Η ψυχή της πεταλούδας! (vids & pics)

Η ψυχή της πεταλούδας! (vids & pics)

Ολόκληρη η οικουμένη υποκλίνεται μπροστά στο σκήνωμα του Μοχάμεντ Αλι και ο Βασίλης Σκουντής θυμάται το σοκ και το δέος που κυρίευσαν τον πλανήτη πριν από είκοσι χρόνια στην Ατλάντα...  

Η ψυχή της πεταλούδας! (vids & pics)

Αισθάνομαι πολύ άσχημα, για την ακρίβεια πολύ θλιβερά, διότι πάνω που αποφάσισα να φτιάξω τη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου, καταχωρώντας τον διάσπαρτο και ανεκτίμητο θησαυρό μου ανά κατηγορία, τον τελευταίο καιρό όλο και χαλάω τις ντάνες...

Τις χαλάω πανάθεμα τες, διότι τους τελευταίους μήνες, όλο και βγάζω ένα βιβλίο με κάποια (αυτο)βιογραφία από τα ράφια για να επιτελέσω ένα θλιβερό καθήκον: να γράψω ένα ρέκβιεμ!

Τα βγάζω και δεν τα ξαναβάζω στη θέση τους και σιγά σιγά μαζεύονται τα άτιμα και φτιάχνουν μια καινούργια ντάνα που είναι όντως θλιβερή και μακάβρια: ο Ντιν Σμιθ, ο Γιόχαν Κρόιφ και χθες το πρωί, ο Μοχάμεντ Αλι...

Παίξε νόμιμα από Κινητό και Τάμπλετ στη Vistabet!

Το βιβλίο «The soul of a butterfly» (η ψυχή μιας πεταλούδας) το αγόρασα to 2005 στο Σεντ Λούις, όπου ταξίδεψα για το Φάιναλ Φορ του κολεγιακού πρωταθλήματος μπάσκετ, τότε που (όπως γράφω για να αυτοσαρκάζομαι) είχα ακόμα λεφτά!

Εκτός από λεφτά, είχα επίσης τη μανία να μαζεύω αθλητικά βιβλία παντός είδους με τη φιλοδοξία να στρώσω μια μέρα τον... πισινό μου κάτω και να γράψω κι εγώ ένα τέτοιο, κάτι που προϊόντος του χρόνου απέβη ανέφικτο...

Το βιβλίο εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2004 και δεν είναι μια αυτοβιογραφία με την ακριβή έννοια του όρου, αλλά μια συλλογή και καταγραφή σκέψεων του απόλυτου θρύλου του μποξ, σε συνεργασία με την κόρη του Χάνα Γιασμίν Αλι.

Τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, σαν μια ελάχιστη σπονδή στη μνήμη του και ενώ όλος ο πλανήτης κλίνει ευλαβικά το γόνυ του μπροστά στο σκήνωμα του, νομίζω ότι έχει δίκιο η κόρη του σε αυτό το οποίο σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου: «Για κανέναν άνθρωπο που βρίσκεται εν ζωή δεν έχουν γραφτεί τόσα πολλά πράγματα. Είναι λογικό, διότι όταν έχεις μια καρδιά που είναι τόσο μεγάλη, όσο ο κόσμος, τότε όλος ο κόσμος θέλει να γράψει για εσένα. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτό το βιβλίο και σε όλα τα άλλα που έχουν εκδοθεί για τον πατέρα μου είναι ότι εδώ μιλάει η καρδιά του. Αλλά και πάλι είμαι σίγουρη ότι κανένα βιβλίο δεν θα μπορέσει ποτέ να εξηγήσει πλήρως την ομορφιά που αποπνέει το χαμόγελο που φωλιάζει στα αγγελικά μάτια του»!

Με τον θάνατο του ανθρώπου που γεννήθηκε με το όνομα Κάσιους Κλέι και αποχαιρέτησε τον μάταιο τούτο κόσμο ως Μοχάμεντ Αλι η Αμερική και ολόκληρος ο κόσμος χάνουν κάτι πολύ παραπάνω από έναν θρύλο των σπορ: χάνουν ένα αυθεντικό πανανθρώπινο σύμβολο, που έγινε πηγή έμπνευσης όχι μονάχα για τα αθλητικά επιτεύγματα του, αλλά κυρίως για τη στάση ζωής του.

