χώρο, τον αγαπώ, μου έδωσε πολλά πράγματα στη ζωή μου, πάρα πολλά η αλήθεια είναι, και ίσως ένα από τα στοιχεία που έχω είναι ότι δεν τον απαξίωσα ποτέ ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια και φαντάζομαι ούτε μετά εννοείται. Και ίσως αυτό ήταν το κλειδί». Αυτά ήταν τα πρώτα του λόγια που χάρισαν και την έμπνευση για την εισαγωγή της συνέντευξης.
Αδιαμφισβήτητα, ο Τζώρτζης Δικαιουλάκος είναι ο άνθρωπος που συνέδεσε όσο κανείς άλλος το όνομά του με την επιτυχία της ομάδας του Βύρωνα και τώρα, δεκαέξι χρόνια μέτα βλέπει τον σύλλογο με τον οποίο διέπρεψε να βρίσκεται κοντά στην ίδια διάκριση.
«Ο Αθηναϊκός πραγματικά βρίσκεται σε μία τεράστια ευρωπαϊκή επιτυχία. Ήδη είναι επιτυχία το ότι έχει φτάσει στον τελικό, μην το συζητάμε, δεν φτάνεις εύκολα σε έναν τελικό Ευρώπης. Είμαι πάρα πολύ περήφανος για όλους τους ανθρώπους, γιατί λίγο-πολύ είναι οι ίδιοι άνθρωποι με τους οποίους έχω ξανασυνεργαστεί, όσον αφορά τη διοίκηση και τον Νίκο Χαρδαλιά, όσο και για τη Στέλλα την Καλτσίδου, την οποία την πίστεψα πάρα πολύ από τα αρχικά της βήματα ως προπονήτρια, την πίστεψα πραγματικά πάρα πολύ και δικαιώθηκα και δικαιώνομαι και θα συνεχίσω να δικαιώνομαι».
«Η Στέλλα δεν θα έλεγα ότι αποτελεί μία φυσική συνέχεια της δικής μου φιλοσοφίας και ούτε θα ήθελα να είναι κάτι τέτοιο. Εξάλλου δεν θα έλεγα ότι και η δική μου φιλοσοφία βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο πράγμα, διότι δεν μπορεί ένας προπονητής να έχει μόνο μία φιλοσοφία, ειδικά όταν το μπάσκετ κάθε 4-5 χρόνια αλλάζει, τόσο στο μπάσκετ ανδρών όσο και στο γυναικών δεν είναι κάτι που διαφέρει. Οπότε και εμείς θα πρέπει να προσαρμοστούμε σε πάρα πολλά πράγματα, τόσο σε θέματα τακτικής όσο και συμπεριφοράς απέναντι στις γενιές, γιατί κάθε γενιά έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Νομίζω όμως ότι η Στέλλα το έχει καταλάβει αυτό και είναι ακόμα στα πρώτα της βήματα, έχει πηδήξει τάξεις γιατί το αξίζει και έχει πάει ψηλότερα και ελπίζω ότι θα βαδίζει στο δικό της δρόμο που δεν θα έχει καμία σχέση με το δικό μου δρόμο».
Αυτά είπε μιλώντας για την προπονήτρια του Αθηναϊκού, Στέλλα Καλτσίδου, με τα καλύτερα λόγια. Καθώς δεν θεωρεί οτί βαδίζει στον δικό του δρόμο, αλλά ότι χαράζει τη δική της ξεχωριστή πορεία.

Οι θύμησες από την κατάκτηση του τροπαίου το 2010 είναι ακόμα νωπές και έχουν προκαλέσει τόσα συναισθήματα στον Τζώρτζη Δικαιουλάκο, που μία μονάχα εικόνα δεν μπορεί να τα χωρέσει.
«Ήταν μία ιστορική χρονιά και με τόσα πολλά συναισθήματα και τόσους πολλούς τίτλους, γιατί ήταν πολλοί τίτλοι, οπότε άμα μείνω σε μία μόνο εικόνα δεν ξέρω αν θα αδικήσω όλες τις άλλες. Πραγματικά δεν μπορώ να πω ότι μου έρχεται μόνο η πρώτη εικόνα, αλλά αυτό το σφύριγμα της λήξης ίσως είναι το καλύτερο σφύριγμα λήξης που έχω ζήσει ποτέ. Βέβαια δεν έμεινα σε αυτή την επιτυχία, θέλησα να επαναλάβω και άλλες, οπότε δεν έμεινα μόνο εκεί, αμέσως προσπάθησα να το ξεχάσω και να δημιουργήσω περισσότερες, αλλά δεν μπορώ να το αρνηθώ, αυτό ήταν το σφύριγμα της λήξης και ο πανζουρλισμός που επικράτησε και η χαρά και αυτό το συναίσθημα, νομίζω ότι τα πρώτα δευτερόλεπτα δεν ξεχνιούνται».

