Όλα είν΄ ατμός...
Την αφορμή για τη ρετρό ιστορία αυτής της Τρίτης μου την έδωσε μια δυσάρεστη, οικογενειακή ιστορία. «Τι να κάνουμε; Τι σε βρίσκει και δεν το περνάς;», που αναρωτιέται συχνά πυκνά η θεια-Λάμπρω βάζοντας λίγο γρέζι και μπόλικη μιζέρια στη φωνή. Μόνο που αυτή τη φορά αυτό το «τι σε βρίσκει» που μας βρήκε, θέλει ένα θαύμα για να περάσει και το τελευταίο θαύμα που ...έχω παρακολουθήσει με τα μάτια μου έγινε πριν από περίπου δυο χιλιάδες χρόνια. Αναστήθηκε ο Λάζαρος και έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη του...
Σε κάθε περίπτωση, δεν έχω σκοπό να μιζεριάσω ούτε να βγάλω τα εσώψυχά μου στη στήλη. Ο καθένας σας έχει τα προβλήματά του και τα προβλήματα του καθενός είναι τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Εδώ ζητείται χαμόγελο, οπότε ας το ψάξουμε όλοι μαζί, με μια επιστροφή στη γνωστή παλιοπαρέα των έιτις. Τότε που δεν χρειαζόμασταν θαύματα και ζούσαμε ...θαύμα!
Ο καφενές του Μπάφα ήταν το μόνιμο στέκι συνάντησης σε ολόκληρο το μαχαλά. Κι εκεί γινόμασταν συχνά μάρτυρες βαρυσήμαντων φιλοσοφικών συζητήσεων, στις οποίες έπαιρναν μέρος κατά κανόνα ο γκαραζιέρης Μαστρομανέλος, ο χτίστης Πέτρος της Κουφής, ο επίσης οικοδόμος Σαυρογιώργης, ο Μπάφας ο καφετζής και ο ...Κουρτάκης. Όχι αυτοπροσώπως, αλλά μέσω της διάσημης ρετσίνας του που αποτελούσε το απαραίτητο καύσιμο για εκείνες συζητήσεις μπροστά στο τζάκι.
Αν το μυαλό των τεσσάρων «φιλοσόφων» μαζί, ήταν μπαρούτη, λογικά δεν θα έφτανε ούτε για να γεμίσει μια σφαίρα. Όταν έπιναν, καταλαβαίνετε. Βρεμένη μπαρούτη. Όλοι τους στο πιόμα και στον ποδόγυρο το είχαν το μυαλό τους. Όλοι, εκτός από τον Μπάφα, που δεν ασχολιότανε με τις γυναίκες των άλλων, παρά μόνο όταν επρόκειτο να του κάνουν το τραπέζι. Αυτός ηδονιζόταν με γουρουνόπουλα ψητά και μπριζόλες στα κάρβουνα. Έπινε, όμως, κι αυτός όσο κι άλλοι, μπορεί και περισσότερο, γιατί το στομάχι του ήταν τόσο που χώραγε μέσα και τον Κουρτάκη τον ίδιο.
Εμείς, μαθητές στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου τότε, στις πρώτες μας επισκέψεις ως θαμώνες στον καφενέ, καθόμασταν θυμάμαι στο πιο κοντινό τραπέζι. Για δύο λόγους. Πρώτα, για να ακούμε τι λένε και να γελάμε με τα μεθυσμένα λόγια τους. Και μετά, με την ελπίδα να μας κεράσουν κι εμάς κανένα Κουρτάκη πάνω στο τσακίρ κέφι. Ο Μπάφας ο καφετζής, βέβαια, δεν κέρναγε ποτέ. Ούτε ο Σαυρογιώργης, που ήταν σαν τον γιο του, τον Φώτη. Όλο να τον κεράσουν περίμενε και ποτέ δεν έβαζε το χέρι στην τσέπη. Οι μόνοι που κέρναγαν ήταν ο Μαστρομανέλος και ο Πέτρος της Κουφής. Ο Πέτρος μας κέρναγε επειδή στην παρέα μας βρισκόταν κι ο βαφτιστήρας του, ο Πέτρος ο Αρμένης. Αυτός κυρίως μας γέμιζε τα ποτήρια από το δικό του κρασί. Ο Μαστρομανέλος, από την άλλη, κέρναγε πάντα ολόκληρο μπουκάλι και δεν έβαζε ποτέ από το δικό του, τάχα γιατί ήθελε να έχει τον έλεγχο και να μετράει πόσα μπουκάλια έχει κατεβάσει. Από κάποια στιγμή και μετά, βέβαια, ακόμα και τα δάχτυλα των χεριών του να μέτραγε, είκοσι θα τα έβγαζε...