Ο θάνατος του ανθρώπου που (ευλογημένος από τον Θεό και από τη φύση) έκανε το μποξ τέχνη υψηλής περιωπής βάζει τελεία και παύλα σε μια ολόκληρη εποχή: μια εποχή που ο ίδιος τη σημάδεψε ανεξίτηλα με την αθωότητα, την αγνότητα και την ψυχοσύνθεση του.

Ο βιρτουόζος των ρινγκ που πετούσε σαν πεταλούδα και τσιμπούσε σαν μέλισσα (όπως είχε αυτοπροσδιορισθεί) αφήνει πίσω του ένα ανεκτίμητο legacy, που όμοιο του ελάχιστοι ιεροφάντες του αθλητισμού κληροδότησαν στην οικουμένη!

Ο κόσμος τον λάτρευε σαν θεό και αυτό το βίωσα στο πετσί μου το καλοκαίρι του 1996 στο Ολυμπιακό Στάδιο της Ατλάντα, έστω και εκ του μακρόθεν: θα βόλευε την όποια ματαιοδοξίαμου να γράψω ότι τον συνάντησα και του πήρα συνέντευξη, αλλά πού τέτοια τύχη. Από μακριά τον είδα και πολύ μου ήταν!

Θυμάμαι εκείνες τις στιγμές και μου έρχονται στο μυαλό σαν να τις βλέπω να εκτυλίσσονται μπροστά μου αυτή τη στιγμή. Ο τότε αρχηγός της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής και νυν πρόεδρος της ΕΟΕ Σπύρος Καπράλος μας είχε μαρτυρήσει ότι η ΔΟΕ επιφυλάσσει μια μεγίστη τιμή στην Ελλάδα, αλλά κανενός το μυαλό δεν πήγε σε αυτό που επρόκειτο να συμβεί και (μολονότι δεν ήταν αγωνιστικό γεγονός) θεωρείται και θα μνημονεύεται πάντοτε ως μια από τις κορυφαίες στιγμές στη μακρά ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων...

Το μυστικό του Καπράλου αποκαλύφθηκε λίγες ώρες πριν από την τελετή έναρξης των Αγώνων της Εκατονταετίας και μακαρίζω την τύχη μου διότι ενώ συνήθως δεν πηγαίνω σε δαύτες, ούτε και σε εκείνες της λήξης, στις 19 Ιουλίου με έτρωγε η περιέργεια και έσπευσα στο Ολυμπιακό Στάδιο για μια εικόνα που παραμένει ακόμη μετέωρη ανάμεσα στην άπειρη θλίψη και στο υπέρτατο μεγαλείο!

Αυτή η φράση δεν είναι δική μου, αλλά την είχε γράψει ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, ονόματι Κεν Ρόζενταλ, διερωτώμενος εάν η εικόνα έπρεπε να προκαλέσει δάκρυα ή ζητωκραυγές!

Το πρώτο σοκ το νιώσαμε βλέποντας τη Βούλα Πατουλίδου και τον χάλκινο Ολυμπιονίκη και παγκόσμιο πρωταθλητή της πυγμαχίας Εβαντερ Χόλιφιλντ να παραλαμβάνουν την ολυμπιακή φλόγα από τον (τετράκις χρυσό Ολυμπιονίκη της δισκοβολίας) Αλ Ερτερ και να την κουβαλάνε τρέχοντας δίπλα δίπλα μέσα στο Στάδιο, σε έναν συμβολισμό που γινόταν η γέφυρα ενός αιώνα ανάμεσα στην Αθήνα του 1896 και στην Ατλάντα του 1996.

Οι δυο τους παρέδωσαν τον πυρσό στην πρώην κολυμβήτρια (και κάτοχο πέντε ολυμπιακών μεταλλίων) Τζάνετ Εβανς και αυτή ως τελευταία λαμπαδηδρόμος ανέβηκε τρέχοντας τη ράμπα για να τον αφήσει στα χέρια εκείνου που θα άναβε τον ολυμπιακό βωμό και το όνομα του αποτελούσε ένα επτασφράγιστο μυστικό...

