Πέτυχε… Μπράνα!

Πέτυχε… Μπράνα!

Πέτυχε… Μπράνα!

Γνώρισε το 2009 στο Βελιγράδι τον Ίλια Ίβιτς. Και στην πιο καίρια στιγμή, η γνωριμία αυτή του έσωσε την καριέρα. Το gazzetta.gr παρουσιάζει τον Μπράνα Ίλιτς του ΠΑΣ!

Καθεμία γνωριμία…

Εκείνοι που πιστεύουν στη μοίρα, εκείνοι που πιστεύουν πως δεν υπάρχουν συμπτώσεις και πως τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία στη ζωή, έχουν μια ιστορία σαν κι αυτή να διηγηθούν. Μια ιστορία για το πώς μια τυχαία συνάντηση, σε άσχετο χρόνο και σε διαφορετικό περιβάλλον, μπορεί να ορίσει τη ζωή σου χρόνια μετά! Ο Μπράνα Ίλιτς ήταν 24 χρονών όταν βρέθηκε στο Βελιγράδι. Λίγους μήνες πριν, ο Ίλια Ίβιτς είχε αναλάβει τεχνικός διευθυντής στον Ερυθρό Αστέρα, μια θέση απ’ την οποία παραιτήθηκε στη διάρκεια της χρονιάς, λόγω οικονομικών προβλημάτων του συλλόγου. Ενδιάμεσα, οι δυο τους γνωρίστηκαν με έναν μάλλον τυχαίο τρόπο…

«Γνωριστήκαμε όταν ήμουν στην Παρτιζάν και νοίκιαζα ένα διαμέρισμα της μητέρας του», εξήγησε ο επιθετικός του ΠΑΣ Γιάννινα, όταν πια εκείνη η σύμπτωση του 2009 έπαυε να μοιάζει ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο Ίλια Ίβιτς, ο οποίος είχε γνωριστεί με τον Γιάννη Χριστόπουλο στην ΑΕΚ και ακολούθως συνεργάστηκαν και στον Ολυμπιακό, του πρότεινε τον παίκτη το καλοκαίρι και ο 41χρονος τεχνικός δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Έσωσε την εντολή ώστε η μία από τις τρεις μεταγραφές άνω των 24 ετών που δικαιούταν να κάνει ο ΠΑΣ να είναι ο Σέρβος επιθετικός. Παύση και επιστροφή…

Ταλεντάκι στη Σερβία!

«Πάντα ήθελα να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ήξερα ότι θα χρειαζόντουσαν θυσίες. Η βοήθεια του πατέρα μου ήταν πολύ σημαντική. Μου αρέσει η αίσθηση του γκολ, αλλά πιο πολύ θέλω να βοηθάω την ομάδα μου». Η απόφαση είχε ληφθεί. Ο Μπράνα Ίλιτς, γεννημένος στις 16 Φεβρουαρίου του 1985 στο Γκολουμπίντσι, ένα μικρό χωριό 5.000 κατοίκων στη Βόρεια Σερβία, θα ακολουθούσε την καρδιά του. Το μικρό του δέμας, μόλις 1μ.73, θα όριζε τη θέση του κάπου ανάμεσα στη μεσαία γραμμή, στα άκρα και στην επίθεση. Γι’ αυτό και του έχει μείνει το… χούι εκτός απ’ το να σκοράρει, να ψάχνει και τη δημιουργία. Για να ξεχωρίσει, εξάλλου, στη Σερβία και να καταφέρει να φτάσει στην ελίτ της χώρας του, έπρεπε να μπορεί να κάνει περισσότερα από ένα πράγμα καλά.

Ο πατέρας του ήταν εκείνος που του έδωσε τις βάσεις. Όντας προπονητής στις ακαδημίες είχε το ρόλο να μάθει στο γιο του τα βασικά και να τον ωθήσει για να κάνει την καριέρα που θα ήθελε. Στη Ζεμούν, όπου βρέθηκε στα 18 του χρόνια, ο Ίλιτς άρχισε να κάνει όνομα. Εκεί, στα τέσσερα χρόνια που έμεινε, έζησε όλα όσα μπορούν να συμβούν στην καριέρα ενός ποδοσφαιριστή.

Μια σπουδαία χρονιά, που έφερε την ομάδα του στην 5η θέση, όταν εκείνος ήταν πιτσιρικάς ακόμα το 2004-05. Και τον απόλυτο παραλογισμό το 2006-07, σεζόν στην οποία η Ζεμούν υποβιβάστηκε, αλλά έπαιξε στον τελικό του κυπέλλου και πήρε το εισιτήριο για την Ευρώπη. Ο Μπράνα δεν έμεινε να δει τη συνέχεια. Ούτε τον αποκλεισμό από την UEFA λόγω αδειοδότησης, ούτε έπαιξε στη Β’ Εθνική.