Ωστόσο, η ζωή παίζει πάντα περιέργα παιχνίδια και τα έφερε έτσι ώστε να βρεθεί να κοουτσάρει για το μεγαλύτερο διάστημα της σεζόν την αντίπαλο του Αθηναϊκού στους τελικούς και για πολλούς φαβορί για την κατάκτηση, την τουρκική Μερσίν. Έχοντας καταφέρει να αποκλείσει τον Παναθηναϊκό στα προημιτελικά του EuroCup Women, η τουρκική ομάδα αποφάσισε να λύσει τη συνεργασία της με τον Έλληνα τεχνικό κι ας έχει μεγάλο μερίδιο στη μέχρι τώρα επιτυχημένη πορεία της ομάδας.
«Στη Μερσίν, αν πρέπει να το χωρίσουμε σε δύο μέρη, το ένα είναι το οργανωτικό και το άλλο είναι το αγωνιστικό. Οργανωτικά δυστυχώς η ομάδα δεν λειτούργησε καλά, διότι χάθηκαν οι σπόνσορες, οπότε υπήρχαν αρκετά προβλήματα από την αρχή της σεζόν. Δεν έγινε το ρόστερ έτσι όπως μου είχαν υποσχεθεί, έτσι όπως περίμενα, παρόλα αυτά όμως έμεινα για να βοηθήσω την ομάδα, το θεώρησα υποχρέωσή μου και απέναντι στις παίκτριες που είχαν ήδη μείνει. Παρόλο που πηγαίναμε πάρα πολύ καλά, δυστυχώς για να λειτουργήσει μία ομάδα πρέπει να υπάρχει μία άψογη σχέση τόσο μεταξύ των παικτών όσο και με τον προπονητή, όσο και μεταξύ της διοίκησης και του προπονητή, όσο και της διοίκησης των παικτών. Και κάπου εκεί χάλασε λίγο το πράγμα, σε πολλά πράγματα δεν συμφωνούσαμε με τη διοίκηση και με τον πρόεδρο, οι οποίοι στην Τουρκία έχουν μία εντελώς διαφορετική φιλοσοφία, το τι είσαι εσύ προπονητής, το τι είσαι εσύ οργάνωση, το ποιος είναι το αφεντικό στο γήπεδο, οπότε σε κάποια θέματα διαφωνούσαμε ριζικά, οπότε καλύτερο ήταν να παραμείνουμε φίλοι και να χωρίσουν οι δρόμοι μας».
«Με την ελπίδα και την ευχή να το πάρει ο Αθηναϊκός»
Το ματσάρισμα των δύο ομάδων δεν είναι εύκολο και ο κόουτς Δικαιουλάκος είναι ο πλέον έμπειρος να εκφέρει γνώμη πάνω σε αυτό δεδομένης της επαφής του και με τους δύο συλλόγους.
«Πιστεύω ο Αθηναϊκός μπορεί να τα καταφέρει, δεν τον θεωρώ σα φαβορί. Μην ξεχνάμε ότι η Μερσίν έχει ναι μεν μικρότερο ρόστερ, αλλά οι παίκτριες, οι επτά-οκτώ παίκτριες που παίζουν είναι θα έλεγα μεγαλύτερης ίσως αξίας στο χρηματιστήριο του μπάσκετ από τις αντίστοιχες επτά-οκτώ του Αθηναϊκού. Ο Αθηναϊκός όμως έχει μεγαλύτερο βάθος και αυτό ίσως να του βγει σε καλό. Επίσης μπορεί να του βγει σε καλό ότι γνωρίζει ότι δεν είναι το φαβορί, ότι το μεγαλύτερο άγχος το έχει η Μερσίν, και πραγματικά έχει μία μεγάλη πίεση για να πάρει αυτό το κύπελλο. Οπότε οι διαφορές δεν είναι πάρα πολύ μεγάλες, είναι αρκετά κοντά. Πιστεύω ότι θα δούμε δύο πολύ ενδιαφέροντες τελικούς και με την ελπίδα και την επιθυμία και την ευχή να το πάρει ο Αθηναϊκός».
