Ο μύθος του Σαμαρτζίδη παραμένει ζωντανός!

Ο μύθος του Σαμαρτζίδη παραμένει ζωντανός!

Συμπληρώνονται 20 χρόνια από τη μέρα που ο Νώντας Σαμαρτζίδης σταμάτησε να γράφει ιστορία με τα κατορθώματα του εντός κι εκτός πισίνας, έγινε μύθος και παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα! Ο Μανούσος Βιζυράκης μίλησε στο gazzetta.gr για τη σφαλιάρα που του άλλαξε τη ζωή. 

Ο μύθος του Σαμαρτζίδη παραμένει ζωντανός!

Ήταν 12.30 το μεσημέρι της Πέμπτης 22 Ιουνίου του 1996 όταν δεν έφτασε η ανάσα του Νώντα Σαμαρτζίδη για να βγει στην επιφάνεια της θάλασσας στην Παλαιά Επίδαυρο, όπου είχε πάει για ψαροντούφεκο με ένα φίλο του και τη σύζυγο του και διεθνή πολίστρια επίσης του Εθνικού, Ντίνα Μαυρίδου. 

Εκείνη τη μέρα ο Σαμαρτζίδης θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται στην Αθήνα, για τις υποχρεώσεις του με την εθνική ομάδα, η οποία σε λίγες μέρες θα ταξίδευε στην Ατλάντα για το ολυμπιακό τουρνουά, όμως είχε κοπεί με εντολή Διαθεσόπουλου.

Ο λόγος ήταν ότι λίγους μήνες νωρίτερα είχε παρακούσει την εντολή που του είχε δοθεί από τον αρχηγό της αποστολής του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος της Βιέννης, Δημήτρη Καρακατσάνη να μην πάει στο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν ο Θοδωρής Καλακώνας άρρωστος. Εκείνος έκανε το «σωστό» αδιαφορώντας για τις συνέπειες τις οποίες πλήρωσε ακριβά.

Ο Μανούσος Βιζυράκης, νυν αθλητής του ΝΟ Χανίων και πρώην συμπαίκτης του Νώντα θυμάται: 
 «Όταν πήγα στον Εθνικό ήμουν πιτσιρικάς, 20 χρονών, ο Νώντας όχι απλώς δεν μου έδινε καμία σημασία, ήταν σαν να μην υπήρχα, για ένα χρόνο! 

Θυμάμαι μία φορά στην προπόνηση είχε δύο μπάλες και λέω, εντάξει θα μου δώσει τη μία. Όμως, όχι, κατέβηκε και με τις δύο μπάλες και τις σούταρε και τις δύο…

Βέβαια, όταν επιτέλους κέρδισα την εμπιστοσύνη του και πήρα «έγκριση», ήμουν κυριολεκτικά υπό την προστασία του, γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Όποιος με πείραζε είχε πραγματικό πρόβλημα. Γι αυτό και όποτε με ρωτούσε, «Μικρέ σε πείραξε κανείς;», του έλεγα «Όχι Νώντα, όλα καλά!»

Πραγματικά εγώ δεν πρόλαβα ούτε τα μισά απ’ όσα είχε κάνει. Ήταν αυτό που λέμε βίος και πολιτεία! Είχε ζήσει μέχρι τα 30, όσα δεν ζούμε εμείς σε δύο ζωές. 

Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη σφαλιάρα που μου έριξε και έφυγε το κεφάλι μου από τη θέση του. Τότε παίζαμε συνέχεια τελικούς με τον Ολυμπιακό και χάναμε. Έκανα λοιπόν το λάθος να πω ότι πάλι θα χάσουμε. Αλήθεια δεν πρόλαβα να καταλάβω από πού μου ήρθε. Γύρισε και μου είπε ότι «αν σκέφτεσαι έτσι να σηκωθείς να φύγεις, γιατί αλλιώς θα σε διώξω εγώ». 

Αυτή η σφαλιάρα ήταν μάθημα ζωής για μένα. Με έκανε να πιστέψω στο ρητό που πάντα πίστευε εκείνος ότι «όλα γίνονται!» Και πραγματικά έγινε καταφέραμε να νικήσουμε τον Ολυμπιακό, ο οποίος είχε δυο φορές καλύτερη ομάδα από εμάς.

Ο Νώντας ήταν τόσο επιβλητική προσωπικότητα μέσα στο νερό που τον σέβονταν όλοι, παίκτες, προπονητές και διαιτητές.

Ήταν μία ομάδα μόνος του, θυμάμαι σε ένα τουρνουά στα Χανιά που παίζαμε με κάτι Δανούς και τέσσερα άτομα δεν τον έκαναν καλά, τους έδερνε και τους τέσσερις. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, όμως πραγματικά αντί να τα βάζουν τέσσερις με τον Νώντα και να φεύγει αυτός, ίσχυε το αντίστροφο τους κυνηγούσε και έτρεχαν να γλιτώσουν. Μέσα στο νερό ήταν θάνατος!
Όχι βέβαια ότι και έξω από το νερό χάριζε. Δεν θα ξεχάσω τι έπαθε ένας υπάλληλος του κολυμβητηρίου που κλώτσησε ένα σκυλάκι. Βγήκε έξω και τον έκανε... αγνώριστο.

Ήταν υπεράνθρωπος, ο φόβος και ο τρόμος των αντιπάλων του. Ντόμπρος πολύ, έτρωγε όμως και τα «σκαλώματα» του.
Θυμάμαι που όταν είχα πρωτοπάει στην ομάδα, μου είχαν πει να μην τον ακουμπήσω ή να μην πω  ποτέ κάτι για τη μύτη του. Ήταν στραβή και ήταν ο «θάνατος» του να τον χτυπήσεις στη μύτη ήταν να του πεις κάτι.

Μία φορά έπαιζαν τάβλι σε μία καφετέρια με τον Ηλία Μαχαίρα και του είπε κάτι για την μύτη του. Άρχισαν να κυνηγιούνται μέσα στο μαγαζί το οποίο το έκαναν «καλοκαιρινό».

Άλλες εποχές και άλλο πόλο τότε. Αλήθεια τώρα μου μοιάζει παιδικό. Με Νώντα, Σαριδάκη, Αρώνη, Βενετόπουλο και Βλάχο γινόταν μάχη, μάτωνε η πισίνα. Πρόλαβα και τις δύο εποχές και έχω άποψη. Τότε τις έτρωγες και έλεγες ευχαριστώ. Ήταν πολύ πιο σκληρό το άθλημα. 

Δεν έχει ξαναβγεί από τότε πολίστας σαν τον Νώντα Σαμαρτζίδη. Όταν έμαθα για το χαμό του, νόμιζα ότι σκοτώθηκε με μηχανή. Είχε γλιτώσει από απίστευτα ατυχήματα. Χάθηκε όμως στη θάλασσα.  Ξέρεις κάτι όμως, και κάποιος να ήταν δίπλα του και να του έλεγε να μην πάει πιο βαθιά, εκείνος θα έκανε πάλι αυτό που του έλεγε ο νους του. Έτσι ήταν ο Νώντας...» 

Best of internet