Τυχαία από τα διαβάσματα της μέρας…

Gazzetta team
Τυχαία από τα διαβάσματα της μέρας…

bet365

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Ο Μάκης διαβάζει τυχαία ένα απόσπασμα από το “Ο Κόσμος του Χθες…Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου” του Στέφαν Τσβάιχ. Και κάτι του θυμίζει.

Ένα από τα πιο ανόητα και ημιμαθή επιχειρήματα ανάμεσα στους έλληνες πολίτες (όταν δεν λέγεται ως εσκεμμένη παγίδα από τους πολιτικούς), το οποίο ακούγεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα είναι το: «… Και τι άλλο έμεινε να χάσουμε; Δεν μπορούν να πάνε χειρότερα τα πράγματα…».
Φυσικά, αν κάποιος έχει στοιχειώδη λογική, και γνώση τής πολύ πρόσφατης ιστορίας έστω της Ευρώπης, αυτό είναι προφανές λάθος. Πάντοτε, και για τον κάθε έναν, θα υπάρχει ακόμα κάτι σοβαρό να χάσει.
Ακόμα και σε αυτόν που τρώει από τα σκουπίδια μπορεί να χειροτερέψει η ζωή του αν μειωθεί η ποσότητα των σκουπιδιών και αν χειροτερέψει η ποιότητα τους…

