Απλά... Ρομπέρτο Μπάτζιο!

Απλά... Ρομπέρτο Μπάτζιο!

Απλά... Ρομπέρτο Μπάτζιο!

Ο «θεϊκός κοτσιδάκιας» γίνεται 50 ετών και το gazzetta.gr του εύχεται ευχαριστώντας τον που υπήρξε!

Οταν θες να γράψεις για τον Μπάτζιο, τον ποδοσφαιριστή που θεωρείς, καθαρά υποκειμενικά, δεύτερο μόνο πίσω από τον Ντιέγκο, μπαίνεις σε μια πολύ ηλίθια λογική. Σκέφτεσαι ότι αφού θα γράψεις για αυτόν, πρέπει να εντυπωσιάσεις. Ετσι, καταλήγεις να γράφεις και να σβήνεις πολλές φορές το κείμενο στο μυαλό σου. Μέχρι που αντιλαμβάνεσαι ότι αν θες να τιμήσεις, στον βαθμό που μπορείς, τα 50ά γενέθλια του «μικρού Βούδα», το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να γράψεις απλά. Γιατί έτσι έπαιζε ποδόσφαιρο ο Ρομπέρτο... Απλά. Και το να κάνεις το απλό στο ποδόσφαιρο, είναι το δύσκολο. Γι' αυτό και είναι τέχνη όταν το καταφέρνεις. Και όταν λες τις λέξεις «τέχνη» και «ποδόσφαιρο», αυτομάτως αναφέρεσαι σε αυτόν...

Παίξε νόμιμα στην Sportinbget με επιστροφή στοιχήματος, αν ο Νασρί σκοράρει στo Σεβίλλη - Εϊμπαρ.

Τίποτα το απλό, βέβαια, δεν υπήρχε στην πορεία του Μπάτζιο από την Βιτσέντσα μέχρι  την κορυφή του κόσμου και από εκεί στην ιταλική επαρχία, διδάσκοντας μέχρι και την τελευταία του αγωνιστική μέρα. Εξι εγχειρήσεις έκανε στα γόνατα, όπου χιαστοί και μηνίσκος είχαν διαλυθεί, σε χρόνια που η ιατρική δεν ήταν τόσο εξελιγμένη όπως τώρα. «Τέσσερις στο δεξί γόνατο, δύο στο αριστερό. Εγχειρήσεις που διαρκούσαν μέχρι και δέκα ώρες. Επαιζα την Κυριακή και έκανα ξανά προπόνηση Τετάρτη-Πέμπτη σε όλη τη διάρκεια της καριέρας μου. Στα τελευταία χρόνια, στην Μπρέσια, όταν έφευγα από το γήπεδο και επέστρεφα σπίτι, δυσκολευόμουν να κατέβω από το αυτοκίνητο. Θα το ξαναζούσα, όμως, αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω», είπε χρόνια μετά. 

Τότε, όμως, δεν του άρεσε που το ζούσε. «Αν με αγαπάς, σκότωσε με», είπε κάποτε στη μητέρα του, μετά τον πρώτο τραυματισμό στους χιαστούς με την Βιτσέντσα. Εκλαιγε συνεχώς από τον πόνο αφού ήταν αλλεργικός στα παυσίπονα, έχασε 12 κιλά μέσα σε δύο εβδομάδες και οι γιατροί πίστευαν ότι δεν θα μπορούσε να ξαναπαίξει ποδόσφαιρο. Ή, τουλάχιστον, όχι στο υψηλότερο επίπεδο. Φτάνει που το πίστεψε ο ίδιος. Και η Φιορεντίνα. Οι Βιόλα τον αγόρασαν και τον περίμεναν για μια διετία ώστε να επιστρέψει στη δράση. Και όταν επέστρεψε και έδειξε τι μπορεί να κάνει, έπρεπε να τους αποχαιρετήσει, χωρίς να το θέλει πραγματικά. 

Η μεταγραφή του στη Γιουβέντους το καλοκαίρι του 1990 ήταν... αιτία πολέμου. Στη Φλωρεντία επικράτησε χάος επί μέρες και στην επιστροφή του ως αντίπαλος στο Artemio Franchi, έκανε μία από τις σημαντικότερες ντρίμπλες της καριέρας του. Αρνήθηκε να εκτελέσει το πέναλτι των Μπιανκονέρι και όταν έγινε αλλαγή, έσκυψε και πήρε ένα κασκόλ των Βιόλα που του πέταξαν από την εξέδρα. Ηταν η δική του «συγγνώμη» για την μεταγραφή, το δικό του «grazie» για την αγάπη που του είχαν δείξει. Οταν πουλήθηκε στους Τορινέζους, άλλωστε, δεν το ήξερε. Το έμαθε αφού πρώτα είχαν μπει όλες οι υπογραφές, αναγκαζόμενος έτσι να βάλει και τη δική του.

