+slo-gun

Παναγία βόηθα…

Παναγία βόηθα…

Παναγία βόηθα…

Ανήμερα 15 Αυγούστου ο Χρήστος Κιούσης γράφει μια πολύ προσωπική ιστορία για Μαρίες.

Νύχτα στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας Παίδων του Νοσοκομείου  Γεώργιος Γεννηματάς. Δυο παιδικά κρεβατάκια. Στο ένα η ασαράντιστη ακόμα κόρη μου με ορό, μια βελονίτσα τόση δα σαν τρίχα. Στο άλλο κρεβάτι ο Γιωργάκης, με κλεισμένο έναν χρόνο ζωής, αλλά σωματική διάπλαση σαν την μπέμπα μου. Έχει ήδη κάνει μια εγχείρηση καρδιάς και ετοιμάζεται, να κάνει μια ακόμη. Η μάνα του κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, με βαθουλωμένα από την εξάντληση μάτια. Έχει να κοιμηθεί κανονικά ούτε που θυμάται από πότε, μάλλον από τότε που τον γέννησε. Στο διάδρομο ένα αφημένο φορείο. «Πήγαινε λίγο να ξαπλώσεις», της είπα. «Αν γίνει κάτι θα σε ξυπνήσω,  μην ανησυχείς.» «Όχι μωρέ δεν πειράζει, θα κάτσω εδώ στην καρέκλα, μη σού ‘ρθει κάνας ύπνος.» Οι μαμάδες σπάνια εμπιστεύονται τους πατεράδες σε τέτοια θέματα, η συγκεκριμένη ακόμα περισσότερο. Την καθησυχάζω. «Δεν υπάρχει λόγος να μην ξεκουραστείς λίγο τώρα, που το παιδί κοιμάται. Θα ακούω ραδιόφωνο, έχω σπόρια, είμαι μαθημένος στο ξενύχτι, έτσι κάναμε και στο στρατό στη σκοπιά» Που να της εξηγήσω, ότι τους καλύτερους ύπνους τους έκανα στο στρατό σε ώρα υπηρεσίας κι ότι είχαμε εφεύρει χίλιους τρόπους αυτοπροστασίας από τον εφοδεύοντα. Περισσότερο ξενύχτι έχω ρίξει σε γυρίσματα εκπομπών και μοντάζ, παρά στο στρατό, αλλά σιγά μην το καταλάβαινε. «Εντάξει Χρήστο, ξαπλώνω ίσα ίσα να ξεκουράσω τα πόδια μου κι αν συμβεί κάτι, θα σ’ ακούσω».

 

Με τα ακουστικά στ’ αυτιά όλη νύχτα. Δεν ήθελα μουσική, ήθελα να ακούω φωνές. Έβαλα ραδιόφωνο, ΕΡΑ ΣΠΟΡ.  Όλοι εσείς που κάνετε νύχτα ραδιόφωνο, δεν είστε οι αγαπημένοι των μετρήσεων ακροαματικότητας, αλλά αν ξέρατε σε ποιους και υπό ποιες συνθήκες κρατάτε συντροφιά, θα ψηλώνατε μερικούς πόντους. ‘Ολη νύχτα άκουγα αθλητικά κουτσομπολιά, τηλεφωνήματα ακροατών, ελάχιστα ολόκληρα τραγούδια. Είπα να ανάψω το φυτίλι της κουβέντας. Τηλεφώνησα πρώτη μου φορά σε ρ/φ σταθμό, νομίζω έκανε εκπομπή ο Χρήστος Κοντός ή τέλος πάντων κάτι τέτοιο. «Με λένε Χρήστο και θέλω να ευχηθώ καλό ξημέρωμα σε όσους ξημερώνουν σε κάποιο νοσοκομείο, ευχαριστώ για την παρέα.» Ξεκίνησε η συζήτηση, πήραν κι άλλοι τηλέφωνο, από άλλους νοσοκομειακούς θαλάμους, αναμονές, «δύσκολες» καρέκλες.

