Με λένε ακόμη Πεντερσόλι!

Με λένε ακόμη Πεντερσόλι!

Oι γροθιές του Μπαντ Σπένσερ χορεύουν σάμπα στον Παράδεισο και ο Βασίλης Σκουντής γράφει ένα ρέκβιεμ για τον σπουδαίο κολυμβητή και πολίστα Κάρλο Πεντερσόλι.. 

Με λένε ακόμη Πεντερσόλι!

Ανήκω κι εγώ, όπως όλη η γενιά των σημερινών πενηντάρηδων στη συνομοταξία αυτών που έκαναν ουρά στα θερινά σινεμά και απολάμβαναν τις δυο θρυλικές καρικατούρες των «σπαγκέτι γουέστερν» και των λοιπών διασκεδαστικών ταινιών εκείνης της εποχής...

Μου πήρε καιρό βεβαίως να ξεχωρίσω ποιος ήταν ο Μπαντ Σπένσερ και ποιος ο Τέρενς Χιλ, αλλά αυτό δεν είχε και μεγάλη σημασία. Αυτό που μετρούσε τότε ήταν να βρίσκουμε το χαρτζιλίκι για το εισιτήριο του σινεμά, άντε και για κανένα σουβλάκι και για ένα παγωτό ώστε να ολοκληρωθεί ιδανικά η βραδιά.

Ο Μπαντ Σπένσερ αποδήμησε πλήρης ημερών εις Κύριον χθες το πρωί στη Ρώμη. Αναπαύθηκε εν ειρήνη στα 87 χρόνια του. Είχε, λέει, έναν ήσυχο θάνατο και αυτή προφανώς ήταν η εκδίκηση στην ξεκαρδιστική βιαιότητα των σκηνών στις οποίες πρωταγωνιστούσε μαζί με το «alter ego του» και μεγάλωσαν γενιές και γενιές θεατών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Παρεμπιπτόντως από όλες τις ταινίες που έπαιξαν, εκείνη που ανέκαθεν μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το «Με λένε ακόμα Τρινιτά», μάλιστα θυμάμαι πως αυτόν τον τίτλο τον χρησιμοποίησα κάμποσες φορές σε κείμενα μου, που αφορούσαν σε αθλητές οι οποίοι επέστρεφαν δριμύτεροι στο προσκήνιο.

Τον Μπαντ Σπένσερ τον έλεγαν ακόμα Τρινιτά και θα τον λένε πάντα Κάρλο Πεντερσόλι. Οπως θα έλεγε και ο γίγας ο Μανώλης; Μαυρομμάτης, έτσι μας τον είπανε, έτσι σας τον λέμε!

Ως Κάρλο Πεντερσόλι γεννήθηκε στη γειτονιά της Σάντα Λουτσία στη Νάπολι, ως τέτοιος διέπρεψε στις πισίνες και ως τέτοιος φαντάζομαι πως θα ταφεί. Το «Bud Spencer» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ψευδώνυμο, με το οποίο ο ίδιος βάφτισε τον κινηματογραφικό εαυτό του, συνδυάζοντας το όνομα του Χολιγιουντιανού ηθοποιού, Σπένσερ Τρέισι, που ήταν το ίνδαλμα του και τη μάρκα της αγαπημένης του μπίρας, της Budweiser!

Προτού αφοσιωθεί στην εβδόμη τέχνη και γίνει μια από τις πιο καλτ κινηματογραφικές καρικατούρες της ο Κάρλο υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους κολυμβητές της Ευρώπης, σε αυτόν μάλιστα ανήκει ένα ιστορικό ρεκόρ: στις 19 Σεπτεμβρίου του 1950 έγινε ο πρώτος Ιταλός που κολύμπησε τα 100 μέτρα ελεύθερο σε χρόνο κάτω από ένα λεπτό (59.50).

Παρεμπιπτόντως στην Ελλάδα αυτό έμελλε να συμβεί μετά από δέκα τέσσερα χρόνια, όταν ο Δημήτρης Καρύδης, προτού καν κλείσει τα 15 του, τσάκισε το χρονόμετρο στο Ζάππειο, κολυμπώντας την απόσταση σε 48.08!

Απλώς σε αντίθεση με τον Μπαντ Σπένσερ, ο θρυλικός «Μπέμπης» της ελληνικής κολύμβησης δεν έκανε καριέρα στο σινεμά, αλλά ακολούθησε την πεπατημένη και έγινε ένας εξαιρετικός προπονητής...

