Δώσ΄ του μια μπίρα! (vids)
Κατ΄ αρχάς, να ζητήσω συγνώμη για το γεγονός ότι η ρετρό ιστορία αυτής της Τρίτης δημοσιεύεται με μια μέρα καθυστέρηση, ωστόσο αυτό οφείλεται σε (καλλι)τεχνικούς λόγους. Και πάμε παρακάτω, στη «μεθυστική» ιστορία μας...
Ήταν μιας βραδιά αηδίας και ...απόγνωσης. Για τους γύρω μας! Εμείς, πάλι, ήμασταν στα καλύτερά μας. Αν και άσχετοι από βόλεϊ, είχαμε κερδίσει το τοπικό τουρνουά (στο οποίο έπαιζαν ...σχετικοί) και αποφασίσαμε να βγούμε για να το γιορτάσουμε σε μια ...ψαροταβέρνα. Μπήκαμε όλοι στο Ντάτσουν Τσέρι του πατέρα του Παππού (μην πάει ο νους σας σε κάποιον ...προπάππο) και πήραμε μαζί και το παλιό κασετόφωνο Σάνυο το οποίο «βάραγε» σαν πικάπ με κολλημένη βελόνα αποκλειστικά στους ήχους του αριστουργήματος του Γιάννη Βασιλείου με τίτλο «Φήμες». Έτσι λεγόταν η ομάδα μας, συγνώμη, η ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑ ομάδα μας - ήμασταν πια πρωταθλητές και δεν ήταν φήμες! Μπήκαμε, λοιπόν, στο Τσέρι και κινήσαμε για την ψαροταβέρνα.
Εννοείται πως μπροστά, συνοδηγός του Παππού, καθόταν ο Φώτης, ο οποίος αμέσως μετά το ματς ντύθηκε γαμπρός και φόρεσε τα αγαπημένα του σκαρπίνια. Οι άλλοι τρεις, ο Πέτρος ο Αρμένης, εγώ και ο Δεμπασκαλάς, καθόμασταν πίσω, παρότι δεν χωράγαμε καλά καλά οι τρεις μας και το Σάνυο. Ο Πέτρος ήταν δυο μέτρα, εγώ δύο παρακάτι και το Σάνυο λίγο μεγαλύτερο από τον Δεμπασκαλά! Ο ...γαμπρός, όμως, είχε επιχειρήματα: «Σιγά μη στριμωχτώ πίσω μαζί σας και να τσαλακωθώ. Το βράδυ έχω πρώτο ραντεβού με το Τζενάκι και θέλω να είμαι στην πένα»! Και ραντεβού να μην είχε, πάλι μπροστά θα καθότανε...
Διευκρίνιση για όσους μετράτε τα ...κουκιά και δεν σας βγαίνουν: όχι, δεν παίζαμε βόλεϊ με πεντάδα και ...όχι, δεν έπαιζε υποδοχή το Σάνυο. Ο έκτος της ομάδας μας ήταν ...έκτη, η Γιούλη, που ήταν βολεϊμπολίστρια. Και δεν την καλέσαμε στα επινίκια. Όχι επειδή ήταν βολεϊμπολίστρια ή επειδή ήταν γυναίκα, αλλά επειδή ...το ξεχάσαμε. Ή επειδή δεν το αξιολογήσαμε. Ή, απλούστερα, επειδή τέτοια γαϊδούρια ήμασταν. Σκεφτείτε ότι μόλις η Γιούλη κέρδισε με άσο τον τελευταίο μας πόντο, οι πέντε γίναμε ένα κουβάρι και την ξεχάσαμε μονάχη, με αποτέλεσμα ο μουρνταράκος πατέρας του ...Τράτζικ, του έβδομου παίκτη της ομάδας (έμπαινε στη θέση μου όσο έβαζα πάγο στον ώμο μου, επειδή το καρφί-κουπί μου είχε προκαλέσει θλάση), να φωνάζει «το κορίτσι, το κορίτσι» και να τη σπρώχνει καταπάνω μου, χουφτώνοντας όπου και όπως μπορούσε!
