Οι βαρκάρηδες με τις... τσουγκράνες!

Οι βαρκάρηδες με τις... τσουγκράνες!

Το ευγενές άθλημα της ιστιοπλοΐας χάρισε στην Ελλάδα άλλο ένα μετάλλιο και ο Βασίλης Σκουντής περιγράφει μια "sui generis" κάστα...

Συνέχεια εκ του προηγουμένου, καθότι πλάκα πλάκα η εκάστοτε έκδοση (πρέπει να) παρουσιάζεται επηυξημένη και βελτιωμένη...

Στο (αναπάντεχο ή αναμενόμενο, καμιά σημασία δεν έχει) χάλκινο μετάλλιο της Κορακάκη συγκινήθηκα...

Στο χρυσό της κι όταν άκουσα τον εθνικό ύμνο ήμουν μόνος στο σπίτι και (ομολογώ πως) δάκρυσα, μαζί της...

Στο (σχεδόν βέβαιο, έστω κι αν οι Βραζιλιάνοι έκαναν διάφορες... μουστισούρες, όπως τη αλλαγή του στρώματος της προσγείωσης) χρυσό του Πετρούνια και στη θέα του πάνω στο βάθρο σε στάση προσοχής βούρκωσα μαζί του, αλλά προσπάθησα επιμελώς να το κρύψω, επειδή βρισκόμουν σε δημόσιο χώρο...

Χθες (εννοώ την περασμένη Τρίτη) πάλι την ώρα που ο Σπυράκος έδινε τον υπέρ πάντων αγώνα για να ακουμπήσει πρώτος αυτή την καταραμένη πλάκα του τερματισμού, έπαθα κάτι πολύ χειρότερο: ανατρίχιασα σύγκορμος και την ίδια στιγμή άρχισα να αλαλάζω και αυτή ήταν από τις ελάχιστες φορές στην καριέρα μου, που δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ τα συναισθήματα μου..

Εδώ τελειώνουν τα παλιά και πιάνω τα καινούργια, προς χάριν του Παναγιώτη Μάντη και του Παύλου Καγιαλή, τους οποίους δυστυχώς και προς μεγάλη μου θλίψη, τους πέρασα στο ντούκου: όχι για κανέναν άλλο λόγο, πολύ δε περισσότερο ένεκα απέχθειας προς το ευγενές (και συνάμα ακριβό στα σέα του και τα μέα του) άθλημα το οποίο διακονούν, αλλά επειδή την ίδια στιγμή ήμουν κλεισμένος στο booth και μετέδιδα τρεις απανωτούς αγώνες του γουότερ πόλο!

Κάποια στιγμή που απέδρασα από την πισίνα και ξελαμπίκαρα από τις αποβολές, τους παίκτες παραπάνω και τα πεντάμετρα, επιβεβαίωσα το αναμενόμενο: οι δυο βαρκάρηδες είχαν κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο!

Βαρκάρηδες, τι πλάκα έχει αυτό! Η λέξη έχει μείνει κολλημένη στο μυαλό μου από το 1988, που είχε ξεσπάσει η φασαρία με τον αποκλεισμό του τότε νεαρού Νίκου Κακλαμανάκη και την αντίδραση της θείας του, της συχωρεμένης Υφυπουργού Παιδείας, Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (επί κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου) Ρούλας Κακλαμανάκη: η υπόθεση είχε εξελιχθεί σε σίριαλ και κάποια στιγμή, προτού κινήσουμε για τη Σεούλ, απηυδισμένος από τον κακό χαμό που γινόταν, ο (στιβικός) συνάδελφος μου στον “Ελεύθερο Τύπο” και στην ΕΡΤ Νίκος Αντωνιάδης, σηκώθηκε από το γραφείο του με τσατίλα και φώναξε...

“Αίσχος. Έλεος πια με τον βαρκάρη”!

Οχι για να του χρυσώσω το χάπι του χαρακτηρισμού, ούτε για να του κάνω κομπλιμέντο εκείνος ο βαρκάρης ανέβηκε δυο φορές στο Ολυμπιακό βάθρο, έγινε φίλος μου, μου έχει προσφέρει τρεις από τις καλύτερες (τηλεοπτικές) συνεντεύξεις της καριέρας μου, με τίμησε στη βάφτιση του γιου μου και τον θεωρώ ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περσόνες που έχω γνωρίσει και νταλαβεριστεί μαζί τους στην καριέρα μου.