Το 1950, ο Πεντερσόλι κατέλαβε την πέμπτη θέση στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Βιέννης με χρόνο 1.01.02 και την τέταρτη στα 4Χ200μ. , ενώ το 1951 ανέβηκε δυο φορές στο δεύτερο σκαλί του βάθρου των Μεσογειακών Αγώνων της Αλεξάνδρειας, κατακτώντας το ασημένιο μετάλλιο στα 100μ. ελεύθερο με επίδοση 59.7, έναντι 58.9 του Γάλλου Αλεξάντρ Ζανί και στα 3Χ100 μικτή ομαδική. Το 1952 και το 1956 εκπροσώπησε την Ιταλία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι και της Μελβούρνης, όπου βεβαίως δεν μπορούσε να συναγωνισθεί τον Κλαρκ Σκόουλς, τον  Τζον Χένρικς, τον Χιρόσι Σουζούκι, τον Τζον Ντέβιτ και τους υπόλοιπους μεγάλους κατοστάρηδες εκείνης της εποχής, με αποτέλεσμα να μείνει εκτός τελικών. Ωστόσο τα προσόντα του και οι επιδόσεις του δεν άφησαν αδιάφορους τους Αμερικανούς και μάλιστα το φημισμένο πανεπιστήμιο Yale του πρόσφερε μια υποτροφία την οποία αποδέχθηκε και πέρασε εκεί μερικούς μήνες...

Εάν αξιωνόταν κι ελόγου του να ανέβει στο κορυφαίο σκαλί του βάθρου, στα 100 μέτρα, τότε θα βάδιζε με ακρίβεια στα χνάρια του Τζόνι Βαϊσμίλερ ο οποίος αναδείχθηκε χρυσός Ολυμπιονίκης το 1924 στο Παρίσι και το 1928 στο Αμστερνταμ και εν συνεχεία έγινε ο Ταρζάν της μεγάλης οθόνης!

Πάντως ο Κάρλο βάδισε στα χνάρια πολλών κολυμβητών, που όταν κρεμάνε τα σκουφάκια τους, φοράνε εκείνα που έχουν νούμερο! Μετά την καριέρα του στο κολύμπι, όπου κατέκτησε 14 τίτλους (επτά ατομικούς στην κατηγορία των ανδρών στα 100μ. όπου κυριαρχούσε, τέσσερις σε «σκυταλοδρομίες» και τρεις ως έφηβος)  και παράλληλα με τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, πρώτα στη Νομολογία και ύστερα στην Κοινωνιολογία και με τα κινηματογραφικά πρωτόλεια του  στράφηκε στο γουότερ πόλο.

Με ύψος 1μ.93 και βάρος φόρμας 105 κιλά, ο Πεντερσόλι αγωνιζόταν στη θέση του φουνταριστού και το 1956 υπήρξε ο πυλώνας της Λάτσιο στην κατάκτηση του μοναδικού τίτλου της στα χρονικά του ιταλικού πρωταθλήματος υδατοσφαίρισης.

Έναν χρόνο νωρίτερα (1955), ήταν μέλος της Εθνικής ομάδας της Ιταλίας, του περιβόητου «Settebello» που κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς Αγώνες της Βαρκελώνης, με προπονητή τον Μάριο Μαγιόνι και με συμπαίκτες τον Πάολο Πούτσι, με τον οποίο αγωνιζόταν μαζί στη Λάτσιο, τον θρύλο του ιταλικού αθλητισμού (στο γουότερ πόλο και στο μπάσκετ) Τσέζαρε Ρουμπίνι, τον Φριτς Ντενερλάιν, τον Γκιουζέπε Ντ’ Αλτρούι, τον Λουίτζι Μανέλι και τον Ροζάριο Παρμετζιάνι.

Τι ομάδα ήταν ο Μπαντ Σπένσερ; Ο ίδιος αυτοσαρκαζόμενος δήλωνε «δίγαμος» εξηγώντας ότι «γεννήθηκα στη Νάπολι και έζησα στη Ρώμη, όμως νιώθω κατά 90% οπαδός της Νάπολι και κατά 10% της Λάτσιο».

Ο ίδιος έλεγε πάντοτε ότι η καριέρα του στην κολύμβηση και στο γουότερ πόλο του άνοιξε τους κινηματογραφικούς ορίζοντες. «Ήμουν πολύ γνωστός λόγω του αθλητισμού στην πατρίδα μου, άρεσα κιόλας σαν φάτσα και γι’ αυτό το 1949 μου πρόσφεραν μια περιορισμένη εμφάνιση στο “Quel fantasma di mio marito” και δυο χρόνια αργότερα είχα έναν μικρό ρόλο στην ιστορική επική ταινία “Quo vandis”. Αυτή ήταν η αρχή, τα υπόλοιπα ήρθαν αργότερα... «

ΥΓ: Ιδού η αθλητική σταδιοδρομία του Μπαντ Σπένσερ μέσα από ένα slideshow:

Best of internet