Τέλος πάντων, η Γιούλη δεν ήταν μαζί μας και σε ολόκληρη τη διαδρομή ως την ψαροταβέρνα οι περαστικοί απολάμβαναν ένα Ντάτσουν Τσέρι να χοροπηδάει υπό τη γλυκιά μελωδία των «Φημών» και τις ακόμα πιο γλυκές αγριογκαρίδες μας, «Φήμες, φήμες, μην ακούς τις φήμες, μονάχα με τα μάτια σου αν μ΄ είδες»! Όταν φτάσαμε στην ψαροταβέρνα, ο Παππούς παράγγειλε ψαρονέφρι! Κι επειδή ήταν αρχηγός, όλοι παραγγείλαμε ψαρονέφρια. Κι επειδή ήμασταν σε ψαροταβέρνα, ψαρονέφρι δεν υπήρχε. «Εκτός από ψάρια, τι έχετε;», ρώτησε ο Παππούς. Μπιφτέκια είχαν, μπιφτέκια παραγγείλαμε. Και μετά τις πρώτες μπίρες, ο αρχηγός μας, που το ...σήκωνε το ποτό, αποφάνθηκε: «Το καλύτερο ψάρι είναι το μπιφτέκι»!
Και τότε ο Δεμπασκαλάς άρχισε να ...διώχνει τα γύρω τραπέζια, καθώς οι θαμώνες αποχωρούσαν με αποστροφή και έκφραση αηδίας. Δεδομένου ότι το μπιφτέκι, κατά δήλωση του αρχηγού, ήταν το καλύτερο ψάρι, έπρεπε και να κολυμπάει! Στο ποτήρι της μπίρας! Και σε κάθε ποτήρι, ο Δεμπασκαλάς έριξε μέσα ένα μπιφτέκι. «Κοκτέιλ ψαριού», βάφτισε την ανακάλυψή του, μιας και τότε την είχε δει Τομ Κρουζ, ενώ ο Πέτρος είπε το προφανές: «Σαν κουράδες που επιπλέουν είναι». Και όλοι μαζί κάναμε το προφανές: πίναμε τις μπίρες και μετά τρώγαμε τα μεθυσμένα μπιφτέκια. Υπέροχα ήταν...
Αφού ολοκληρώσαμε το γαστριμαργικό όργιο και ήπιαμε ένα κάρο μπίρες, φωνάζοντας διαρκώς στον σερβιτόρο, «φίλε, φέρνεις δυο μπίρες, σε παρακαλώ, όχι δύο, τρεις…», ακριβώς όπως ξεκινούσε το ομώνυμο τραγούδι των Παιδιών από την Πάτρα, αποχωρήσαμε με βαριά στομάχια κι ακόμα πιο βαριά κεφάλια. Μάλιστα, παρότι σχεδιάζαμε να πάμε και στο μπαράκι του Αμερικάνου, τα «Μοβ», αποφασίσαμε να το αναβάλλουμε και να πάμε νωρίς για ύπνο. Όλοι, εκτός από τον Φώτη, που είχε ραντεβού με το Τζενάκι. Περίπου μία ώρα αφότου ξάπλωσα κι ενώ ήδη είχα πιει δυο σόδες μπας και χωνέψω, άκουσα ένα γνώριμο χτύπημα στο πατζούρι. «Ο Φώτης», σκέφτηκα. Κι ο Φώτης ήταν...
«Τι έγινε, ρε χαμένε;», ρώτησα μόλις άνοιξα το παράθυρο και τον είδα. «Χώρισα», απάντησε. «Πώς χώρισες, αφού δεν τα είχατε φτιάξει; Πρώτο ραντεβού δεν είπες πως ήταν;», ξαναρώτησα. «Δεν χωρίσαμε ακριβώς. Ήρθε στο μπαράκι με εκείνον τον ψηλό που έπαιζε μπροστά σου στο βόλεϊ», είπε κι άρχισα να μπαίνω στο νόημα. Το Τζενάκι τα είχε με το ομορφόπαιδο. «Καλά, ρε, μαζί σου δεν είχε ραντεβού;», επέμεινα για να τον πειράξω πια. «Ναι. Της είχα πει να βρεθούμε το βράδυ στο μπαράκι κι εκείνη μου είπε "θα ΄ρθω να γιορτάσουμε τη νίκη"...»! Ωραίο ραντεβού είχε ο Φώτης. Η Τζένη θα πήγαινε έτσι κι αλλιώς στο μπαράκι με τον γκόμενό της για να γιορτάσουν τη νίκη του στον τελικό. Αμ δε...
