Μία μπανάνα, λίγα μπισκότα, μία κονσέρβα και ένα μπουκάλι κρασί

Ο Οκτώβρης του τρόμου

O Nίκος Παπαδογιάννης έχει ζήσει από πρώτο χέρι τον τρόμο ενός φονικού τυφώνα.

Ο Οκτώβρης του τρόμου

Ακούσαμε τυχαία ότι ερχόταν τυφώνας, από το ραδιόφωνο κάποιου μπαρ, βράδυ Δευτέρας. «Η τροπική καταιγίδα Ivan πλησιάζει στην περιοχή μας και ολοένα δυναμώνει». Αλλά οι ντόπιοι φαίνονταν ήρεμοι. «Όλο και κάτι θα μας πουν, εάν υπάρξει κίνδυνος», είπαμε μεταξύ μας. Εξαντλήσαμε το ρούμι του μαγαζιού και πέσαμε για ύπνο ήσυχοι.  

Το ξύπνημα της επόμενης ημέρας ήταν κάπως απότομο. Η πόρτα του δωματίου χτύπησε βίαια και η θεόρατη μαγείρισσα της μικρής πανσιόν δεν είχε όρεξη για αστεία.

Το φωτεινό χαμόγελο που ήταν σήμα κατατεθέν της αγαπητής Λυνέτ είχε εξαφανιστεί: «Εάν θέλετε πρωινό, ελάτε τώρα αμέσως. Και μετά τρέξτε να πάρετε προμήθειες, γιατί έρχεται ο τυφώνας».

Μας έδωσε πολλές πετσέτες και έφυγε. Πίσω της ερχόταν ο ιδιοκτήτης του οικογενειακού ξενοδοχείου, φορτωμένος με σανίδες και καρφιά. Μπήκε στο δωμάτιό μας μόλις εμείς βγήκαμε.

Τυφώνας! Ερχεται!

Είκοσι λεπτά αργότερα, η μπαλκονόπορτα ήταν κρυμμένη πίσω από καρφωμένα σανίδια. Το φως έμπαινε μέσα από ένα μικρό άνοιγμα κάτω κάτω.

«Αν έρθει κάποιο ιπτάμενο κλαδί και σπάσει το τζάμι, μπορεί να σας σκοτώσει», εξήγησε ο ανθρωπάκος. «Στους πιο δυνατούς τυφώνες ο άνεμος παρασύρει ζώα, δέντρα, βάρκες, ακόμα και στέγες». Η νύστα από το πρωινό ξύπνημα έφυγε μεμιάς.

Στην τηλεόραση, τα έκτακτα δελτία ειδήσεων υπενθύμιζαν πού ακριβώς έπρεπε να καταφύγει ο πληθυσμός για να μείνει ασφαλής, έδιναν συμβουλές επιβίωσης στους ανυποψίαστους τουρίστες («στην απόλυτη ανάγκη μπορείτε να κρυφτείτε στο μπάνιο»), ειδοποιούσαν για την επικείμενη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και φιλοξενούσαν ηλικιωμένους που έζησαν τον φοβερό τυφώνα «Φλώρα» το 1963. Τότε καταστράφηκαν οι φυτείες της μπανάνας, του κακάο και της καρύδας.

Εκτοτε, όμως, το φιλήσυχο νησάκι στάθηκε τυχερό και απέφυγε την οργή της φύσης. Βρίσκεται έξω από τη «Ζώνη των Τυφώνων», άσχετα αν μία στο τόσο κάποιος από αυτούς ξεστρατίζει και σκορπίζει τον τρόμο.

Εμείς πέσαμε στην περίπτωση. Το «μια στο τόσο» κλήρωσε στο Τομπάγκο τον Σεπτέμβριο του 2004, μετά από τέσσερις δεκαετίες γαλήνης. Μαζί του, τραβήξαμε το λαχείο και εμείς, οι ανυποψίαστοι τουρίστες. 'Ενα μήνα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

Ο χάρτης που απεικόνιζε την πορεία του Ivan τον έδειχνε να περνάει ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας. Φυσικά, μας έτρωγε η αγωνία. Θα αντέξουν οι υποδομές του νησιού τη μανία του Άιβαν; Θα κινδυνεύσουν ζωές; Εμάς τι ακριβώς μας ξημερώνει;

Κάποτε σε ένα άλλο νησί είδαμε ένα έρημο ξενοδοχείο τσακισμένο από τυφώνα και τρομάξαμε. Εμοιαζε σαν να το χτύπησαν 8 ρίχτερ.

