Μια αγάπη που χάθηκε στο Κόπα Σουνταμερικάνα Νο2
Συνέχεια από το προηγούμενο…
Στην πρώτη μας έξοδο στο νησί, πιάσαμε το λόττο. Μέσα στον συνωστισμό, κυλήσαμε σε ένα μπαράκι που έπαιζε παλιά ροκ μουσική. Ο ντι-τζέι φάνηκε να την ξέρει καλά τη θεματολογία κι αποφασίσαμε να στριμωχτούμε στην μπάρα. Πήραμε από μια μπίρα στο χέρι (σε τέτοια μέρη καλό είναι να αποφεύγεις τα κοκτέιλ με σκληρά ποτά ή τα σκέτα σκληρά ποτά) και περιμέναμε την κατάλληλη στιγμή για να πιάσουμε θέση. Η κατάλληλη στιγμή ήρθε γρήγορα, καθώς ένα ζευγάρι Βρετανών βγήκε έξω παραπατώντας, είτε για να καθαρίσει τα σωθικά του από την μπόμπα είτε απλώς για να δοκιμάσει την τύχη του σε κάποιο άλλο μπαράκι. Στρίμωξα τα χέρια μου στη σανίδα, το ίδιο έκανε και ο Φώτης και ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά στο θέαμα ενός μπάρμαν - πειρατή, με πλήρη αμφίεση (στολή με σιρίτια και άλλα καλούδια), βαμμένα μάτια, τεράστιο κρίκο για σκουλαρίκι και επιμελώς ατημέλητα, μακριά μαλλιά. «Καλώς τα παιδιά», είπε και προσπάθησε να πιάσει κουβέντα στον Φώτη.
Όταν ο κολλητός μου, μου εξήγησε πως ο μπάρμαν είναι λίγο ...«πεταχτός» και του την πέφτει, ήταν η πρώτη φορά που δεν τον ζήλεψα για τις επιτυχίες του στον ερωτικό τομέα! «Μην του ρίξεις καμιά χυλόπιτα, γιατί μόνο έτσι μπορεί να πιούμε κανένα καθαρό ποτό στο νησί», του είπα, καθώς ήδη είχα διαπιστώσει να φεύγει μπροστά στα μάτια μου μια συγκλονιστική παραγγελία. «Μπακάρντι κόλα, βότκα πορτοκάλι και τεκίλα σανράιζ», ζήτησε η σερβιτόρα κι ο μπάρμαν (Τόνι τον φώναζαν) έβγαλε μια μεγάλη, δίλιτρη μπουκάλα με ένα διαφανές υγρό, έβαλε από λίγο σε τρία ποτήρια και μετά, με το ίδιο ποτό και διαφορετικά αναψυκτικά (κοκακόλα στο ένα, πορτοκαλάδα στο δεύτερο, πορτοκαλάδα με γρεναδίνη στο τρίτο), έφτιαξε τρία διαφορετικά κοκτέιλ. «Χημείο», σκέφτηκα και είπα στον Φώτη να ρωτήσει τον ...δικό του τι να πιούμε.
Ήπιαμε μαύρο ρούμι Κάπτεν Μόργκαν, «εγγυημένο» όπως είπε ο Τόνι κι έτσι ήταν. Κόντευε τρεις όταν πρότεινα να πάμε για ύπνο, αποκαμωμένος από τα ποτά και το ολοήμερο ταξίδι. Τότε έπεσε πάνω μου η Χάνα, μια νταρντάνα ξανθιά από τη Νορβηγία. Κάτι ήθελε να πει, αλλά τα μπέρδευε. Τη ρώτησα αν είχε πιει κανένα ...Μπακάρντι κόλα. «Νο, βότκα», απάντησε και μπήκα στο νόημα. Ο Τόνι την είχε στείλει...
Ο Φώτης μου είπε πως θα έμενε λίγο ακόμα και μου πρότεινε να πάρω τη Χάνα στο δωμάτιο, «για να ξεχαρμανιάσεις». Η Χάνα ξαφνικά με βούτηξε και έμπηξε τη γλώσσα της βαθιά μέσα στο στόμα μου. Το δωμάτιο απείχε πέντε λεπτά με τα πόδια. Κάναμε 20, καθώς η Νορβηγίδα περπάταγε το δρόμο και κάθετα και οριζόντια, κάνοντας διαρκώς οχτάρια. Καταφέραμε να κουτρουβαλήσουμε μέχρι το υπόγειο. Με φιλούσε με πάθος, μέχρι τη στιγμή που η «βότκα» δεν άντεξε άλλο και επέστρεψε στην επιφάνεια, μαζί με μια χωριάτικη και ό,τι άλλο είχε σαβουριάσει νωρίτερα. Το μακό μου έγινε χάλια, το δωμάτιο βρόμισε από τις αναθυμιάσεις και το βράδυ που ακολούθησε ήταν εφιαλτικό, με τη Χάνα να ξερνά εδώ κι εκεί βαριανασαίνοντας κι εμένα να προσπαθώ να μαζέψω τα ασυμμάζευτα.
