Άσπρο πάτο!

Miltos+
Άσπρο πάτο!

bet365

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Έχοντας σχεδόν βεβαιωθεί πως αυτοί που μας κυβερνάνε είναι πιωμένοι ή «πιωμένοι» -πώς αλλιώς να μιλάς με τον Θεό;-, ο Μίλτος ο Νταλικέρης θυμάται...

Η ρετρό ιστορία αυτής της Τρίτης θα μας πάει, όπως πάντα, πίσω στην παλιοπαρέα των έιτις και στα πρώτα της ...κοκτέιλ. Με την ομώνυμη ταινία («Κοκτέιλ») να έχει γνωρίσει μεγάλες πιένες σχετικά πρόσφατα, στο θερινό σινεμά του κυρ-Λουκά, και με τον Δεμπασκαλά να θεωρεί εαυτό ως πιστό εν Ελλάδι αντίγραφο του γόη Τομ Κρουζ, εκείνο το απόγευμα ζήσαμε μια μοναδική εμπειρία. Καθόμουν με τον Πέτρο τον Αρμένη στον καφενέ του Μπάφα και ρουφούσαμε αργά δυο φραπέδες. Ήταν πιο φτηνοί και διαρκούσαν περισσότερο, σε μια προϊστορική εκτίμηση του «βάλιου φορ μάνεϊ». Η αλήθεια είναι πως αυτή τη φορά τους είχαμε παραγγείλει από συνήθεια, γιατί ο Μπάφας έλειπε στην Αθήνα για δουλειές και ο Δεμπασκαλάς είχε το γενικό πρόσταγμα στον καφενέ. Οπότε δεν θα πληρώναμε...

Ωστόσο, παραμείναμε πιστοί του φραπέ και περιμέναμε τον Φώτη, ώστε οι τρεις μας να κρατήσουμε παρέα στον Δεμπασκαλά μέχρι να σχολάσει, για να πάμε για κανένα ποτό με μέρος της είσπραξης του καφενέ. Είπαμε, εμείς λεφτά δεν είχαμε εκείνη τη φορά. Και φυσικά αποκλείεται να είχε και ο Φώτης, ο οποίος όταν μπήκε βαριεστημένος στον καφενέ, έδωσε την πιο απρόβλεπτη παραγγελία: «Πιάσε μια πορτοκαλάδα μπλε, ρε χαμένε»! Μείναμε με το στόμα ανοιχτό κι ευτυχώς δεν έκανε ρεύμα να πουντιάσουν τα λαιμά μας. Τρία πράγματα μπορεί να συνέβαιναν: ή ο Φώτης είχε λεφτά μόνο μέχρι πορτοκαλάδα (που ήταν και το πιθανότερο) ή είχε μπουχτίσει το αλκοόλ (κομματάκι δύσκολο) ή ...ήθελε να πιει πορτοκαλάδα μπλε (πράγμα απίθανο). Τότε εμφανίστηκε ο Δεμπασκαλάς με ένα ποτήρι και μια Φάντα μπλε. Κυριολεκτικά μπλε. Μπλε στην ετικέτα, μπλε και στο περιεχόμενο. «Το ΄χεις χαμένο, ρε χαμένε;», τον ρώτησε ο Φώτης βλέποντας το μπλε υγρό να ρέει στο ποτήρι. «Δεν πας καλά! Μπλε πορτοκαλάδα δεν ζήτησες; Ορίστε. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», του απάντησε ο Δεμπασκαλάς, σε μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που κόλλαγε σε μια ατάκα περισσότερες από τις τρεις λέξεις που τον καθιέρωσαν. «Πάρ΄το πίσω αυτό, ό,τι κι αν είναι, και φέρε μια μπίρα. Αλλά το νου σου, ε. Εγώ πορτοκαλάδα μπλε παράγγειλα, πορτοκαλάδα μπλε θα πληρώσω», ξαναπαράγγειλε ο Φώτης και μας έλυσε την απορία. Τα λεφτά του έφταναν μέχρι πορτοκαλάδα κι ας μην ήθελε να πιει πορτοκαλάδα!