Από την προηγούμενη ημέρα οι φήμες έπαιρναν και έδιναν με επικρατέστερη αυτή που ανέφερε ότι την υπέρτατη τιμή να ανάψουν τη φλόγα πάνω στον βωμό θα μοιράζονταν οι τρεις σύγχρονοι θρύλοι του μπάσκετ: ο Λάρι Μπερντ, ο Μάτζικ Τζόνσον και ο Μάικλ Τζόρνταν, κάτι το οποίο παρεμπιπτόντως θα ενθουσίαζε τη ΝΙΚΕ, αλλά δεν θα άρεσε και πολύ στην Coca Cola, η οποία εδρεύει στην Ατλάντα και είχε παίξει καθοριστικό σημαντικό ρόλο στο να αναλάβει η μητρόπολη του αμερικανικού Νότου τους «Centennial Games».

Το μυστικό το γνώριζαν ελάχιστοι άνθρωποι, οι απολύτως απαραίτητοι, ανάμεσα τους και η Βούλα, που τον είδε στην τελευταία πρόβα της τελετής. «Τον είδα και έπαθα σοκ. Για να είμαι ειλικρινής, σοκ και δέος. Έμεινα με το στόμα ανοικτό, όπως και όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί» μου είπε χθες το βράδυ η χρυσή Ολυμπιονίκης του 1992 στα 100 μέτρα μετ’ εμποδίων, η οποία στην Ατλάντα έλαβε μέρος στο άλμα εις μήκος.

Η εικόνα ήταν συγκλονιστική, διότι ο Αλι ήδη από το 1983 είχε προσβληθεί από το σύνδρομο του Πάρκινσον, που αποδεικνυόταν πολύ πιο δύσκολος αντίπαλος ακόμη και από τον Τζόε Φρέιζερ και τα χέρια του έτρεμαν στην κυριολεξία. Εμφανίστηκε ξαφνικά στην πλατφόρμα, πήρε από την Εβανς τη δάδα με το δεξιό χέρι, ενώ έτρεμε σύγκορμος, άναψε μια θρυαλλίδα η οποία με τη βοήθεια μιας τροχαλίας έφυγε σαν πυροτέχνημα προς τα πάνω για να δώσει τη φλόγα στον βωμό, όπου λαμπύριζε για τις επόμενες δέκα επτά ημέρες φωτίζοντας και δίνοντας λάμψη σε κάτι πολύ περισσότερο από τη ροή των Ολυμπιακών Αγώνων...

Φώτιζε και έδινε λάμψη στην ιστορία του αθλητισμού και της ανθρωπότητας!

Το ίδιο βράδυ οι διοργανωτές εξήγησαν ότι η επιλογή του Μοχάμεντ Αλι δεν είχε να κάνει απλώς με το γεγονός ότι υπήρξε χρυσός Ολυμπιονίκης και μάλιστα ο νεαρότερος στα χρονικά των Αγώνων, μόλις 18 ετών το 1960 στη Ρώμη. Η τιμή επιδαψιλευόταν λιγότερο στον κορυφαίο μποξέρ της ιστορίας και πολύ περισσότερο στον άνθρωπο και δη στον μαύρο άνθρωπο (ο οποίος είχε βιώσει εξ απαλών ονύχων τον ρατσισμό στο πετσί του), στον ασπασθέντα τον Μωαμεθανισμό μετονομασθένα από Κάσιους Κλέι σε Μοχάμεντ Αλι, στον αγωνιστή, στον ακτιβιστή, που άρθρωνε τη φωνή του και όρθωνε το ανάστημα του ενάντια στην αδικία και στους πολέμους (ενώ παράλληλα όμνυε στη δικαιοσύνη και όχι σε μια...αθλητική εταιρεία), σε έναν γνήσιο και ανεπιτήδευτο showman και εν κατακλείδι στον αυθεντικότερο και πιο λατρεμένο ήρωα του αμερικανικού λαού.