Όσον αφορά το αν υπάρχουν διαφορές μεταξύ του μπάσκετ γυναικών και ανδρών ήταν ξεκάθαρος και λακωνικός: «Η καθημερινότητα και η διαχείριση μιας ομάδας γυναικών σε σχέση με μία ανδρική, θα απαντήσω πολύ μονολεκτικά: καμία. Πολύ σύντομη η απάντησή μου: απολύτως καμία. Ίδιες ανάγκες, ίδια προβλήματα, ίδιες ώρες προπόνησης, ίδιες ώρες scouting, ίδιες ώρες ομιλίας, ίδιες ώρες στα πάντα. Ίδιες ανάγκες, ίδια προβλήματα. Καμία απολύτως».
Παράλληλα, ως τεχνικός που έχει περάσει τα χρόνια της καριέρας του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό είναι ο πλέον κατάλληλος για να αναλύσει τι έχει μεσολαβήσει από την επιτυχία του 2010 έως και σήμερα.
«Το πόσο έχει αλλάξει το ελληνικό μπάσκετ από τότε μέχρι σήμερα είναι μία τόσο μεγάλη κουβέντα, διότι θα έλεγα υπήρξε όχι απλά μία πτώση αλλά μία κατάρρευση και μετά μία πάλι σταδιακή άνοδος. Τώρα χαίρομαι που υπάρχουν αρκετές παίκτριες οι οποίες μπορούν να στελεχώσουν την Εθνική Ομάδα και να τη φέρουν πάλι ψηλά εκεί που αξίζει. Αλλά για να γίνει το επόμενο βήμα, να προσπαθήσουμε να πάμε πάλι σε επιτυχίες παρελθόντος όπου είχαμε φτάσει, συμμετοχές σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, είχαμε φτάσει τέταρτη θέση σαν Εθνική Ομάδα εννοώ, νομίζω ότι το βασικότερο από όλα είναι να δημιουργηθούν οι ομάδες, να έρθουν περισσότερα κορίτσια στο γήπεδο. Πρέπει να αποκτήσουμε μία πολύ μεγάλη βάση, μία πολύ μεγάλη κυψέλη όπου θα έρχονται συνέχεια πολλά κορίτσια, πολλά ταλέντα. Δεύτερο βήμα είναι ότι δεν θα φεύγουν, γιατί υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός ο οποίος φεύγει μετά από όταν έρχεται, ένα μεγάλο ποσοστό. Να τα κρατήσουμε στο μπάσκετ και το αμέσως επόμενο βήμα είναι να δουλευτούν σωστά ιδιαίτερα τα ταλέντα που θα προκύψουν μέσα από αυτή τη διαδικασία. Όταν γίνουν όλα αυτά, μετά τα υπόλοιπα θεωρητικά είναι πιο εύκολα».

Ωστόσο, το παρόν βρίσκει τον Τζώρτζη Δικαιουλάκο στο εξωτερικό εδώ και πολλά χρόνια, από τον Αθηναϊκό και έπειτα συγκεκριμένα. Αυτό που προκαλεί θετική εντύπωση είναι η τοξικότητα που δεν έχει συναντήσει εκτός των συνόρων, κάτι που αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στη χώρα μας και όχι μόνο.
«Επαγγελματικά η Ελλάδα περισσότερο δεν μου έχει λείψει, παρά μου έχει λείψει και αυτό διότι στο εξωτερικό δεν έχουμε συναντήσει την τοξικότητα που υπάρχει σε πολλά πρωταθλήματα στην Ελλάδα, σε πολλούς χώρους ίσως και λόγω του ότι είμαι ξένος, απ' τη μια δεν καταλαβαίνω τι γράφουν ή τι λένε έξω, αλλά απ' την άλλη συναντώ σε όλες τις χώρες που έχω δουλέψει πάρα πολύ μεγάλο σεβασμό, τόσο ώστε ακόμα και οι φίλαθλοι των αντιπάλων ομάδων να με χειροκροτούν και να μου στέλνουνε συγχαρητήρια. Κάτι που δεν μπορείς να βρεις αντίστοιχο στην Ελλάδα. Οπότε από μία άποψη όχι. Φυσικά η Ελλάδα είναι η χώρα μου, εκεί έχω μεγαλώσει και επαγγελματικά και μπασκετικά, δεν αμφισβητώ το ότι σε κάποια θέματα σίγουρα μου έχει λείψει».
