Silent matches

Ο Αντώνης Πανούτσος βλέπει το ματς του Αστέρα με τον Ολυμπιακό χωρίς σπικάζ λόγω της απεργίας και καταλαβαίνει ότι θα προτιμούσε να βλέπει τα ματς με τον ήχο του γηπέδου, φτάνει να μην υπήρχαν οι μεμονωμένοι κάφροι που έχουν πάει μόνο για να βρίσουν.

Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που τους αρέσει να βλέπουν ποδόσφαιρο. Αυτοί που βλέπουν τηλεόραση με παρέα χονδρικά χωρίζονται σε δύο κατηγορίες.  Σε αυτούς που ζουν το ματς, γκαρίζοντας φάση παρά φάση και σε αυτούς που έχουν το χάρισμα της μετά το γεγονός προφητείας, λέγοντας «Δεν είχα πει εγώ ότι θα το φάει», «θα το πιάσει», «θα το χάσει». Συνήθως τα συνδυάζουν, οπότε προτιμώ να βλέπω τα ματς μόνος. Ακόμα καλύτερα χωρίς σπικάζ.

Όχι επειδή τα σπικάζ είναι κακά. Μια χαρά είναι τα περισσότερα  αλλά μετά από μερικές χιλιάδες αγώνες – έχω υπολογίσει ότι βλέπω 250+ τον χρόνο – μπορώ να ξεχωρίζω ποιους βλέπω, τι κάνουν και τι θα έπρεπε να κάνουν. Οπότε ο ρόλος του περιορίζεται σε κάποιον που συμφωνώ ή διαφωνώ. Και επειδή δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη, πόσο μάλλον να αλλάξει αυτός το σπικάζ μικρό ρόλο παίζει. Πιστεύω ότι το αθλητικό σπικάζ είναι χρήσιμο για κάποιον που βλέπει ένα άθλημα περιστασιακά, όπως θα ήταν για εμένα το αλπικό σκι. Αλλά για κάποιον που παρακολουθεί ένα άθλημα συνέχεια δεν προσθέτει πολλά πέραν της ατμόσφαιρας και των στατιστικών στοιχείων. Τα οποία στο ποδόσφαιρο πιστεύω ότι είναι total crap.

Δεν υπάρχει ούτε μια στατιστική κατηγορία που να να σε βοηθήσει να καταλάβεις ένα ματς που βλέπεις ή να σου δώσει την εικόνα ενός ματς που δεν έχεις δει. Φαίνεται από το γεγονός ότι τα στατιστικά του ποδοσφαίρου σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιούνται σε μια συζήτηση. Στο μπάσκετ κάποιος θα σου πει ότι αυτοί σουτάρανε τόσα τρίποντα και αυτός ο παίκτης είχε τόσα κλεψίματα ή ριμπάουντ. Στο ποδόσφαιρο κανένας εκτός των σπικάζ δεν θα πει «είχανε 8(2) τελικές» και αυτό το χαφ  έκανε 20 λάθη. Αμφιβάλω αν υπάρχει άνθρωπος να πει πόσα είναι πολλά ή λίγα λάθη στον παίκτη. Ιδιαίτερα όταν στο ποδόσφαιρο τα λάθη εξαρτώνται από την θέση. Ενας παίκτης που παίζει μπροστά, όπως ας πούμε ο Φορτούνης οι πάσες του έχουν ρίσκο και θα έχει λάθη. Δεν σημαίνει όμως ότι είναι χειρότερος πασέρ, από τον Σιόβα για παράδειγμα που η πιο συνηθισμένη του πάσα θα είναι στα πέντε μέτρα στον Μποτία.  

Αυτό που μου έλειψε  στο Αστέρας Ολυμπιακός ήταν το ρεπορτάζ από τους πάγκους. Γίνεται για παράδειγμα η αλλαγή του Τσιμίκα με τον Σάλιαγκα στο ημίχρονο. Εγινε η αλλαγή του Τσιμίκα επειδή υστερούσε, ήταν τραυματίας ή ήθελε να τον προφυλάξει ο Σίλβα από ενδεχόμενη αποβολή χωρίς ρεπορτάζ από τον πάγκο έμεινε μυστήριο.  

Το μεγάλο πλεονέκτημα της ύπαρξης σπικάζ και ρεπορτάζ είναι ότι σε σώνει από τον ήχο του γηπέδου. Στο ματς της Τρίπολη ένας υστερικός κάφρος φώναζε σε όλη την διάρκεια του ματς «μ…κα Καπίνο» και «μ…κα Κασάμι». Η χυδαιότητα της σόλο φωνής με ενοχλεί περισσότερο από το ομαδικό υβριστικό σύνθημα. Ιδιαίτερα όταν καταλαβαίνω ότι  γίνεται με την ασφάλεια της απόστασης και της σιγουριάς ότι τον παίκτη μπορείς να τον βρίζεις χωρίς να έχεις συνέπειες. Ο κάφρος που βρίζει και οι υπόλοιποι που από δειλία χαμογελάνε σαν να έχει πει κάτι έξυπνο είναι από τα πιο αηδιαστικά  φαινόμενα των ελληνικών γηπέδων. Και από το να το ακούω 90 λεπτά καλύτερα μια φωνή που το σκεπάζει και ας λέει τα ποσοστά στις πάσες τις κάθε ομάδας.