«Προετοιμαστείτε για 2-3 μέρες εγκλωβισμού στο δωμάτιό σας, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα», προειδοποιούσε το ραδιόφωνο. Το ψυγείο μας ήταν μισοάδειο, εκτός από τα απολύτως απαραίτητα: μπύρες, ρούμια και τα τοιαύτα.

Πήραμε το νοικιασμένο αυτοκινητάκι και βαλθήκαμε να ψάχνουμε στα σούπερ μάρκετ. Κλειστό το πρώτο, κλειστό το δεύτερο, κλειστό το τρίτο, κλειστό το τέταρτο. Στο μοναδικό ανοιχτό, είχε πέσει ακρίδα στα τρόφιμα.

Προλάβαμε να αγοράσουμε μία ξεχασμένη μπανάνα, κάτι μπισκότα καρύδας, πατατάκια, μερικά κακόμοιρα αυγά, ένα μπουκάλι κρασί για το ευ ζην, την ευχή της υπαλλήλου που ετοιμαζόταν να κλείσει και άφθονο κορν-μπιφ. 

Σύντομα ανακαλύψαμε ότι το κορν-μπιφ δεν τρώγεται με τίποτε. Το δώσαμε σε έναν αδέσποτο σκυλάκο και αυτός μας το πέταξε στα μούτρα. Μάθαμε, επίσης, ότι είναι αδύνατο να βράσεις αυγό με ένα κουτάλι.

«Να βάλουμε και βενζίνη», είπαμε. Αλλά βενζίνη δεν υπήρχε πουθενά. Γρήγορα έκλεισε και το αεροδρόμιο.

Το προσωπικό του ξενοδοχείου έφυγε για τα σπίτια του και μας άφησε αμανάτι στην οικογένεια των ιδιοκτητών, μαζί και μερικούς γείτονες από διπλανά δωμάτια.

Κάποιοι από αυτούς, Γερμανοί νομίζω, μάζεψαν τα πράγματά τους και έφυγαν για το κοντινό «Χίλτον», το οποίο τους ενέπνεε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Μεγαλύτερο, καλά οργανωμένο και με όνομα βαρύ σαν ιστορία.

Δύο ώρες αργότερα, τους είδαμε να επιστρέφουν. Το «Χίλτον» ήταν χτισμένο σε προνομιακό οικόπεδο δίπλα στη θάλασσα, ενώ η πανσιόν όπου μέναμε βρισκόταν σε προστατευμένο σημείο, ασφαλές από την αναμενόμενη πλημμύρα και τις ιπτάμενες βάρκες.

Ο γείτονας είχε δέσει τις αγελάδες του στα δέντρα. Τα σκυλιά αλυχτούσαν και τα βατράχια έμοιαζαν ζαλισμένα.

Το ρεύμα έπεσε αργά το μεσημέρι και πήρε μαζί του την ενημέρωση. Ο ουρανός και η θάλασσα είχαν το ίδιο μολυβί χρώμα. Δεν ξεχώριζες που άρχιζε ο ένας και πού τελείωνε η άλλη. Ο ορίζοντας είχε εξαφανιστεί.

Κλειστήκαμε στο μισοσκότεινο δωμάτιο, ανάψαμε κεριά και ανοίξαμε φύλλο για να περάσει η ώρα μέχρι την επίσκεψη του Ivan. Η τράπουλα αποδείχθηκε χρήσιμος σύμμαχος, όπως και το ραδιόφωνο, που έπιανε σταθμούς από τα γύρω νησιά.

Όταν βράδιασε, μάθαμε τι ακριβώς σημαίνει η φράση «ηρεμία πριν την καταιγίδα». Η ατμόσφαιρα έξω ήταν απόκοσμη, η ησυχία δυσοίωνη, το σκοτάδι απόλυτο.

Πήραμε το φακό και βγήκαμε.  Εκανε ζέστη και βαριά υγρασία. Ο χορός εκατοντάδων πυγολαμπίδων χάριζε στη νύχτα μία απροσδόκητη φαντασμαγορία. Ωσπου κρύφτηκαν και αυτές.