 

Λίγο πριν χαράξει καθόμουν σε μια καρέκλα ανάμεσα στα δυο παιδικά κρεβατάκια. Χωρίς να το πολυσκεφτώ νομίζω το ψιθύρισα ή το είπα δυνατά, θα σας γελάσω. «Βοήθα Παναγία μου να φύγουμε καλά από δω μέσα και θα της δώσω το όνομά σου». Όποιος γνωστός μου και να με άκουγε κείνη την ώρα, δε θα πίστευε αυτό που άκουσε. «Καλά ρε Χρήστο εσύ; Ο αμφισβητίας; Ο τετράγωνη λογική; Ο απόλυτος; Ο γαμώ την Παναγία μου;»

 

Δεν το ‘θελα. Ούτε το πολυσκέφτηκα. Αυτή η κουβέντα της απόλυτης παράκλησης και της απόλυτης ιδιοτέλειας δεν βγήκε από το μυαλό μου. Απλά βγήκε. Βγήκε και η μικρή μου από το Νοσοκομείο και πήγαμε σπίτι. Με το που έφτασα, ανέβασα 40 πυρετό κι έπεσα για ύπνο. Μόλις ξύπνησα και πήγα να πλύνω το πρόσωπό μου, είδα τα γένια στο πηγούνι μου, να έχουν ασπρίσει. Ήμουν 29. Όλα τελικά έχουν ένα τίμημα. Ελάχιστο τίμημα μερικές άσπρες τρίχες.

 

Την υπόσχεση την κράτησα, σήμερα γιορτάζει, να σε χαιρόμαστε αγάπη μου. Δεν πιστεύω στα θαύματα, εξακολουθώ να είμαι αμφισβητίας, τετράγωνος κι απόλυτος. Το θαύμα δεν ήταν, που βγήκαμε υγιείς από την περιπέτεια, δεν ήταν κάτι σοβαρό ευτυχώς, περισσότερο η τρομάρα. Το θαύμα ήταν, που ο κύριος «γαμώ την Παναγία μου», είπε «Παναγία βόηθα». Το θαύμα είναι, που η μητέρα του Γιωργάκη κοιμήθηκε βαθιά  έστω για ένα βράδυ. Με χιλιοευχαρίστησε το άλλο πρωί. «Δεν έχω ξαναδεί άλλον τέτοιο πατέρα», μου είπε. «Ούτε εγώ άλλον τέτοιο άτυχο Γιωργάκη», δεν της το ‘πα.

 

Τα παραπάνω γεγονότα σημαίνουν κάτι μόνο για μένα. Σημαίνουν ότι πιστεύω; Θα σας γελάσω, συνήθως όχι, πιστεύω σε ό,τι μπορώ να δω. Έτσι κι αλλιώς όπως έχω ξαναγράψει, το ζήτημα της Πίστης είναι πολύ προσωπικό. Τουλάχιστον άμα γίνει καμιά στραβή , κανένας απόλυτος αιφνιδιασμός και υπάρξει η ώρα της Κρίσης, έτσι και βρεθώ face to face με την Παναγία, για πολλά θα μπορεί να με κατηγορήσει, μπαταχτσή στην προσευχή δε θα με πει. Ένα πράγμα Της έταξα και το έκανα.

 

Υ.Γ. Πολύ με βόλεψε, που την Παναγία την λένε Μαρία. Είναι κι ωραίο όνομα. Έτσι έλεγαν την καλύτερή μου φίλη,  που «έφυγε» 18 ετών. Το πρώτο μου κορίτσι αλλά κυρίως η καλύτερή μου φίλη. Να ένας καλός λόγος που μάλωσα με τον Θεό. Σε λίγες μέρες,  στις 18  θα είχε γενέθλια. Είχε κι εκείνη κατσαρά μαύρα μαλλιά σαν την Μαριλού μου.  Χριστίνα, κύριε Νίκο, Στέλιο μου, κάθε τέτοια μέρα να ξέρετε, είμαι μαζί σας. 

Best of internet