Όταν εμφανίστηκε με το δίσκο γεμάτο με τέσσερις μεγάλες μπίρες από το βαρέλι, μια για τον καθέναν μας και μια δικιά του (το μαγαζί δεν είχε δουλειά - τέτοιος καιρός, φθινόπωρο ήταν κι ο κόσμος άρχισε να κλείνεται στο σπίτι να δει βιντεοκασέτες), μας εξήγησε πώς έκανε μπλε την πορτοκαλάδα μπλε. «Μπλου κουρασάο. Λίγες σταγόνες αρκούν», είπε και μας εμφάνισε την μπουκάλα με το μπλε σιρόπι. Τότε μας ενημέρωσε πως είχε πείσει τον Μπάφα να εκσυγχρονίσουν τον καφενέ και τα βράδια να τον μετατρέπουν σε ποτάδικο, ώστε να μη χάνει πελάτες, καθώς όλες οι μπεκροκανάτες το βράδυ άφηναν τον καφενέ και ανηφόριζαν κατά το μπαράκι του Αμερικάνου, για να πιούνε τα ξίδια τους. Ο Μπάφας, κουρασμένος πια λίγο πριν τη σύνταξη κι επειδή έβλεπε τον Δεμπασκαλά σαν παιδί του (άλλωστε, μερικά χρόνια αργότερα έγινε γαμπρός του), συμφώνησε κι έτσι εκείνες τις μέρες ο καβατζής είχε φέρει τις πρώτες προμήθειες από ποτά και λικέρ. Ο Δεμπασκαλάς μας έμπασε πίσω από τον πάγκο και μας έδειξε τα νέα του αποκτήματα, μερικές δεκάδες μπουκάλες από διάφορα ποτά, τα οποία περίμεναν ακόμα μέσα στα κιβώτια επειδή ο Πέτρος της Κουφής, ο Μαστρομανέλος και κάτι άλλοι ακαμάτες δεν είχαν ολοκληρώσει την κατασκευή της βιτρίνας και της μπάρας που σκόπευε ο Μπάφας να εγκαταστήσει στη μια γωνιά του καφενέ. Τότε μας αποκάλυψε και το ...ευαγγέλιό του. «Η βίβλος των κοκτέιλ», έγραφε ο ...τσελεμεντές που μας έδειξε και πλέον πειστήκαμε όλοι πως ο φίλος μας την είχε «ψωνίσει» και ήθελε να γίνει Τομ Κρουζ στη θέση του Τομ Κρουζ, αλλά πολύ μακριά από το Χόλιγουντ, στους πρόποδες της Μουργκάνας.

 

Όταν ήπιαμε τις μπίρες και στον καφενέ είχαν μείνει τρεις-τέσσερις ξέμπαρκοι που έπαιζαν δηλωτή έξω από την τζαμαρία για να μυρίζουν τη βροχή που έπεφτε, ο Δεμπασκαλάς χάθηκε πίσω από τον πάγκο και επανήλθε με κάμποσα σύνεργα. Ένα μεταλλικό σέικερ, μια τεκίλα, μια βότκα, μια καλούα, ένα μπέιλις, ένα μπράντι, χυμούς, γρεναδίνη, μέχρι και μια τσανάκα γάλα! Άνοιξε και τον τσελεμεντέ κι άρχισε να ετοιμάζει κοκτέιλ. Πρώτα έφτιαξε το δικό μου. Απλό ήταν. «Μπλακ Ράσιαν», είπε και είδα πως έβαλε μέσα βότκα και καλούα. Πάλι καλά. Πινόταν...

Ακολούθησε η σειρά του Πέτρου. «Αλεξάντερ», του είπε κι όλοι τον κοιτάζαμε στο στόμα, γιατί τα συστατικά μας προκαλούσαν απορίες. Όχι τόσο το μπράντι και το μπέιλις, όσο το κατσικίσιο γάλα από τα ζωντανά που άρμεγε κάθε πρωί ο Μπάφας πριν ανοίξει τον καφενέ και το οποίο χτύπησε ο Δεμπασκαλάς στο σέικερ μαζί με τα άλλα υλικά. Είχαμε δίκιο. Ο Πέτρος το έφτυσε, τον έβρισε κι έτρεξε σφαίρα στη βρύση πίσω από τον πάγκο να ξεπλύνει το στόμα του. Όταν γύρισε απαίτησε κάτι πιο απλό: «Φτιάξε, ρε καημένε, μια βότκα πορτοκάλι να ξέρουμε τις μας γίνεται». Ο Δεμπασκαλάς, αφού πρώτα του είπε πως «δεν πας καλά», συμφώνησε να του φτιάξει βότκα πορτοκάλι, με την προϋπόθεση ότι στο εξής θα την αναφέρει ως κοκτέιλ «Σκρουντράιβερ». Ο Πέτρος δεν μπορούσε να το πει, αλλά μπορούσε να το πιει...