Όταν έφτασαν οι καταράκτες της βροχής, δεν είχαν σταματημό. Τα νερά έμπαιναν στο δωμάτιο από κάθε χαραμάδα, όσες πετσέτες και αν επιστρατεύαμε για να τις μπλοκάρουμε.

Ο αέρας λυσσομανούσε και σφύριζε σαν αόρατο τέρας της τροπικής ζούγκλας. Η θάλασσα έβγαινε στη στεριά, τα κύματα έπνιγαν βάρκες και αμμουδιές.

Ακούγαμε παράξενους θορύβους αλλά ήταν αδύνατο να δούμε τι γινόταν έξω πίσω από τις καρφωμένες σανίδες. Το σπίτι έτριζε ή τουλάχιστον έτσι μας φαινόταν. Το ραδιόφωνο έπαιζε πια μόνο παράσιτα.

Το νησάκι αγκομαχούσε κάτω από την ασφυκτική πίεση ενός αδυσώπητου βαρομετρικού χαμηλού. Κι εμείς βρισκόμασταν στο σκοτάδι, κυριολεκτικά και μεταφορικά. 

Αραγε έρχονται και χειρότερα; Περάσαμε από το μάτι του κυκλώνα ή ακόμη όχι; Μήπως πρέπει να καταφύγουμε στο μπάνιο; Είναι αναπαυτική η μπανιέρα ή να φέρουμε κάποιο στρώμα; Μήπως έπρεπε να κρατήσουμε το κορν-μπιφ για τον εαυτό μας;

Τα χειρότερα δεν ήρθαν ποτέ και το ξημέρωμα μας βρήκε σώους και αβλαβείς. Ο ουρανός ήταν ακόμη μαύρος, η βροχή έπεφτε ραγδαία, αλλά αυτό δεν ήταν τυφώνας. Ο κίνδυνος είχε περάσει.

Η Λυνέτ βρήκε τρόπο για να φτάσει στη δουλειά και σκάρωνε πρωινό με όσα μέσα είχε στη διάθεσή της, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά ξανά χαμογελαστή. Τα πρώτα βατράχια εμφανίστηκαν δειλά δειλά, με τα μάτια γουρλωμένα από το σοκ του τυφώνα.

Μία γρήγορη βόλτα με το αυτοκίνητο απέδειξε ότι η ζημιά ήταν περιορισμένη. Ξερριζωμένα κλαδιά παντού, κάποια ξεχαρβαλωμένα παράθυρα στις φτωχογειτονιές, στέγες ταλαιπωρημένες αλλά ανέπαφες, μικρές βάρκες ξαπλωμένες ανάποδα στην αμμουδιά, ζωάκια μουσκεμένα.

Και άνθρωποι έτοιμοι για να επιστρέψουν στο καθημερινό liming, το χαζολόγημα που είναι τρόπος ζωής στην Καραϊβική. Και στο μεροκάματο βέβαια. Ο φίλος μας ο Τσάρλυ έβαζε σε σειρά τις ξαπλώστρες που νοίκιαζε στους λουόμενους.

Το ίδιο βράδυ, τα εστιατόρια λειτούργησαν κανονικά και το αεροδρόμιο άνοιξε. Επιτέλους, μας ξεκάρφωσαν και τις σανίδες από τα παράθυρα.

Αργότερα μάθαμε ότι ο τυφώνας Ivan άλλαξε πορεία την τελευταία στιγμή και πέρασε ξώφαλτσα από το τυχερό Τομπάγκο. Χτύπησε όμως με όλο του το μένος τη γειτονική Γκρενάντα και της άλλαξε τον αδόξαστο.

Η οικονομία της μικρής νησιωτικής χώρας επέστρεψε στο μηδέν και οδήγησε στη χρεωκοπία της, παρά την κατακλυσμιαία ανθρωπιστική βοήθεια από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Οι ζημιές ξεπέρασαν το 1,1 δισεκατομμύριο (200% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος) και η πλούσια αγροτική παραγωγή των μπαχαρικών καταστράφηκε για πολλά χρόνια.

