Γιώργος Κούδας, αυτή είναι η ζωή μου!

Γιώργος Κούδας, αυτή είναι η ζωή μου!

Ο Γιώργος Κούδας, ο μύθος του ΠΑΟΚ, γεννημένος στις 23/11/1946, συμπληρώνει το 70ο έτος! Επτά δεκαετίες λάμψης, δόξας και μεγαλείου. Ο «Μεγαλέξανδρος» ξεφυλλίζει παρέα με το Gazzetta Weekend το άλμπουμ της ζωής του… 

Το να βρίσκεις αφορμές και να συζητάς με τον παίκτη-θρύλο του «Δικεφάλου του Βορρά» είναι πάντα σκέτη απόλαυση. Τον ακούς με προσοχή και ευλάβεια. Να ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων του, να μιλάει στα ίσια για το χτες και το σήμερα. Να σου λέει ξεκάθαρα «κοίτα το δικό καλούπι έχει σπάσει», βυθίζοντας σε στη θλίψη γιατί πολλές γενιές νέων φιλάθλων δεν πρόλαβαν να θαυμάσουν αυτόν τον καλλιτέχνη της μπάλας στο γήπεδο, που δε διστάζει να πει πως «αν έπαιζα σήμερα μπάλα θα ήμουν ένας τελείως διαφορετικός παίκτης.

Το ταλέντο μου θα ήταν πολύ μεγαλύτερο. Δε θα ήμουν ένα ταλέντο που έπαιξε στην Ελλάδα. Θα μπορούσα να είμαι παγκόσμιο φαινόμενο παίζοντας σε μια Μπαρτσελόνα, σε έναν Αγιαξ». Όπως και να το κάνουμε, ένα δίκιο το’ χει…

-Από την ζωή του ο Γιώργος Κούδας έχει κανένα παράπονο;

«Αν έχεις παράπονο δεν θα μπορέσεις ποτέ να φτάσεις εκεί που επιθυμείς ο ίδιος προσωπικά, έχεις βάλει ως στόχο, να φτάσεις. Το ταξίδι είναι μεγάλο. Έχει πολλούς σταθμούς. Βασικά, όμως, δεν πρέπει να μένεις στο χθες, στο καλό ή στο κακό, ειδικά όταν μιλάμε για ένα άθλημα, όπως το ποδόσφαιρο, στο οποίο κρίνεσαι κάθε Κυριακή-Τετάρτη-Κυριακή. Πρέπει να προσαρμόζεσαι σ’ όλα στη ζωή σου».

-Χορτάτος από δόξα και μεγαλεία…

«Ό,τι ήθελα το απολάμβανα, πάντα μέσα στα πλαίσια, που ορίζει η ίδια η ζωή και η κοινωνία. Σήμερα λένε "κοίτα τι κάνει ο Αθανασιάδης, ο άλφα ή ο βήτα". Τι δεν έκανα εγώ στη ζωή μου; Τα πάντα έκανα, τα πάντα απόλαυσα, όμως στο μέτρο του δυνατού και χωρίς να υπερβαίνω τα όρια. Θα πρέπει να χαίρεσαι τη ζωή, να χαίρεσαι κι αυτό που κάνεις, γιατί αν δεν το ευχαριστιέσαι κάτι πρέπει να παρατήσεις και να αφήσεις. Ή το ποδόσφαιρο ή την καλή ζωή».

-Αρα μιλάμε για σωστή διαχείριση της λάμψης που έχει ένας ποδοσφαιριστής.

«Αν δεν μπορείς να τα διαχειριστείς σωστά θα βγεις χαμένος, ειδικά τώρα που όλοι είναι με ένα "έξυπνο» τηλέφωνο ή ένα I pad στο χέρι, γνωρίζουν τα πάντα για σένα και κυρίως ελέγχεσαι για τα πάντα».