Kαι συμπλήρωσε με την αφοπληστική ειλικρίνεια που τον διακατέχει χωρίς να θέλει να χαϊδέψει... αυτιά: «Αν το μπάσκετ έχει κάνει τα βήματα που του αξίζουν ή ακόμα παλεύει για τα αυτονόητα είναι πάρα πολύ δύσκολη ερώτηση για να απαντήσω. Πάρα πολύ δύσκολη. Διότι και έχει κάνει τα βήματα που του αξίζουν και δεν τα έχει κάνει. Δηλαδή σε κάποια θέματα τα έχει κάνει, σε κάποια θέματα δεν τα έχει κάνει. Και αυτό έχει να κάνει πάρα πολύ και με τις ίδιες τις παίκτριες και την νοοτροπία που πρέπει να έχουν και με το πόσο δουλεύουν και με το πόσο δεν δουλεύουν. Νομίζω ότι αυτό πάντα συζητάγαμε ειδικά στις προηγούμενες χρονιές στις οποίες έτυχε να δουλέψουμε μαζί με τον Κώστα Μίσσα, οι οποίες μας ανεβάσανε ψηλά με την Εθνική Ομάδα και με τον Αθηναϊκό, παίκτριες όπως η Καλτσίδου, όπως η Μάλτση, όπως η Καλέντζου, όπως η Χατζηνικολάου. Αυτό που τους πείσαμε πρώτα από όλα είναι ότι θα πρέπει πρώτα οι ίδιες να είναι επαγγελματίες, να δουλεύουν πιο σκληρά από όλες για να μπορούν να απαιτούν. Από τη στιγμή που θα απαιτούν, δεν χρειάζεται να παλεύουν για τα αυτονόητα, θα έρθουν μόνα τους. Και νομίζω ότι κάπως έτσι ήρθε, και κάπως έτσι πρέπει να είναι με όλες τις παίκτριες. Οπότε ναι, το μπάσκετ γυναικών σε κάποια θέματα έχει κάνει βήματα, σε κάποια βήματα... σε κάποια άλλα θέματα όχι, σε κάποια άλλα θέματα παλεύει για τα αυτονόητα και σε κάποια άλλα θέματα όχι γιατί έχει πάρει αυτό που του αξίζει».
Ο πολύπειρος Έλληνας προπονητής επέστρεψε, όμως, στην Ιταλία για δεύτερη φορά στην καριέρα του, αναλαμβάνοντας ξανά τα ηνία της αγαπημένης του Σκίο, της ομάδας με την οποία έχει ήδη γράψει τη δική του ξεχωριστή ιστορία, οδηγώντας τη στην κατάκτηση τριών από τα τέσσερα τελευταία πρωταθλήματα και την οποία νιώθει... σπίτι του όπως λέει χαρακτηριστικά.
«Σίγουρα το να γυρνάς κάπου όπου ήσουν προηγουμένως για τέσσερα ολόκληρα χρόνια δεν παύει να το νιώθεις σαν το σπίτι σου. Έχω περάσει υπέροχες στιγμές με αυτή την ομάδα. Το να είναι ένας προπονητής τόσα πολλά χρόνια με τόσες πολλές επιτυχίες σημαίνει ότι δημιουργείται ένα δέσιμο με όλους τους ανθρώπους μέσα στην ομάδα και πάρα πολύ με τους φιλάθλους, γιατί το Σκίο είναι ένα μικρό μέρος, οι άνθρωποι γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους στους δρόμους και είχαμε αναπτύξει μία πολύ ιδιαίτερη σχέση. Άρα πραγματικά είναι για μένα σαν να γυρνάω στο σπίτι μου. Είμαι πάρα πολύ ευτυχισμένος, γιατί πάντα μία αλλαγή κάνει καλό σε όλους, αλλά ευτυχώς αυτή η αλλαγή δεν ήταν για μεγάλο διάστημα. Οπότε δεν ξέρω τι άλλο να πω, νομίζω ότι αυτό που είπα πριν τα λέει όλα, ότι νιώθω σαν να έχω γυρίσει στο σπίτι μου.