Ναι,είναι μυστήρια τρένα και περίεργα πτηνά ο Κακλαμανάκης και όλη η ιστιοπλοϊκή φάρα του: περίεργοι, μυστήριοι, μοναχικοί, υπερβατικοί, ονειροπόλοι, τρελοκομεία, ενίοτε αιθεροβάμονες και πάντοτε σχολαστικοί.

Μιλάμε, πιο "sui generis" πεθαίνεις!

Γελώ μόνος μου τώρα που το γράφω, αλλά η ιστιοπλοΐα εμπλέκεται εμμέσως πλην σαφώς σε ένα από τα πιο ευτράπελα περιστατικά που έχω να θυμάμαι τόσα χρόνια στο κουρμπέτι: ήταν τον Ιούλιο του 1980, όταν πιτσιρικάς δέκα επτά ετών στο “Φως των Σπορ” είδα ξαφνικά (το βράδυ που ο συντοπίτης μου από το Θρόνος του Ρεθύμνου, Στέλιος Μυγιάκης, κατακτούσε το χρυσό μετάλλιο στην πάλη) τον Κώστα Αριδάκη ο οποίος είχε ξεθεωθεί στις διορθώσεις των κειμένων να βγαίνει από την... τρύπα του με ένα μασημένο τσιγάρο και να ρωτάει με αγωνία...

“Ρε παιδιά, κόλλησα. Ο Μυγιάκης με τι σκάφος τρέχει;”

“Με Σόλινγκ, Κώστα, με Σόλινγκ” του είπα και άρχιζα να χαχανίζω!

Ο Στελάρας δεν έτρεχε βεβαίως με Σόλινγκ. Πάλευε σαν θεριό πάνω στα ταπί! Με Σόλινγκ έτρεχε εκείνη την εποχή (και συνολικά σε έξι διοργανώσεις), μια “μορφάρα” του ελληνικού αθλητισμού: ο bon viveur Τάσος Μπουντούρης, ο Ελληνας Μαθουσάλας των Ολυμπιακών Αγώνων, χάλκινος Ολυμπιονίκης στη Μόσχα (με πλήρωμα τον Τάσο Γαβρίλη και τον Αριστείδη Ραπανάκη), τύπος που το εργοστάσιο έβγαλε έναν και μετά έκλεισε!

Παρεμπιπτόντως ο Μπουντούρης στα 61 χρόνια του, εξέφρασε την επιθυμία να διεκδικήσει τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο, παρέα με τον γιο του, άλλωστε αυτό το άθλημα δεν έχει ηλικία...

Οι γνωστές και ανέκδοτες ιστορίες με τα... ανδραγαθήματα του Τάσαρου θα γέμιζαν βιβλίο, μάλιστα ο ίδιος τις διηγούνταν κάθε βράδυ στις παρέες που σύχναζαν στο κλαμπ, που είχε ανοίξει στην Καστέλα και εκείνη την εποχή (δεκαετία '80) αποτελούσε σημείο αναφοράς στην πειραϊκή και αθηναϊκή νύχτα...

Το περιβόητο (πως αλλιώς θα το έλεγε ένας ιστιοπλόος) “Sail In” εννοώ!

Χθες το βράδυ στην (όνομα και πράγμα ένδοξη) μαρίνα Ντα Γκλόρια του Ρίο, ο Μάντης και ο Καγιαλής χάρισαν στην Ελλάδα το πέμπτο μετάλλιο της σε αυτούς τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που είναι κιόλας το όγδοο των βαρκάρηδων!

Οκτώ μετάλλια, όλα κατακτημένα με πολυήμερο κόπο και πολλές θυσίες, βουτηγμένα στη θαλασσινή αρμύρα και χαϊδεμένα από άγρια και ροζιασμένα χέρια.

Όπα, στάσου μια στιγμή, διότι αυτά τα άγρια και ροζιασμένα χέρια είναι όλο το background του μόχθου τους: δεν θα ξεχάσω ποτέ πως όταν χαιρέτησα για πρώτη φορά ιστιοπλόο, ένιωσα σαν να με είχαν αγκυλώσει αγκάθια τριανταφυλλιάς ή σαν να καθάριζα φραγκόσυκα!