Περιμένοντας απόψε, Κυριακή απόγευμα, για το πώς θα αντιδράσουν από Δευτέρα οι έλληνες καταθέτες σε σχέση με τα λεφτά τους και τα γεγονότα των τελευταίων δυο ημερών, και έχοντας μόνο περιέργεια και καμία αγωνία αφού δεν έχω ούτε ένα ευρώ στην τράπεζα…
Ξαναδιάβασα τυχαία κάτι σε σχέση, με το πώς βιώνονται τελικά πάντοτε τα πράγματα ακόμα και σε καταστάσεις χιλιάδες φορές χειρότερες από αυτήν της σημερινής στην Ελλάδας…
….Τυχαία από τα διαβάσματα της μέρας…
«….. Και το πιο περίεργο είναι ότι σήμερα, όσο και να προσπαθήσω, δεν μπορώ να θυμηθώ με ποιο τρόπο τα βγάζαμε πέρα τα χρόνια εκείνα, και πως καταφέρναμε όλοι στην Αυστρία να εξοικονομούμε διαρκώς τις χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες κορώνες που χρειάζονταν για να ζήσουμε, και έπειτα στη Γερμανία τα εκατομμύρια μάρκα που απαιτούνταν καθημερινά για την επιβίωση.
Το μυστήριο όμως ήταν το εξής: Από κανέναν δεν λείπανε. Ο κόσμος συνήθιζε, προσαρμοζόταν στο χάος. Λογικά, οποιοσδήποτε ξένος που δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας τον καιρό εκείνο, θα φανταζόταν πως οι γυναίκες, σε μια εποχή που το ένα αυγό κόστιζε στην Αυστρία όσο άλλοτε ένα αυτοκίνητο πολυτελείας, και αργότερα στη Γερμανία αγοραζόταν έναντι τεσσάρων εκατομμυρίων Μάρκων - όσο περίπου στοίχιζαν παλιότερα τα σπίτια στο κέντρο του Βερολίνου - θα ’τρεχαν αναμαλλιασμένες στους δρόμους σαν τρελές, τα μαγαζιά θα ήταν ερειπωμένα, αφού κανείς δεν θα μπορούσε πια να αγοράσει κάτι, και πως προπαντός τα θέατρα και τα κέντρα διασκέδασης θα ήταν εντελώς άδεια. Αλλά, όλως παραδόξως, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Η θέληση για ζωή ήταν ισχυρότερη από την αστάθεια του χρήματος. Παρόλο το οικονομικό χάος που επικρατούσε, η καθημερινή ζωή κυλούσε ομαλά δίχως ιδιαίτερα εμπόδια. Σε ατομικό επίπεδο άλλαξαν βέβαια αρκετά πράγματα: οι πλούσιοι φτώχυναν καθώς τα χρήματα που είχαν καταθέσει στις τράπεζες ή είχαν επενδύσει σε κρατικά χρεόγραφα εξανεμίστηκαν ενώ οι κερδοσκόποι πλούτισαν. Αλλά ο τροχός συνέχισε να περιστρέφεται στον ίδιο πάντα ρυθμό, αψηφώντας τη μοίρα του καθενός, τα πάντα εξελίσσονταν: ο φούρναρης έψηνε το ψωμί του, ο παπουτσής μπάλωνε τα παπούτσια που του έφερναν, ο συγγραφέας έγραφε τα βιβλία του, ο αγρότης καλλιεργούσε τη γη του, τα τρένα κυκλοφορούσαν κανονικά, κάθε πρωί έβρισκες την εφημερίδα στο κατώφλι σου την ίδια πάντα ώρα, ενώ ως και τα κέντρα διασκέδασης, τα μπαρ και τα θέατρα ήταν κατάμεστα από κόσμο. Και αυτό γιατί αιφνιδιαζόμενοι από το γεγονός πως εκείνο που άλλοτε ήταν ό, τι πιο σταθερό υπήρχε, το χρήμα, έχανε την αξία του, οι άνθρωποι άρχισαν να εκτιμούν τις αληθινές αξίες της ζωής – τη δουλειά, την αγάπη, τη φιλία, την τέχνη, τη φύση – ολοένα και περισσότερο, και ολόκληρος ο λαός ζούσε τώρα, μες την καρδιά της καταστροφής, εντονότερα και διασκεδαστικότερα από ποτέ…
Ποτέ στην Αυστρία δεν είχαμε αγαπήσει τόσο την τέχνη όσο τον καιρό εκείνο του χάους, γιατί, έχοντας νιώσει την προδοσία του χρήματος, καταλάβαμε πως το μόνο πράγμα στο οποίο μπορούμε να στηριζόμαστε ήταν οι αιώνιες αξίες που είχαμε όλοι μέσα μας.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω, λόγου χάρη, μία παράσταση όπερας τα χρόνια εκείνα της μεγάλης φτώχιας. Ο κόσμος περπατούσε ψηλαφιστά στους μισοσκότεινους δρόμους, γιατί ο φωτισμός ήταν περιορισμένος λόγω της έλλειψης κάρβουνου, και πλήρωνε για τη θέση του στη γαλαρία του θεάτρου με ένα μάτσο χαρτονομίσματα, που άλλοτε θα ήταν αρκετά για να νοικιάσει μια πολυτελή θέση στο θεωρείο για έναν ολόκληρο χρόνο. Όλοι κάθονταν με κουμπωμένα τα παλτά τους, γιατί η αίθουσα δεν θερμαινόταν, και κολλούσαν πάνω στον διπλανό τους για να ζεσταθούν. Πόσο θλιβερή και γκρίζα ήταν, αλήθεια, η αίθουσα αυτή που άλλοτε έλαμπε από τις στολές και τις πανάκριβες τουαλέτες! Κανείς δεν γνώριζε αν θα ήταν εφικτή η συνέχιση των παραστάσεων της όπερας τις αμέσως ερχόμενες μέρες σε περίπτωση που το χρήμα συνέχισε να ολισθαίνει με τον ίδιο ρυθμό. Όλα φάνταζαν διπλά μάταια και απελπιστικά μέσα σε αυτό το οίκημα, που ήταν γεμάτο πολυτέλεια και αυτοκρατορική λαμπρότητα. Μπροστά στα αναλόγια στέκονταν οι μουσικοί της Φιλαρμονικής, γκρίζοι ίσκιοι και αυτοί, μέσα στα παλιά λιωμένα φράκα τους, αδύνατοι και εξασθενημένοι από όλες τις στερήσει που είχαν περάσει, σαν φαντάσματα όλοι μας, μέσα στο ερειπωμένο αυτό οίκημα.
Έπειτα, όμως, ο διευθυντής της ορχήστρας ύψωσε την μπαγκέτα του, η αυλαία άνοιξε, και ήταν ωραιότερα από ποτέ. Κάθε τραγουδιστής, κάθε μουσικός έδινε τον καλύτερό του εαυτό, γιατί όλοι του ένιωθαν πως ίσως να ήταν η τελευταία φορά που βρίσκονταν στο οίκημα εκείνο που τόσο αγαπούσαν. Και εμείς ακούγαμε και αφουγκραζόμασταν προσηλωμένοι όσο ποτέ άλλοτε την υπέροχη εκείνη μελωδία, γιατί ίσως και για μας να ήταν η τελευταία φορά…
Ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει σε ένα λαό και στον ίδιο μου τον εαυτό μια τόσο έντονη θέληση για ζωή, όσο τότε που διακυβεύονταν τα πάντα – και πρώτη απ’ όλα η ίδια η ύπαρξή μας…»

Στέφαν Τσβαϊχ……. “Ο Κόσμος του Χθες…Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου”.