Τελευταίος έμεινε ο Φώτης, ο οποίος σίγουρα πήρε το πιο εντυπωσιακό απ΄ όλα. Ο Δεμπασκαλάς το έβαλε σε ένα μεγάλο, τσιγκελωτό ποτήρι σαν φρουτιέρα και το παρουσίασε ως «Τεκίλα Σανράιζ». Ο Φώτης ήπιε μια-δυο μεγάλες γουλιές και έβγαλε συμπέρασμα: «Το Σανράι καλό είναι, η τεκίλα δεν μου αρέσει. Φτιάξε ένα ίδιο, αλλά με βότκα». Κάπως έτσι ανακαλύφθηκε σε ένα χωριό των Ιωαννίνων το «Βότκα ...Σανράι», που ήταν «Τεκίλα Σανράιζ» χωρίς τεκίλα και χωρίς ζήτα στο τέλος.

Όταν κλείσαμε τον καφενέ, ενθουσιασμένοι από τις νέες ανακαλύψεις μας στον τομέα «αλκοόλ», πήγαμε όλοι μαζί στα «Μοβ», του μπαράκι του Αμερικάνου, που εκείνο το χειμώνα το είχε βαφτίσει «Νταστ». Έστω κι αν με τόση βροχή, η τελευταία φορά που σηκώθηκε σκόνη πρέπει να ήταν τον Δεκαπενταύγουστο. Επειδή ξέραμε πως ο Αμερικάνος έφτιαχνε ουίσκι και βότκα στο υπόγειο, προφανώς από γεώτρηση, εγώ παράγγειλα ένα Κάπτεν Μόργκαν για να είμαι σίγουρος κι ο Δεμπασκαλάς μια μπίρα σφραγισμένη, για να είναι ακόμα πιο σίγουρος. Οι άλλοι δύο ήταν σίγουροι πως τους άρεσαν τα ποτά που είχαν πιει στον καφενέ. Ο Πέτρος παράγγειλε «ένα Σκρουτζ μακ ντακ ντράιβερ» και μετά από πολλές διευκρινίσεις και διαπραγματεύσεις με τον Αμερικάνο, συμφώνησε να πιει μια βότκα πορτοκάλι. Παρότι ήθελε «σκρουντράιβερ»...

Ο Φώτης ήταν ...Φώτης. Ζήτησε «μια Βότκα Σανράι» κι ο Αμερικάνος τον κοίταζε όπως κοιτάζαμε εμείς τον Φώτη λίγες ώρες νωρίτερα, όταν παράγγειλε πορτοκαλάδα μπλε. «Ρε, μεθυσμένα ήρθαν τούτα;», ρώτησε τον Δεμπασκαλά, με τον οποίο είχε περισσότερη οικειότητα υπολογίζοντάς τον ως -κατά κάποιον τρόπο- «συνάδελφο». Αυτός εννοείται πως του είπε «δεν πας καλά» και μετά του εξήγησε, ως γνήσιος ...Τομ Κρουζ, τι ήταν αυτό που παράγγειλε ο Φώτης. Όταν ο Αμερικάνος έφτιαξε το κοκτέιλ με τη βότκα από γεώτρηση, ο Φώτης του το γύρισε πίσω ζητώντας διόρθωση στη δοσολογία: «Πολύ βαρύ το έκανες. Δεν βάζεις λίγο σανράι ακόμα;». Και του έβαλε...

Μέχρι να ξεχάσω εκείνα, τα πρώτα μας κοκτέιλ, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...