"Ετσι ακριβώς είναι τα χέρια μας” είχε επιβεβαιώσει το προφανές σε μια συνέντευξη του στη Μαρία Λεμονιά (στο www.protothema.gr) ο Κώστας Τριγκώνης. “ Όταν γνώρισα τη γυναίκα μου, θυμάμαι που μου έλεγε ότι αυτά δεν είναι χέρια αλλά τσουγκράνες. Γι’ αυτό, όταν θέλω να χαϊδέψω κάποιον, το κάνω με την εξωτερική πλευρά των δαχτύλων μου»!

Λογικό είναι αυτό, διότι ζώντας μέσα στη θάλασσα, με το αλάτι να μένει στα χέρια τους και υποχρεωμένοι νυχθημερόν να κουλαντρίζουν τις μαΐστρες, τα μπαλόνια και τους φλόκους, ε, διάβολε, θα ήταν αφύσικο να διαθέτουν τρυφερά χέρια!

Περίεργοι και μυστήριοι τύποι, που ώρες ώρες δίνουν την εντύπωση πως ζουν και κινούνται σε ένα παράλληλο Σύμπαν, μα την ίδια στιγμή ψαγμένοι και τόσο τολμηροί ως θαλασσοπόροι, ώστε δεν σκιάζονται ούτε από την εκνευριστική άπνοια, ούτε από τα πελώρια κύματα, ούτε καν από τους... καρχαρίες, που συνάντησε μια φορά στα ανοιχτά ο Κακλαμανάκης!

Ονειροπόλοι, που τους ακούς να μιλάνε και θαρρείς πως βλέπουν οράματα! Δεν θα ξεχάσω ποτέ το (αλά Κίπλινγκ στο “Αν”) κείμενο που κάθισε ένα βράδυ στο Πεκίνο και έγραψε ο Τριγκώνης και όταν το διάβασα μου ήρθε να βάλω τα κλάματα!

Μιας και το 'φερε η κουβέντα στον Τριγκώνη, το χάλκινο μετάλλιο του μάντη και του Καγιαλή στο Ρίο μοιάζει να ξορκίζει τις ιερές ιστιοδρομίες που έδιναν τόσα χρόνια απανταχού του πλανήτη ο Κοσματόπουλος και ο Τριγκώνης. Ο Κώστας υπήρξε παρτενέρ του “ιεραπόστολου των 470” (και συζύγου της Σοφίας Μπεκατώρου) Αντρέα Κοσματόπουλου, ο οποίος αποπειράθηκε να κατακτήσει ένα μετάλλιο σε πέντε διοργανώσεις Ολυμπιακών αγώνων, από το 1992 έως το 2008, αλλά πάντοτε, γαμώ το, κάτι του(ς) τύχαινε!

Τις τρεις από αυτές τις απόπειρες τις μοιράστηκε μετ ον Τριγκώνη, μία με τον Παχούμη και μία με τον Παπαδόπουλο και η ειρωνία της τύχης είναι ότι αυτό που δεν κατάφερε ο Κοσματόπουλος, το πέτυχε η συμβία του, η Σοφία Μπεκατώρου μαζί με την Αιμιλία Τσουλφά το 2004 στην Αθήνα!

Όχι ρε... πούστη μου!

Στα πέντε ολυμπιακά ραντεβού που αξιώθηκα να καλύψω, γνώρισα πολλά από αυτά τα παιδιά και ομολογώ πως έγινα πολύ πλούσιους σε εμπειρίες: εντάξει δεν έμαθα να τραβάω τα σχοινιά των πανιών, ούτε να διαβάζω τον καιρό, αλλά μπήκα στο πετσί ενός πολύ ιδιαίτερου, πολύ δύσκολου, πολύ ακριβού και πολύ απαιτητικού αθλήματος...

Και πολύ παρεξηγημένου επίσης, διότι άλλοι το συγκαταλέγουν στα ελιτίστικα κι άλλοι δεν το γούσταραν από παλιά για πολιτικούς ή μάλλον για... πολιτειακούς λόγους: επειδή, λέει, πρώτος και μάλιστα χρυσός Ολυμπιονίκης της Ελλάδας στην ιστιοπλοία (το 1960 στα νερά της Νάπολι, με το σκάφος “Νηρέας” και με το πλήρωμα τον Οδυσσέα Εσκιτζόγλου και τον Γιώργο Ζαίμη) ήταν ο τότε διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος.