-Είναι σημεία των καιρών, κάτι που προφανώς το βιώνει ανέκαθεν ως οργανισμός ο ΠΑΟΚ;

«Στον ΠΑΟΚ πάντα υπήρχε αυτή η παθογένεια. Σα να είναι ένα με το σωματείο. Πάντα θα ψάξουμε να βρούμε ένα εξιλαστήριο θύμα. Τώρα είναι ο Κλάους πριν ήταν ο Τζαβέλλας και πάει λέγοντας. Όταν με κάλεσε ο κ. Σαββίδης δίπλα του και είχα τη δυνατότητα να έρθω κοντά στην ομάδα, έπιασα τον Γιώργο και του είπα δυο κουβέντες μέσα από την καρδιά μου. "Βρε αγόρι μου" του είπα, "καλός είναι και ο τσαμπουκάς στο γήπεδο, αλλά πως το δείχνεις αυτό, απέναντι στους συμπαίκτες, τους αντιπάλους, τους διαιτητές, τον κόσμο στις κερκίδες". Δεν ξέρω αν με άκουσε ή αν έπαιξε ρόλο, αλλά πείτε μου εσείς, έχει βελτιωθεί ο Τζαβέλλας στην συμπεριφορά του; Προσωπικά, πιστεύω ό,τι είναι ο καλύτερος παίκτης μας και πολυτιμότερος του ΠΑΟΚ».

-Ο Γιώργος Κούδας πως διαχειρίστηκε όλη αυτή τη δόξα και την αγάπη που είχε από τον κόσμο;

«Όταν είσαι δεμένος με μια ομάδα, όταν λαμβάνεις όλη αυτή την αγάπη του κόσμου, θα βρεις το κίνητρο για να βελτιωθείς, αρκεί να το θέλεις και να το αγαπάς. Να σας πω ένα παράδειγμα. Ήθελα να σταματήσω το 1983 μετά τον χαμένο τελικό του κυπέλλου με την ΑΕΚ. Με παρεκάλεσε ο Παντελάκης να συνεχίσω ακόμη ένα χρόνο, "βάλε πλάτη Γιώργο να χτίσουμε τη νέα ομάδα", μου είπε, κάτι που το σεβάστηκα και το έκανα πράξη. Όμως, το Φεβρουάριο του 1984 πήγα και έπιασα τον προπονητή, ήταν ο Γερμανός Παλ Τσερνάι, και του είπα. "κοίτα μη με υπολογίζεις για ολόκληρο το 90λεπτο. Δεν μπορώ και δε θέλω να φεύγω από το γήπεδο με σκυμμένο το κεφάλι. Αν με χρειάζεσαι για ένα ημίχρονο, μισή ώρα στο τέλος, να μείνω να παίξω". Το σεβάστηκε απόλυτα ο προπονητής γιατί κατάλαβε ότι δεν ήθελα να κοροϊδέψω κανέναν».

-Δεν νομίζουμε να βαρεθήκατε το ποδόσφαιρο;

«Κάτι που αγαπάς αν σταματήσεις να το αγαπάς θα σε πάρει ο κατήφορος. Εγώ δεν σταμάτησα να αγαπώ το ποδόσφαιρο. Ποτέ δεν χόρτασα από την μπάλα, ποτέ δεν είπα ότι έγινα ο καλύτερος ποδοσφαιριστής. Αυτό ήταν το κίνητρο μου, να μην επαναπαυτώ στις δάφνες ενός αγώνα, ενός τίτλου, γιατί ήξερα ότι μετά εύκολα έρχεται το τέλος. Σε τελειώνει το ίδιο το ποδόσφαιρο. Όταν, εκείνη την εποχή σε ηλικία 17 ετών, είδα η φωτογραφία μου στο εξώφυλλο εφημερίδας, να πιάνει τη μισή πρώτη σελίδα, τρόμαξα. Έφυγα μακριά από το περίπτερο γιατί με κοιτούσε ο κόσμος»

«Ο ΠΑΟΚ είναι όλη μου η ζωή»

Η κουβέντα με τον Γιώργο Κούδα αναπόφευκτα πάει στο χτες. Στο ένδοξο παρελθόν του με την ασπρόμαυρη φανέλα την οποία φόρεσε, από τις 21 Δεκεμβρίου του 1963 κι ένα ματς στη Λεωφόρο με αντίπαλο τον Εθνικό μέχρι το φινάλε του ένα παγωμένο μεσημέρι στις 26 Φεβρουαρίου του 1984 στην Τούμπα κόντρα στο Αιγάλεω, σε 607 επίσημα παιχνίδια σε πρωτάθλημα, κύπελλο, Ευρώπη.