Ο Φώτης δεν εμφανίστηκε μέχρι τις 11 το πρωί. Τότε ήρθε ...να μαζέψει τα πράγματά του. Γνώρισε, λέει, την Μπριγκίτε, με 45χρονη Γερμανίδα ζωγράφο, η οποία έχει νοικιάσει στούντιο με πισίνα για ολόκληρη τη σεζόν στο Ημεροβίγλι και τον κάλεσε να τον φιλοξενήσει. «Κι εγώ;», τον ρώτησα. «Μη μου το χαλάς», είπε και μάλλον είχε δίκιο. Το μόνο που του ζήτησα, ήταν να πάρει μαζί του τη Χάνα, να με ξεφορτώσει από μια υποχρέωση.
Με ξεφόρτωσε....
Κι έμεινα μόνος. Με όλη την γκαντεμιά του κόσμου. Φρεσκοχωρισμένος, σε μια υπόγα που έζεχνε ξινισμένα σωθικά και χωρίς παρέα. Ανέβηκα στη Ρούσα, να ζητήσω σφουγγαρίστρα. Προσφέρθηκε να βοηθήσει και μετά από λίγο εμφανίστηκε με έναν κουβά. Έσκυβε και διακρινόταν το στήθος της, έφερα στο νου το χθεσινό σκηνικό με τον Φώτη, δεν κρατήθηκα, όρμηξα και ...έφαγα μια σφαλιάρα όλη δική μου. «Για ποια με πέρασες;», είπε και πρόσθεσε «είμαι παντρεμένη γυναίκα, σα δεν ντρέπεσαι»! Προφανώς είχε παντρευτεί την προηγούμενη νύχτα…
Έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένος, με το ένα χέρι να καλύπτει το κοκκινισμένο μου μάγουλο και το άλλο να βαστάει τη σφουγγαρίστρα που είχε αρπάξει από το χέρι της Ρούσας, για να τη διευκολύνω στην ερωτική σκηνή που θα ακολουθούσε. Τρομάρα μου...
«Τα μαζεύεις και φεύγεις, όπως είσαι», πρόσταξε με φωνή που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.
Τα μάζεψα...
Πήρα το πρώτο λεωφορείο για το λιμάνι. Η Σαντορίνη δεν με σήκωνε. Όπως ο οδηγός κατέβαινε τον γκρεμό κρατώντας το τιμόνι με το ένα χέρι, ενώ ταυτόχρονα συνομιλούσε με μια τουρίστρια γυρίζοντας διαρκώς το κεφάλι του πίσω, άρχισα να σκέφτομαι το μέλλον μου. Εφόσον φυσικά δεν σκοτωνόμασταν εκεί, στον όρμο του Αθηνιού, με τον Πάνο Σόμπολο να καταγγέλλει πως το «τραγικό δυστύχημα οφείλεται στην ανευθυνότητα του οδηγού».
Δεν σκοτωθήκαμε και στο μεταξύ εγώ είχα αποφασίσει πως θα γυρίσω στην Αθήνα με το πρώτο καράβι, θα πάω να δω το Μαράκι μου και θα το πείσω να τα ξαναβρούμε, υποσχόμενος ατέλειωτη πρωτοτυπία από εμένα και τους κολλητούς μου. Εδώ που τα λέμε, τι πιο πρωτότυπο θα μπορούσαμε να κάνουμε με τον Φώτη, από όσα μας συνέβησαν το τελευταίο διήμερο;
Το πρώτο καράβι προϋπέθετε αντοχές για ταξιδιωτική Οδύσσεια, καθώς μέχρι να φτάσει στον Πειραιά, θα περνούσε από ακόμα έξι Κυκλαδίτικα νησιά. Δεν είχα τι άλλο να κάνω και ...μπάρκαρα μαζί του. Άφησα πίσω τη Σαντορίνη και τις αναμνήσεις της κι άρχισα να ονειρεύομαι αγκαλιές με το Μαράκι. Κάποια στιγμή ένιωσα το κινητό μου να δονείται. Είχα μήνυμα. Το Μαράκι μου. Χαμογέλασα πλατιά. Το μετάνιωσε και θέλει να τα ξαναβρούμε. Πάτησα το πλήκτρο για να εμφανίσω το κείμενο...
«Το σκέφτηκα και νομίζω πως είναι καλύτερα να μείνουμε φίλοι».
«Παναγία βόηθα», είπα χαμηλόφωνα και ...κατέβηκα στην Τήνο!
Μέχρι να επιστρέψω από την «Τήνο», εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά…
Υ.Γ.: Τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, μπορείτε να τους γνωρίσετε καλύτερα στο μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου. Για αυτό και ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.