Την έβαλε, ανηφόρισε στο Τορίνο και εκεί απογειώθηκε. Στα πέντε χρόνια του ως ηγέτης της Κυρίας, ο Robi καθιερώθηκε ως ο κορυφαίος όλων. Δεν είχε τους τίτλους για να το ενισχύσει αυτό (ένα πρωτάθλημα, κύπελλο και κύπελλο UEFA με την Γιούβε, ένα πρωτάθλημα με την Μίλαν είναι όσα πήρε στην καριέρα του) αλλά δεν χρειάζονταν κιόλας. «Ομορφο δεν είναι το όμορφο, είναι αυτό που αρέσει», είναι ένα από τα ρητά των Ιταλών και ο Μπάτζιο άρεσε. Πολύ. Σε όλους. 

Αρεσε όταν τον έβλεπες να έχει την μπάλα και να πάει κατά μέτωπο με τον αμυντικό, περιμένοντας αυτό το μαγικό σπάσιμο μέσης και την αλλαγή κατεύθυνσης. Αρεσε όταν έβαζε ό,τι φάλτσο ήθελε, άρεσε όταν αποφάσιζε να διασύρει τους αμυντικούς με τα σλάλομ αλα Μαραντόνα σε μικρό χώρο, άρεσε όταν με το τακουνάκι έβγαζε τετ α τετ τον Βιάλι, άρεσε με τη γενικότερη φιλοσοφία του: Ο Μπάτζιο υπέγραψε για τον Ανιέλι, έπαιξε για αυτόν, νίκησε, δεν έγινε όμως ποτέ δικός του.

Ο Ρομπέρτο ήταν ο «Ραφαέλο», ο σπουδαίος ζωγράφος της Αναγέννησης, όταν έπαιρνε την Χρυσή Μπάλα του 1993, ήταν όμως και το «βρεγμένο κουνέλι» όταν ο Avvocato είχε νεύρα. Ηταν η βασική ελπίδα των Γιουβεντίνων απέναντι στην πιο δυνατή Μίλαν όλων των εποχών, ήταν όμως και αυτός που δεν κατάφεραν ποτέ να αγαπήσουν όσο θα ήθελαν. 

«Δεν είχα κανένα πρόβλημα με τη Γιούβε το καλοκαίρι του 1990. Η Γιουβέντους είναι η Γιουβέντους. Δεν είναι ότι δεν ήθελα να πάω στους Μπιανκονέρι, είναι ότι ήθελα να μείνω στη Φλωρεντία ως ευγνωμοσύνη για όσα μου πρόσφεραν στα δύο χρόνια που ήμουν τραυματίας και με περίμεναν. Δέθηκα με τη Γιούβε, αλήθεια. Απλά, μάλλον θα υπάρχει πάντα αυτό το κάτι ανάμεσα μας», είπε σε μια συνέντευξη του το φθινόπωρο του 2015. 

Αυτό το «κάτι» που υπήρχε ανάμεσα στον Μπάτζιο και διάφορα πρόσωπα ή καταστάσεις, λες και όριζε τα πάντα μια κατάρα. Στη Μίλαν πήγε να πλακωθεί με τον Καπέλο, στην Ιντερ τσακώθηκε με τον Λίπι και εμφανίστηκε μια μέρα στην προπόνηση με φανέλα που έγραφε «σκότωσε με αν δεν σου κάνω», με τον Σάκι τρελάθηκε σε ζωντανή σύνδεση όταν τον έκανε αλλαγή νωρίς στο ματς με τη Νορβηγία για λόγους τακτικής μετά την αποβολή του Παλιούκα, στο Μουντιάλ των ΗΠΑ το '94. 

«Είσαι τρελός, αυτό που κάνεις είναι τρελό», τον έπιασε η κάμερα να λέει. Οι κάμερες, όμως, τον έπιασαν να κάνει κι αυτός τρελά πράγματα εκείνο το καλοκαίρι. Από το χέρι την πήρε την Σκουάντρα Ατζούρα και την οδηγούσε προς το τρόπαιο, μέχρι που ήρθε ο τραυματισμός στον ημιτελικό, η παρουσία στον τελικό περισσότερο για να πάρουν ψυχολογία οι συμπαίκτες του αφού δεν μπορούσε να παίξει ούτε στο 50% και το χαμένο πέναλτι που σήμανε το τέλος. «Ενα όνειρο είχα από μικρό παιδί. Να παίξω τελικό Μουντιάλ με αντίπαλο την Βραζιλία. Και τελικά έκλαιγα και ένιωθα χάλια, επειδή έζησα το όνειρο μου», έχει πει γι' αυτό. 