-Ποια στιγμή είναι ανεξίτηλα χαραγμένη στο μυαλό σας;

«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω την καλύτερη στιγμή βλέποντας το βίντεο της ζωής μου. Αν κάτι με στιγμάτισε ήταν αυτή η τεράστια ομάδα, ο ΠΑΟΚ. Ένα χρόνο πριν γίνει το γήπεδο της Τούμπας, το 1958, υπέγραψα το πρώτο μου δελτίο. Ήμουν από τα 11,5 μου χρόνια, από τα πρώτα θεμέλια, μέσα στην Τούμπα. Εκεί, μεγάλωσα, πέρασα τη μισή μου ζωή ως ενεργό μέλος αυτής της ομάδας. Από το 1958 μέχρι το 1984, που σταμάτησα, έζησα τα πάντα. Νιώθω ότι εκφράζαμε ως ΠΑΟΚ τον πόθο της προσφυγιάς. Κι αυτός ο πόθος ενός ολόκληρου λαού ήταν ένας: να πάρει η ομάδα έναν τίτλο. Κάτι που ήρθε το 1972 με το πρώτο κύπελλο».

-Αρχή το 1963 με το «7» στην πλάτη και όχι το «10»…

«Όταν πρωτοέπαιξα το 1963, παρακάλεσα τον Λέανδρο Συμεωνίδη, που φορούσε το νούμερο 7 να μου το δώσει. Ξεκίνησα ως δεξιός εξτρέμ, στη δική του θέση, μετά άρχισα σιγά σιγά να προβιβάζομαι και να παίρνω καλύτερους βαθμούς. Πήρα το «8», μετά από λίγο το «9», μέχρι που κατέληξα στο «10». Δεν πήρα το «11» γιατί, τότε, έφευγες γρήγορα από το γήπεδο. Δεν είχες άλλον μπροστά σου στη γραμμή…».

-Μέχρι που φτάσαμε το 1966 και την γνωστή υπόθεση της μεταγραφής στον Ολυμπιακό.

«Επρεπε να διαλέξω ένα από τα δύο σπίτια μου, τον ΠΑΟΚ ή την οικογένεια μου. Είχα έναν πατέρα, μία μητέρα και αδέρφια. Επέλεξα το δεύτερο και έγινε ό,τι έγινε. Είναι μεγάλη ιστορία το πώς γύρισα στον ΠΑΟΚ, αλλά γύρισα αφού πρώτα μάλωσα με τον πατέρα μου. Μέχρι το 1974 δε μιλούσα μαζί του, μόνο με τη μάνα μου. Αυτή είναι η ιστορία γιατί ακούγονται πολλές αηδίες. Μέχρι που με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων που μ' αγαπούσαν πήγα στον πατέρα μου και του ζήτησα συγγνώμη. Ετσι επανήλθαν οι σχέσεις μας».

-Και κάπως έτσι επιστρέψατε για να χτιστεί ο μεγάλος ΠΑΟΚ…

«Έπαιξα με πολλούς συμπαίκτες και με εκατοντάδες αντιπάλους. Τεράστιο ταλέντο ήταν ο Γιώργος Δεληκάρης, αλλά το «alter ego» μου ήταν ο Δημήτρης Παρίδης. Ο Μητσάρας μου. Όμως, ο Κούδας και κατ’ επέκταση ο ΠΑΟΚ δε θα είχαν πετύχει όσα πέτυχαν αν δεν υπήρχαν δίπλα του συμπαίκτες, όπως ο Σαράφης, ο Αποστολίδης, ο Τερζανίδης. Δε θα μπορούσα να κάνω στο γήπεδο τη δουλειά που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να κάνουν. Αυτοί, λοιπόν, έτρεχαν περισσότερο για να είμαι εγώ πιο ξεκούραστος να κάνω τα υπόλοιπα…».