Ο άναξ! Ο Κοκός, ντε, Ο Γλίξμπουργκ! Ο νυν ντε Γκρέσια!

Σε αυτά τα 56 χρόνια η Ελλάδα ανέβηκε οκτώ φορές στο βάθρο, επιδεικνύοντας στη συλλογή της οκτώ μετάλλια (τρία χρυσά, δυο ασημένια, τρία χάλκινα) συν τις καθόλου ευκαταφρόνητες πέντε παρουσίες ιστιοπλόων ως σημαιοφόρων σε τελετές έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Αξιώθηκε επίσης να ρουφήξει το νέκταρ πολλών επιτυχιών στα πέρατα του κόσμου, να αναδείξει τη ναυτοσύνη της και να κάνει πράξη αυτό που υποσχέθηκε ο... Ελευθέριος Βενιζέλος, το 1920, κατά την επιστροφή του μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών!

Τότε ο μεγάλος Εθνάρχης είχε πει έμπλεος υπερηφάνειας και ενθουσιασμού ότι “σας φέρνω την Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών”, ωστόσο αυτή η δήλωση δεν επιβεβαιώθηκε από τις κατοπινές εξελίξεις. Επιβεβαιώνεται όμως από τους... βαρκάρηδες που έχουν υψώσει τις ελληνικές σημαίες στα κατάρτια τους σε πέντε ηπείρους και σε ένα σκασμό από θάλασσες!

Η Ελλάδα αρμένισε και πάλι στις ολυμπιακές ρεγκάτες, με αυτό το μήκους 4.7 μέτρων και πλάτους 1.7 μέτρων σκάφος με τα τρία πανιά που έγινε (όπως το 2004 με τα κορίτσια) το όχημα ενός μεταλλίου. Ο Μάντης και ο Καγιαλής δεν θα γίνουν ποτέ διάσημοι όσο κάποιοι άλλοι αθλητές και δεν έχουν κιόλας την ανάγκη να το παίζουν πρώτη μούρη στο Καβούρι!

Πλάκα πλάκα, εκεί δίπλα από το Καβούρι, στις εγκαταστάσεις του Ναυτικού Βουλιαγμένης συνειδητοποίησαν πριν από μερικούς μήνες πόσο αλλάζει η ζωή και η καριέρα τους. Το 2008 όταν αποκλείσθηκαν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν την ενεργό δράση και μάλιστα ο Μάντης αποσύρθηκε προσωρινά. Το ξανασκέφθηκαν, ανέκρουσαν (στην κυριολεξία) πρύμναν επέστρεψαν και βρήκαν στο πρόσωπο του (ιδιοκτήτη της ΚΑΕ Αρης) Νίκου Λάσκαρη τον... παρένθετο πατέρα που αναζητούσαν per mare, per terram!

Στο πλαίσιο της εκστρατείας “Υιοθετήστε έναν αθλητή” που εμπνεύσθηκε και έκανε πράξη (πηγαίνοντας πόρτα πόρτα σε εταιρείες, οργανισμούς και πλούσιους ιδιώτες) ο πρόεδρος της ΕΟΕ Σπύρος Καπράλος, τον Τάκη και τον Παύλο τους υιοθέτησε το Ίδρυμα Λάσκαρη που μάλιστα κάλυψε τις δαπάνες της αγοράς και του εξοπλισμού του σκάφους τους.

Και επειδή η ρουφιάνα η ζωή είναι παιχνιδάρα και κάνει πολλά νάζια και κόλπα, πως άραγε λέγεται το σκάφος που κουλαντρίζουν και το ελλιμένισαν χθες στο τρίτο σκαλί του Ολυμπιακού βάθρου;

Λέγεται “Ιφιγένεια”, μόνο που αυτή, σε αντίθεση με την ηρωίδα του Ευριπίδη η οποία ταλαιπωρούνταν πότε στην Αυλίδα και πότε στην Ταυρίδα, είναι φτιαγμένη από πολύ γερό σκαρί και αποδεικνύεται εφτάψυχη!