Αν και δεν έλειψα πολύ καιρό, στην ουσία ούτε καν μία σεζόν, η εικόνα που βρήκα στην ομάδα είναι λίγο διαφορετική από ό,τι όταν την άφησα. Και αυτό είναι φυσιολογικό, διότι ένας προπονητής που ήρθε έβαλε νέες ιδέες, έβαλε νέα φιλοσοφία στην ομάδα, τόσο αγωνιστική όσο και εξωαγωνιστική, με την οποία για να είμαι ειλικρινής δεν είμαι τόσο πολύ σύμφωνος, διότι ο κάθε προπονητής παρουσιάζει μία φιλοσοφία όπως νιώθει αυτός έτσι θα έλεγα άνετα, αλλά και με βάση το πώς νιώθουν άνετα οι παίκτριες. Από ό,τι κατάλαβα στην ομάδα δεν ένιωθαν πολύ άνετα οι παίκτριες με την προηγούμενη φιλοσοφία, οπότε έπρεπε να ξαναγυρίσουν πάλι στα παλιά. Παρόλα αυτά η οργάνωση του Σκίου είναι κάτι παραπάνω από επαγγελματική. Είναι ακριβώς όπως ομάδες της EuroLeague και οργανωτικά οι ομάδες της EuroLeague των γυναικών δεν ξεχωρίζουν από την οργάνωση των ανδρών. Είναι περίπου τα ίδια παιχνίδια, περίπου ίδια οργάνωση. Οπότε είναι αρκετά πράγματα που πρέπει να ξαναλλάξω και να τα φέρω σε ένα παλιό ρυθμό, στους ρυθμούς και στη φιλοσοφία που ταιριάζουν πιο πολύ στις παίκτριες που ήδη έχουμε».
Θα έλεγε κανείς ότι με αυτόν τον τρόπο θα ολοκληρωθεί ιδανικά ένας κύκλος, όμως οι στόχοι και οι φιλοδοξίες δεν παύουν να υπάρχουν. Αυτά που σίγουρα δεν υφίστανται για τον Τζώρτζη Δικαιουλάκο σε επαγγελματικό επίπεδο είναι πάντως τα απωθημένα...
«Απωθημένα δεν είναι σωστό να έχει ο άνθρωπος, δεν πρέπει να έχει ο άνθρωπος. Πρέπει να έχουμε στόχους, πρέπει να έχουμε όνειρα, πρέπει όλοι να παλεύουμε για αυτά όσο το δυνατόν σκληρότερα, πιο δυνατά, να προσπαθούμε και αν τα καταφέρουμε έχει καλώς. Αν δεν καταφέρουμε, να ξέρουμε τι έφταιξε για να μπορούμε στην επόμενη, στο επόμενο challenge να τα καταφέρουμε. Ή αν όχι, να μεταλαμπαδεύσουμε τις γνώσεις μας στην επόμενη γενιά. Έτσι πάει. Όχι, δεν έχω κανένα απωθημένο, είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος, αλλά ακόμα προσπαθώ».
Και κάπου εκεί έρχεται και η ερώτηση για ομάδα ανδρών, με τον ίδιο να αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά για το μέλλον του: «Ανδρική ομάδα σε υψηλότερο επίπεδο, ναι φυσικά, γιατί όχι; Είμαι ανοικτός πάντα για μεγαλύτερες προκλήσεις. Δεν θεωρώ πρόκληση βέβαια το να αναλάβω ανδρική ομάδα, αντίστοιχη πρόκληση είναι σαν να πάρω μία άλλη ομάδα στην Ευρωλίγκα γυναικών. Θεωρώ την ίδια πρόκληση. Το μόνο που αλλάζει είναι οι χαρακτήρες και το πώς θα διαβάσεις το χαρακτήρα του κάθε παίχτη, το μπάσκετ που του αρέσει, το τι μπορούν να κάνουν σαν ομάδα και το τι δεν μπορούν, και αντίστοιχα εσύ να προσπαθήσεις σαν προπονητής να προσφέρεις στους παίχτες το μπάσκετ που τους ταιριάζει. Κατά τα άλλα ναι, το μπάσκετ είναι ένα, είναι ενιαίο, δεν αλλάζει κάτι, απλά προσπαθείς να διαβάσεις το τι μπορεί να κάνει ο παίχτης και το τι δεν μπορεί να κάνει».