«Εντάξει, ρε Φωτάκη. Εμείς του πήραμε το Κύπελλο κι εκείνος σου πήρε το κορίτσι», είπα για να του φτιάξω τη διάθεση, αλλά ο Φώτης ήταν σκασμένος. «Μα να μου τη φάει ο χαμένος; Πάμε να πιούμε μια μπίρα. Κερνάω εγώ», πρότεινε και ...χώνεψα με τη μία. Η είδηση δεν ήταν ότι ο Φώτης είχε φάει χυλόπιτα, ούτε ότι θα πηγαίναμε για μπίρες. Άλλο ήταν το χωνευτικό σοκ: ο Φώτης ήθελε να πάμε να κεράσει! Και πήγαμε...

Σε ένα άλλο, καλοκαιρινό μπαράκι, που έπαιζε μόνο ροκ. «Πιάσε δύο από τις καλές», είπε στον μπάρμαν και απόρησα: «Ποιες είναι οι καλές;». Με κοίταξε με ύφος ειδήμονα και είπε: «Οι μικρές». Μάλιστα. «Μικρή μπίρα θέλει να με κεράσει ο τσιφούτης», σκέφτηκα, αλλά ο Φώτης δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Ούτε την προτελευταία. «Οι μικρές Κάιζερ είναι διαφορετικές από τις μεγάλες. Φτιάχνονται σε ένα μικρό εργοστάσιο στην Κρήτη και ωριμάζουν σε ξύλινα βαρέλια. Ενώ οι άλλες είναι βιομηχανοποιημένες». Είχε δίκιο, ήταν ωραίες μπίρες. Κάποια στιγμή, μετά από αρκετές παραγγελίες, ρώτησε τον μπάρμαν πόσες έχουμε πιει. «Οκτώ», του απάντησε. Ήδη πηγαινοερχόμασταν στην τουαλέτα για να αδειάσουμε. Οκτώ τώρα και ποιος θυμάται πόσες στην ταβέρνα...
«Όταν πίνεις, ο αριθμός πρέπει να είναι μονός. Ή ένα ή έντεκα», είπε την …προτελευταία του κουβέντα ο Φώτης με βαθυστόχαστο ύφος, θυμίζοντας τα ρητά του Μαστρομανέλου. «Φέρε άλλες τρεις και το λογαριασμό». Μέχρι τότε, τον είχα ξεσκίσει στο δούλεμα για τη «χυλόπιτα» και το «πρώτο ραντεβού». Το τραγούδι «Δώσ΄ του μια μπίρα, το παλικάρι στην αγάπη δεν είχε πείρα» του Δημήτρη Κοντολάζου, ήταν ταμάμ για την περίπτωσή του. Μόλις ήρθαν οι τρεις τελευταίες μπίρες (8+3=11, άρα ήμασταν εντός κανόνα), ο Φώτης τις πήρε στα χέρια, κατέβηκε από το σκαμπό και είπε την τελευταία του κουβέντα: "Αυτές είναι για το δρόμο. Μιλτάκο, πλήρωσε επειδή έχω τα χέρια μου πιασμένα"! Και πλήρωσα...
Και ήπιαμε τις τρεις τελευταίες μπίρες, μία εγώ και δύο ο Φώτης, στο δρόμο της επιστροφής. Όταν με άφησε σπίτι και συνέχισε το δρόμο για το δικό του, διαπίστωσα πως δεν είχε βγάλει λεφτά από την τσέπη, πως... πάλι εγώ είχα κεράσει. Έτσι ήταν και έτσι είναι ο Φώτης. Οι γκόμενες μπορεί να τον κορόιδευαν, αλλά τους φίλους του τους κορόιδευε αποκλειστικά εκείνος!
Μέχρι να ξεχάσω το βράδυ με τις μπίρες από τα ξύλινα βαρέλια, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...
Υ.Γ.: Τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, μπορείτε να τους γνωρίσετε καλύτερα στο μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου. Για αυτό και ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.