«Νομίζω ότι έκανα καλή καριέρα στη Σερβία. Πρώτα με τη Ζεμούν, με την οποία κατέκτησα την έξοδο στην Ευρώπη και μετά παίζοντας στις καλύτερες ομάδες της χώρας. Κατέκτησα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο»… Η Ραντ Βελιγραδίου δεν συγκαταλέγεται στις καλύτερες. Ήταν, όμως, εκείνη που υπέγραψε τον Ίλιτς το 2007 και του πρόσφερε τη μεγαλύτερη ευκαιρία στην καριέρα του το 2009.

Αθήνα-Βελιγράδι, μια βόλτα…

Λέγεται πως εκείνον τον Ιανουάριο, το όνομά του είχε περάσει από πολλά γραφεία. Παναθηναϊκός, ΠΑΟΚ, ΑΕΚ, όμως ουδείς μπήκε στον κόπο να ασχοληθεί. Ο Μπράνα Ίλιτς ήταν πολύ κοντός για τα κριτήρια που έψαχναν οι τρεις ομάδες στη χειμερινή μεταγραφική περίοδο. Μικρό το κακό για τον Σέρβο, που εκπλήρωνε τη μεγαλύτερη φιλοδοξία του. Στις 9 Ιανουαρίου του 2009 θα υπέγραφε για 3,5 χρόνια στην Παρτιζάν και θα ετοιμαζόταν για την καριέρα που ονειρευόταν από παιδί.

«Είμαι ευτυχισμένος που γίνομαι μέλος ενός τόσο σπουδαίου κλαμπ, του μεγαλύτερου και σπουδαιότερου στη Σερβία. Είναι τιμή για μένα και γνωρίζω τις απαιτήσεις που υπάρχουν και τις ευθύνες. Θα δώσω τον καλύτερό μου εαυτό για να ανταποκριθώ στις προσδοκίες». Η αλήθεια ήταν πως δεν τα κατάφερε. Ο ανταγωνισμός στην Παρτιζάν του μείωσε τις εμφανίσεις και μετά από 46 ματς, στα οποία σκόραρε μόλις οκτώ φορές, ήρθε η ώρα για την επόμενη μεγάλη ομάδα της Σερβίας.

Το καλοκαίρι του 2010 υπέγραψε στη Βοϊβοντίνα, με την οποία είδε την καριέρα του εκ νέου να εκτοξεύεται και το όνομά του για πρώτη φορά έπαιξε στο… διεθνές ρεπορτάζ. Στην πρώτη του σεζόν με την… τρίτη δύναμη της Σερβίας σκόραρε έξι φορές σε 26 ματς και στη δεύτερη σεζόν πέτυχε εννέα γκολ σε 18 παιχνίδια. Προέκυψε ενδιαφέρον από τη μακρινή Τσερνομόρετς, αλλά και τις πιο κοντινές Young Boys, Μάιντζ και Σάλτσμπουργκ.

Η επιλογή του, τελικά, ήταν εντελώς διαφορετική. «Ο σύλλογος έδωσε την άδεια στον Μπράνα Ίλιτς να διαπραγματευτεί, με δεδομένο ότι στα 27 του χρόνια αξίζει να βρει ένα συμβόλαιο που θα του λύσει το πρόβλημα της ζωής του», ανακοίνωνε με περίσσια ειλικρίνεια η Βοϊβοντίνα και παραλίγο το συμβόλαιο να καταστρέψει τη ζωή του.

Το μεγάλο λάθος…

«Διάλεξα τη σωστή ομάδα. Όλα είναι οργανωμένα και πάμε για πρωτάθλημα». Ήταν ακόμα αρχή και ήταν ακόμα ενθουσιασμένος. Μια πόλη 300 χιλιάδων κατοίκων, το Ακτόμπε του Καζακστάν, δεν μπορούσε να είναι πρόβλημα. Το πρωτάθλημα, όμως, ήταν. «Σίγουρα τα λεφτά ήταν πολύ καλά. Ύστερα από δέκα χρόνια στη Σερβία, θεώρησα ότι έπρεπε να κάνω μια αλλαγή, να δοκιμάσω το ποδόσφαιρο μακριά από τη χώρα μου, όπου τα είχα ζήσει όλα», θα εξηγούσε για την απόφασή του να πάει στην άλλη άκρη της Ευρώπης, όπου μετά από τρεις μήνες θα έψαχνε για σχέδιο διαφυγής!