Τριανταεννέα ατυχείς σκοτώθηκαν, το 90 τοις εκατό των κτιρίων υπέστη σοβαρές βλάβες, τρία στα δέκα σπίτια κρίθηκαν ακατοίκητα, 30 χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι,  η τουριστική υποδομή ξεκληρίστηκε, η ανεργία εκτοξεύτηκε, τα σχολεία έκλεισαν για δύο μήνες, οι πλιατσικολόγοι ανάγκασαν την αστυνομία να απαγορεύσει την κυκλοφορία μετά τη δύση του ηλίου, το χάος που ξέσπασε ήταν απερίγραπτο.

Όλα αυτά συνέβησαν ελάχιστα ναυτικά μίλια από το σημείο όπου εμείς διασκεδάζαμε την κακοτυχία μας με κρασί και πατατάκια. Το Τομπάγκο θρήνησε μόνο μία ανθρώπινη ζωή, μία έγκυο γυναίκα που σκοτώθηκε όταν έπεσε στο σπίτι της ένα φοινικόδεντρο…

Ο Ιvan έφτασε την Κατηγορία 5 και είναι μέχρι σήμερα ο δέκατος ισχυρότερος τυφώνας στην ιστορία του Κόλπου του Μεξικού. Το σύστημα είχε έκταση ίση με τη Γαλλία και πυροδότησε 119 ανεμοστρόβιλους στις ανατολικές ΗΠΑ.

Εκτός από τη βιβλική καταστροφή που επιδαψίλευσε στην άμοιρη Γκρενάντα, προκάλεσε τρομακτικές ζημιές στην Τζαμάικα, τα νησιά Κέιμαν, την Κούβα, τα Μπαρμπέιντος, τη Βενεζουέλα, άλλα κράτη της Καραϊβικής, αλλά και την πολιτεία της Αλαμπάμα.

Λέγεται μάλιστα ότι «γέννησε» το μεγαλύτερο κύμα που κατέγραψε ποτέ η επιστήμη, έναν θαλάσσιο ουρανοξύστη ύψους 27 μέτρων.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ στη Gazzetta στις 30 Οκτωβρίου 2012, όταν οι Αμερικανοί περίμεναν τρομοκρατημένοι την άφιξη του τυφώνα Sandy. Η υστερία τους αποδείχθηκε κούφια, αφού οι ζημιές ήταν ελάχιστες, ενώ δεν υπήρξαν ανθρώπινα θύματα.

Παρόμοιο σκηνικό στήθηκε αυτές τις μέρες στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, μολονότι ο φοβερός Μatthew κατέφτασε στις ακτές τους αποδυναμωμένος, υποβιβασμένος στην κατηγορία 2. Ψιλόβροχο με αεράκι, που λέει ο (μετεωρο)λόγος.

Νωρίτερα, όμως, αποτελείωσε την ήδη ισοπεδωμένη από τον σεισμό του 2010 Αϊτή. Η πάμπτωχη χώρα έχασε σχεδόν 900 ζωές, αλλά τα δυτικά μέσα ενημέρωσης έστρεψαν τους προβολείς στις χολυγουντιανού τύπου ετοιμασίες των Αμερικανών.

Η πλούσια χώρα είναι βεβαίως άρτια εξοπλισμένη ενάντια στις φυσικές καταστροφές αυτού του επιπέδου, οπότε το ζητούμενο είναι μη φύγει καμιά στέγη και χαθούν πολύτιμα δολάρια.

Κι αν πάρει το νερό την παράγκα κανενός φτωχού μετανάστη από αυτούς που θέλει να διώξει ο Τραμπ, δεν βαριέσαι, ας καθόταν στην πατρίδα του. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι από τους άλλους.

«Οctober, all over», λέει το τραγουδάκι που μαθαίνουν τα παιδάκια στα σχολεία της Καραϊβικής, για να θυμούνται πότε αρχίζει και πότε τελειώνει η εποχή των τυφώνων. «Τον Οκτώβρη, έχει τελειώσει».

Αμ δε, που έχει τελειώσει. Oκτώβρη, άλλωστε, χτύπησε και η Sandy. Ο πλανήτης έχει τρελαθεί και οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να εκλέξουν έναν πρόεδρο που πιστεύει ότι η κλιματική αλλαγή είναι κόλπο των Κινέζων.

Στην Αϊτή, που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, ουδείς θα παρακολουθήσει την αποψινή τηλεμαχία της Κλίντον με τον Τραμπ. Ηλεκτρικό ρεύμα έχουν ελάχιστοι, τηλεόραση ακόμα λιγότεροι. 

Best of internet