«Στις Σέρρες έβαλα τα κλάματα»!

Ο επίλογος της κουβέντα για το χτες και το σήμερα είναι άκρως διδακτικός. Ο Γιώργος Κούδας μιλάει για το πιο ξεχωριστό και ιδιαίτερο ματς της ζωής του. Εκεί, όπου πέτυχε το πιο όμορφο γκολ με τη φανέλα του ΠΑΟΚ απέναντι στον Ολυμπιακό μπροστά στα μάτια δύο ανθρώπων, οι οποίοι για διαφορετικούς λόγους σημάδεψαν την ποδοσφαιρική διαδρομή και τη ζωή του: τον πατέρα του και τον Γιώργο Σιδέρη.

Ένα γκολ – ποίημα το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει σε εικόνα, παραμένει όμως το απόλυτο highlight της ένδοξης καριέρας του…

«Αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα παιχνίδι, είναι αυτό στις Σέρρες. Δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ένα «καρέ» ζωντανής εικόνας κι αυτό με λυπεί αφάνταστα. Στενοκεφαλιές των Ελλήνων παραγόντων. Δεν ήταν μόνο το γκολ που πέτυχα, όλοι όσοι το είδαν λένε πως ήταν εκπληκτικό, αλλά η συνολική εικόνα μου στο γήπεδο μπροστά στα μάτια του πατέρα μου. Ξέρεις, ο μπαρμπά-Γιάννης δεν ήταν ποτέ λάτρης του ποδοσφαίρου. Δεν πήγαινε στο γήπεδο ακόμη και όταν αγωνιζόμουν. Όλο κι όλο με είδε να παίζω δύο φορές, σ’ εκείνο το ματς με τον Ολυμπιακό και στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι με την εθνική Σερβίας στην Τούμπα. Τότε, λοιπόν, τον είχε παρακινήσει να έρθει στις Σέρρες, ο Γιώργος Σιδέρης. Ήταν ο προστάτης μου τα δύο χρόνια, που ήμουν κάτω στον Πειραιά. Από τότε κρατήσαμε οικογενειακές σχέσεις με τον Γιώργο. Ήρθαν στο γήπεδο παρέα και με το που έβαλα το γκολ, παίρνει από το χέρι τον πατέρα μου και πάνε να φύγουν από την εξέδρα. "κ. Σιδέρη, που πηγαίνετε", του λένε, για να απαντήσει, "τι περιμένετε άλλο να δείτε, βγείτε έξω και πληρώστε εισιτήριο για το υπόλοιπο ματς. Όταν μου περιέγραψαν την σκηνή, που εκτυλίχτηκε μπροστά στα μάτια του πατέρα μου, έβαλα τα κλάματα. Οφείλω ένα ευχαριστώ στον μεγάλο Γιώργο Σιδέρη, που ήξερε και σεβόταν τους ανθρώπους και τις καταστάσεις».

 

 

Επόμενα Άρθρα

«Πράσινος πόλεμος» στα βουνά της Αλβανίας!

«Πράσινος πόλεμος» στα βουνά της Αλβανίας!

Η Αλβανία έχει μετατραπεί σε μία από τις κύριες πηγές κάνναβης στις διεθνείς αγορές, το ΝΑΤΟ απειλεί, ο... πόλεμος στα βουνά της μόλις άρχισε και το G-Weekend γράφει για ένα «παιχνίδι...

Μίλαν και Ιντερ έχουν τους... λόγους τους!

Μίλαν και Ιντερ έχουν τους... λόγους τους!

Μίλαν και Ιντερ κοντράρονται (20/11) στο Derby della Madonnina και το Gazzetta Weekend Journal δίνει τους λόγους για τους οποίους θα το κάνει δικό της η κάθε ομάδα.