«Η ζωή δεν ήταν δύσκολη, έστω κι αν οι πόλεις είναι υποανάπτυκτες. Μπορούσα να προσαρμοστώ στο φαγητό και στα έθιμα. Το πρόβλημα ήταν αλλού. Όλα τα γήπεδα ήταν με συνθετικό χορτάρι, το ποδόσφαιρο ήταν κακό, τα παιχνίδια πολλά και με ελάχιστη προβολή. Υπάρχουν πολλοί ηλικιωμένοι Ρώσοι προπονητές, που δουλεύουν με τον παλαιό τρόπο προπόνησης. Νομίζω έκανα ένα τεράστιο λάθος στην καριέρα μου, όμως ευτυχώς έμεινα μόνο τρεις μήνες. Το μόνο που αξίζει εκεί είναι τα λεφτά, όλα τα υπόλοιπα είναι καταστροφή».

Η σωτηρία…

Το flashback ολοκληρώθηκε. Με μια υποσημείωση, που είναι η μια διεθνής του συμμετοχή σε φιλικό με τη Νότιο Κορέα και ένα χαμένο τελικό κόντρα στην Παρτιζάν που τον έκανε να δηλώνει πως «όλοι ξέρουμε πως κερδίζει η Παρτιζάν» και να προκαλεί ίντριγκα, επιστρέφουμε στην αρχή.

Αρχές Αυγούστου του 2012 και στις περισσότερες ιστοσελίδες κυριαρχεί το όνομα του Μπράνα Ίλιτς. Ο εκλεκτός του Γιάννη Χριστόπουλου φτάνει στα Ιωάννινα προκειμένου να αποτελέσει τη λύση στο επιθετικό πρόβλημα. Μαθαίνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τον Μάρκο Μαρκόφσκι και τον Ζέλικο Κάλαΐτζιτς με τους οποίους υπήρξε συμπαίκτης στη Ζεμούν, παρακολουθεί βιντεάκια του Τόμας Ντε Βινσέντι κι έρχεται έτοιμος.

«Ήρθα στον ΠΑΣ για να παίξω, για να ξαναβρώ τον εαυτό μου», δήλωνε και συμπλήρωνε: «Υπάρχει πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου η επάνοδος στην Εθνική ομάδα. Ήρθα σε ένα καλό πρωτάθλημα, σε μια πολύ καλή ομάδα, με την οποία μπορώ να χαίρομαι ξανά το ποδόσφαιρο και θεωρώ ότι οι επιτυχίες μου θα φτάσουν και στην πατρίδα μου». Τέτοιες επιτυχίες ελάχιστοι θα περίμεναν… Ο Μπράνα Ίλιτς έκανε ντεμπούτο στην 1η αγωνιστική, όμως πέτυχε το πρώτο του γκολ μετά από έξι παιχνίδια, κόντρα στον Πανιώνιο.

Η απόδοσή του βελτιωνόταν με τον καιρό, το ίδιο και οι επιδόσεις του. Δεν έχει χάσει ούτε ματς του ΠΑΣ στη φετινή σεζόν, έχει αναδειχθεί δύο φορές πολυτιμότερος παίκτης της αγωνιστικής και με το δικό του γκολ ολοκλήρωσε την πιο ονειρική σεζόν του «Άγιαξ της Ηπείρου» τα τελευταία χρόνια.

«Υπέγραψα για δύο χρόνια με τον ΠΑΣ και είμαι αφοσιωμένος στην ομάδα μου και στην εξέλιξή της. Δεν σχεδιάζω την επόμενη πενταετία να γυρίσω στη Σερβία. Ακόμα και αν φύγω από τον ΠΑΣ στόχος μου είναι να συνεχίσω στην Ελλάδα. Οι ομάδες του εξωτερικού μπορούν να περιμένουν», απαντάει όταν τον ρωτούν για το μέλλον της καριέρας του, για την οποία είχε φροντίσει να έχει εναλλακτική λύση σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε όπως το φανταζόταν. «Ήθελα να έχω ένα δίπλωμα στα χέρια μου σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά και σταματούσα πρόωρα το ποδόσφαιρο», σχολιάζει για το δίπλωμα προπονητή που έχει στα χέρια του και το οποίο είναι δεδομένο πως δεν χρειάζεται να εξασκήσει ακόμα. Ο ΠΑΣ, εξάλλου, δεν χρειάζεται προπονητή, γιατί έχει. Όπως έχει και επιθετικό!   

Best of internet