Είπαμε, όμως... Στους πραγματικά μεγάλους, δεν είναι απαραίτητοι οι τίτλοι για να αφήσουν το στίγμα τους. Και ο Μπάτζιο ήξερε να το αφήνει με κάθε τρόπο. Με όσα έκανε με την μπάλα στα πόδια, με το 100% ιταλικό στυλ του στα πιο στυλάτα χρόνια του ποδοσφαίρου στο Campionato των 90's, με τις απόψεις του για τους προπονητές, για τους οποίους είπε ότι «είναι αυτονόητο πως είναι απαραίτητοι αλλά το ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές», για τον σεβασμό του στους οπαδούς. Οπως, για παράδειγμα, τον Ιανουάριο του 1998, όταν αρνήθηκε να πάει στην Ιντερ με την οποία είχε συμφωνήσει η Μπολόνια, αναβάλοντας την μεταγραφή για το καλοκαίρι. 

«Ο κόσμος πήρε εισιτήρια διαρκείας επειδή η διοίκηση διαφήμιζε εμένα. Θα τους επιστραφούν τα λεφτά αν φύγω στη μέση της σεζόν;», ήταν η εξήγηση του. Πήγε στους Νερατζούρι το καλοκαίρι του '98, έκανε πάρτι σε ένα ματς με την Ρεάλ για να τον θυμούνται κι αυτοί και όταν οι τραυματισμοί και οι τσακωμοί με τον Λίπι τον έφτασαν στο αμήν, τα παράτησε όλα και πήγε στην Μπρέσια. Με λίγα λόγια, τους έγραψε όλους κανονικά και πήγε σε μια επαρχιακή ομάδα, στην οποία έμεινε τέσσερα χρόνια και δύο φορές έφτασε μια ανάσα από το να την βγάλει Ευρώπη!

Δεν τα κατάφερε, όπως δεν κατάφερε να πάει και στο Μουντιάλ του 2002 λόγω νέου τραυματισμού στους χιαστούς. Οταν όλοι περίμεναν το τέλος του, αυτός συνέχισε για ακόμη μια διετία και αποχαιρέτησε το 2004. Και αποχαιρέτησε όπως έπρεπε. Στην Scala του Calcio. Με το κατάμεστο San Siro να τον αποθεώνει και με την τελευταία του πράξη ως ποδοσφαιριστής, καθώς γινόταν αλλαγή, να είναι η αγκαλιά με τον μεγάλο Πάολο Μαλντίνι. «Εκείνο το χειροκρότημα ήταν η περίληψη της καριέρας μου», ήταν η ατάκα του.

Το γεγονός ότι μετά το τέλος αποφάσισε να εξαφανιστεί, απλά του δίνει κι άλλους πόντους. Ο Robi αρνήθηκε να γίνει ένας αστείος τεχνοκράτης όπως άλλοι μεγάλοι ποδοσφαιριστές που ασχολήθηκαν με UEFA ή FIFA όταν κρέμασαν τα παπούτσια, αρνήθηκε να γίνει ο περίεργος τρελός της υπόθεσης που θα βρίζει τους διεφθαρμένους που αποφασίζουν, όπως έκανε ο Μαραντόνα. Αρνήθηκε να παίξει τον ρόλο της... ομπρέλας για τους απίθανους της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, όταν κατάλαβε τι γίνεται, αποφασίζοντας να παραιτηθεί από τη θέση του προέδρου του «τεχνικού τομέα» της ομοσπονδίας.

Σπάνια δίνει συνεντεύξεις, σπάνια εμφανίζεται σε γήπεδο, ποτέ δεν διαφημίζει όσα κάνει για φιλανθρωπικούς σκοπούς. «Εχω μια υπέροχη οικογένεια και ένα υπέροχο σπίτι στη φύση, η οποία μου δίνει τη δυνατότητα να απομονωθώ και να περνάω πολλές ώρες μόνος μου. Ευχαριστώ, όμως, τον κόσμο γιατί ακόμη και τώρα, 13 χρόνια αφότου σταμάτησα, εξακολουθεί να με αγαπάει. Είναι 13 χρόνια, είναι πολλά, δεν περίμενα όλη αυτή την αγάπη», είπε τον προηγούμενο μήνα. 

Κακώς δεν την περίμενε... Και εξήγησε η Tuttosport, με μια ατάκα πριν δύο μέρες για τα γενέθλια που πλησίαζαν, το γιατί υπάρχει και πάντα θα υπάρχει αυτή η αγάπη: «Μπάτζιο είμαστε οι Ιταλοί, μερικές φορές αγενείς, συχνά ιδιοφυείς, μερικές φορές άτυχοι, μα πάντα με μια σπουδαία υπερηφάνεια».

Χρόνια πολλά ρε παικτάρα! Υπήρξες ο σπουδαιότερος...

Best of internet