Οι Αμερικανοί τον είχαν αποθεώσει ως πυγμάχο στις μάχες με τον Σόνι Λίστον, με τον Τζόε Φρέιζερ στο «Thrilla in Manilla» της 1ης Οκτωβρίου του 1975 και με τον Τζορτζ Φόρμαν στην περιβόητη μάχη της 29ης Οκτωβρίου του 1974 στην Κινσάσα του Ζαίρ που έμεινε στην ιστορία ως «Τhe Rumble in The Jungle» και θεωρείται το κορυφαίο αθλητικό γεγονός του 20ού αιώνα.

Τον λάτρεψαν όμως και τον έκαναν κομμάτι του εαυτού και φωνή της συνείδησης τους όταν αντιτάχθηκε δημοσίως στον μάταιο πόλεμο του Βιετνάμ, αρνήθηκε να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και διερμήνευσε τα ανομολόγητα δικά τους αισθήματα με την ιστορική φράση «I ain't got no quarrel with thοse Viet Cong. No Viet Cong ever called me nigger»!

«Δεν θα πολεμήσω με τους Βιετκόνγκ. Ποτέ κανείς από αυτούς δεν με αποκάλεσε νέγρο»!

Ήταν τότε που ο Αλι εξήγησε το σκεπτικό του με μια πολύ απλή απορία: «Γιατί άραγε πρέπει να μου ζητούν να βάλω μια στολή, να πάω δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου και να ρίχνω βόμβες και σφαίρες σε καφέ ανθρώπους στο Βιετνάμ ενώ τους αποκαλούμενους νέγρους στο Λούιβιλ τους μεταχειρίζονται σαν σκυλιά και τους αρνούνται τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα;»

Ήταν τότε που ο Αλι έβγαλε πάλι τον επαναστατημένο εαυτό του, ο οποίος λίγες εβδομάδες μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες της Ρώμης τον ανάγκασε να πάρει το χρυσό μετάλλιο και να το πετάξει (όπως αποκάλυψε ο ίδιος στην πρώτη αυτοβιογραφία του, το 1975) στα νερά του ποταμού Οχάιο, αγανακτισμένος και αηδιασμένος επειδή εκείνο το βράδυ του αρνήθηκαν την είσοδο και τον απείλησαν με όπλο σε ένα εστιατόριο που είχε απ’ έξω μια ταμπέλα «Μόνο για λευκούς»!

Παρεμπιπτόντως επ’ αυτού του θέματος οι εκδοχές ποικίλλουν, διότι κάποιοι φίλοι του έχουν διαψεύσει ότι το πέταξε και υποστηρίζουν ότι απλώς το έχασε, αλλά όπως λένε οι Αμερικανοί σε τέτοιες περιπτώσεις, «είναι κρίμα να αφήσεις μια λεπτομέρεια να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία»...

Ήταν τότε που πραγματικά ο Αλι «Shook up the world», όπως φώναζε στις 25 Φεβρουαρίου του 1964 στο Μαϊάμι, όταν ξάπλωσε στο καναβάτσο τον Σόνι Λίστον!

«Η εικόνα του εκείνο το βράδυ πίσω από το παραβάν του Ολυμπιακού Σταδίου ήταν ζόρικη και μελαγχολική» θυμάται η Βούλα Πατουλίδου. «Έβλεπες έναν άνθρωπο που ήταν ο απόλυτος θρύλος του αθλητισμού, έναν αληθινό γίγαντα να τρέμει και να έχει ανάγκη από συνεχή παρακολούθηση και αισθανόσουν πολύ άβολα. Ήταν σαν μια σταγόνα νερού που δεν έπρεπε να σπάσει ή να εξατμιστεί, όσο θα κρατούσε η ιεροτελεστία. Από την άλλη πλευρά, έλεγες “ναι, αλλά είναι ο Μοχάμεντ Αλι και πρέπει να υποκλιθείς μπροστά του». Μου φαινόταν ανέγγιχτος, όπως όλοι οι μύθοι και δεν θα ξεχάσω ποτέ το δέος που νιώθαμε όλοι όσοι βρεθήκαμε στην πρόβα της τελετής, το ίδιο και την επόμενη μέρα, όταν όλα έπρεπε να γίνουν στην εντέλεια και με μαθηματική ακρίβεια. Δεν μπόρεσα να του μιλήσω ή να του σφίξω το χέρι, αλλά όλες αυτές οι στιγμές μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μου και στην καρδιά μου. Ακόμη και τώρα, μετά από είκοσι χρόνια τις φέρνω στο μυαλό μου και σκέπτομαι πως απλώς χθες αυτή η στάλα του νερού έσπασε και εξατμίστηκε»!

