Μια λαχανιασμένη κοινωνία που μισεί την ίδια την κίνηση
Κάθε μέρα, οδηγούμε για να προλάβουμε και θυμώνουμε με όποιον μας προσπερνά. Στους δρόμους μας, η εικόνα είναι σχεδόν κωμικοτραγική: άνθρωποι μέσα σε μεταλλικά κουτιά, να κινούνται με ταχύτητα (σπάνια) και αγωνία, ενώ ταυτόχρονα βρίζουν, χειρονομούν, κορνάρουν. Όχι επειδή έχουν αδικηθεί πραγματικά. Αλλά επειδή κάποιος μπροστά τους... κινήθηκε λίγο πιο γρήγορα. Λίγο πιο αποφασιστικά. Με λίγο περισσότερο «θράσος», όπως θα πουν.
Στην πραγματικότητα, ο θυμός αυτός δεν είναι για την προσπέραση. Είναι για το ότι κάποιος αμφισβήτησε, έστω και στιγμιαία, την ψευδαίσθηση ισότητας που κρατάει την καθημερινή συμβίωση σε οριακή ισορροπία. Το να είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι στην ίδια μποτιλιαρισμένη νωθρότητα είναι βολικό. Μας ενώνει στη δυσφορία. Όποιος τολμήσει να ξεφύγει, γίνεται αυτόματα στόχος.
Η ακινησία ως ασφάλεια - η κίνηση ως απειλή
Σε όλα τα επίπεδα –από την οικογενειακή ζωή μέχρι το δημόσιο βίο– η κίνηση θεωρείται πια ύποπτη. Μια αλλαγή δουλειάς, μια νέα πρόταση, μια άλλη πολιτική στάση αντιμετωπίζεται με καχυποψία, ειρωνεία ή και επιθετικότητα. Η κοινωνία που ζητά «λύσεις» δεν φαίνεται να θέλει κανέναν που πραγματικά τις φέρνει.
Αυτή η αντίφαση είναι ο πυρήνας της παθολογίας μας. Θέλουμε εξέλιξη, αλλά φοβόμαστε την ανατροπή. Θέλουμε πρόοδο, αλλά όχι να μετακινηθεί κάτι από τη θέση του. Το status quo μπορεί να μας πνίγει, αλλά του έχουμε βάλει μαξιλάρια για να καθόμαστε άνετα επάνω του.

Η κίνηση προς μια διαφορετική δημοκρατία, μια ουσιαστικότερη πολιτική συμμετοχή, προσκρούει στην ίδια τη δυσπιστία του πολίτη. Κανείς δεν φταίει, όλοι κατηγορούν, τίποτα δεν αλλάζει.
Στην τέχνη, στη δουλειά, στην καθημερινή δημιουργία, η μοίρα είναι παρόμοια. Οποιαδήποτε πρωτοβουλία αντιμετωπίζεται με τη γνωστή ειρωνεία: «Και ποιος νομίζει ότι είναι αυτός;» Όσο λιγότερο ξεχωρίζεις, τόσο πιο ασφαλής είσαι. Και όσο πιο πολύ προσπαθείς, τόσο πιο γελοίος φαίνεσαι στα μάτια μιας κοινωνίας που έχει ξεχάσει να θαυμάζει.
Προς μια επανανοηματοδότηση της κίνησης
Δεν είναι τυχαίο ότι το αυτοκίνητο -κάποτε σύμβολο ελευθερίας και αυτοδιάθεσης – μετατρέπεται σε εργαλείο αγανάκτησης. Όχι επειδή άλλαξε το ίδιο, αλλά επειδή αλλάξαμε εμείς. Θέλουμε να κινηθούμε, να φτάσουμε, να ελευθερωθούμε. Αλλά μόνο αν είναι να πάμε όλοι μαζί. Κι αν κάποιος προχωρήσει πρώτος, θυμώνουμε. Μας εκθέτει.
Κι έτσι, φτιάχνουμε δρόμους που μπλοκάρουν, κανόνες που εξοντώνουν, κάμερες που παραμονεύουν, διοικητικές αποφάσεις που τιμωρούν την αυθόρμητη κίνηση. Το αυτοκίνητο πια δεν απελευθερώνει. Δικάζει.
Ίσως έχει έρθει η ώρα να σκεφτούμε ξανά τι σημαίνει «κίνηση». Όχι απλώς σωματική, αλλά νοητική, συναισθηματική, πολιτική. Ίσως πρέπει να ξαναμάθουμε να θαυμάζουμε τον άνθρωπο που προσπαθεί – όχι να τον ειρωνευόμαστε. Να δίνουμε χώρο, όχι να τον καταλαμβάνουμε. Να επιβραβεύουμε το ρίσκο, όχι να το καταδικάζουμε.
Μια κοινωνία δεν αλλάζει επειδή το αποφασίζει ένα κόμμα ή ένας νόμος. Αλλάζει επειδή αρχίζει να δέχεται την κίνηση ως αναγκαία. Ως υγιή. Ως φυσική. Και τότε, ίσως, σταματήσουμε να λαχανιάζουμε τόσο. Γιατί θα τρέχουμε, επιτέλους, προς τα μπρος.
Φωτογραφίες: Shutterstock
Ακολουθήστε την σελίδα του gMotion στο Facebook!