Στο βιβλίο «Η ψυχή της πεταλούδας» ο Αλι γράφει τα εξής: «Ταξίδεψα και παρέμενα incognito στην Ατλάντα επί μια εβδομάδα και ήμουν πολύ νευρικός και αγχωμένος, διότι ήξερα ότι θα στραφούν πάνω μου τα βλέμματα τριών δισεκατομμυρίων ανθρώπων απ’ όλο τον πλανήτη. Όταν άναψα τον βωμό ένιωσα να έρχεται πάνω μου ένα τεράστιο κύμα συγκίνησης και πολύ δυνατών συναισθημάτων και εκείνη τη στιγμή πέρασε από το μυαλό μου σαν φιλμ όλη η ζωή μου από το 1960 και πέρα: το χρυσό μετάλλιο στη Ρώμη, ο ρατσισμός στο ίδιο μου το σπίτι, οι μεγάλες νίκες και οι τίτλοι, ο Μωαμεθανισμός, η υπόθεση του Βιετνάμ, τα εννιά παιδιά που αξιώθηκα να κάνω. Όλα αυτά, τριάντα έξι χρόνια, σε μια στιγμή»!

Και συμπληρώνει ο Αλι: «Όταν ολοκληρώθηκε η τελετή έναρξης και γύρισα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τη συγκίνηση και την ένταση που είχα ζήσει. Πήρα τη δάδα στα χέρια μου, ξάπλωσα, την κρατούσα και την κοίταζα μέχρι την αυγή και το ίδιο κάνω ακόμη και σήμερα που την έχω κρεμάσει στον τοίχο του σπιτιού μου κάθε μέρα. Ξέρω ότι ο κόσμος δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτή τη σκηνή και για εμένα η αγάπη και η συγκίνηση που βίωσα θα μου δίνουν όσο ζω, ενέργεια και έμπνευση για να συνεχίσω την αποστολή μου να διαδίδω την ειρήνη και τον σεβασμό σε ολόκληρη την οικουμένη».

Τότε στην Ατλάντα ο «The Greatest» γεύθηκε το νέκταρ άλλης μιας μεγάλης τιμής, διότι στις 3 Αυγούστου, στο ημίχρονο του τελικού του Ολυμπιακού Τουρνουά μπάσκετ ανάμεσα στις; ΗΠΑ και στη Γιουγκοσλαβία η ΔΟΕ, δια χειρός του τότε προέδρου της Χουάν Αντόνιο Σάμαραντς, του έδωσε πίσω ένα ακριβές αντίγραφο του χαμένου χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου το οποίο είχε κατακτήσει το 1960 στη Ρώμη. Ήμουν παρών στη σκηνή και δεν θα ξεχάσω ποτέ την πάνδημη συγκίνηση και την παλλαϊκή συγκίνηση που κυρίευσε το γήπεδο όταν ο Αλι σηκώθηκε από το καροτσάκι για να παραλάβει το μετάλλιο του. Κοιτούσε προς το άπειρο και με τα τρεμάμενα χέρια του το πήρε και το φίλησε, ενώ την ίδια στιγμή τον περικύκλωναν ο Ρέτζι Μίλερ, ο Καρλ Μαλόουν, ο Τσαρλς Μπάρκλεϊ, ο Χακίμ Ολάζουον και οι υπόλοιποι σταρς της Dream Team-3!

* ΥΓ: Ο Θεός ν’ αναπαύσει την καλή ψυχή του Μοχάμεντ Αλι. Την ψυχή της πεταλούδας!

Best of internet