Αυτοί οι τέσσερις, λοιπόν, ήταν οι «φιλόσοφοι» του μαχαλά. Έπιαναν ένα θέμα που έβλεπαν στις ειδήσεις, συνήθως πολιτικό, και το ανέλυαν τόσο λεπτομερώς, ώστε στο τέλος ο Πέτρος της Κουφής έβγαζε το συμπέρασμα πως «τον πιο ωραίο κώλο τον έχει η Νίτσα του Μήτσου του Μαμούα». Γιατί εκεί πήγαινε πάντα στο τέλος η δουλειά. Σε βυζιά και κώλους από τις γυναίκες όσων δεν ήταν εκείνες, τις «μεγάλες» ώρες στον καφενέ. «Αυτή είναι και καλή μαγείρισσα», έλεγε τον καημό του ο Μπάφας, που ήταν ικανός να του τα ρίξει η Νίτσα του Μήτσου του Μαμούα κι εκείνος να της ζητήσει να του μαγειρέψει φρικασέ. Ο έρωτας περνάει από το στομάχι, αλλά το στομάχι δεν περνάει απ΄ τον έρωτα!
Ο Σαυρογιώργης είχε άλλου είδους σκάλωμα. Έφτιαχνε προτάσεις χρησιμοποιώντας την ίδια λέξη ή παράγωγά της, δυο φορές. Για παράδειγμα, όταν ετοιμαζόταν να πλακώσει τον Φώτη στις γρήγορες για να τον τιμωρήσει για τα καμώματά του, του ΄λεγε «θα σ΄ αρπάξω και θα τις αρπάξεις», ενώ στο καφενείο των ...πεφωτισμένων εξέφραζε με τον τρόπο του τη σύμφωνη γνώμη του με τον Πέτρο της Κουφής για τη Νίτσα του Μήτσου του Μαμούα: «Να της κάνεις ένα ...βιδωτό, να την ξεβιδώσεις»! Τότε εμείς σχολιάζαμε πως «του ξεβίδωσε η βίδα» κι εκείνος μας έλεγε «θα σας αρπάξω και θα τις αρπάξετε»...
Ο Μαστρομανέλος ήταν ο …πρόεδρος της Φιλοσοφικής. Συνήθως άκουγε όσα έλεγαν οι άλλοι τρεις με την προσοχή του στραμμένη εκεί που έπρεπε (στον δόκτωρα ...Κουρτάκη) κι όταν η συζήτηση πλησίαζε στο τέλος της, έβαζε τον επίλογο, δίνοντας -με το ύφος του και τον τόνο της φωνής του- την εντύπωση πως ...διαφωνεί. «Ρε, δεν πα ΄να λέτε εσείς, εγώ ένα έχω να πω. Τον ωραιότερο κώλο τον έχει η Νίτσα του Μήτσου του Μαμούα. Και είναι και καλή μαγείρισσα. Είπα»!
Έτσι έκλεινε πάντα την κουβέντα, για να δείξει πως δεν σηκώνει αντιρρήσεις. «Είπα», έλεγε, ως τελεσίγραφο. Μια φορά έπινε για ώρες. Πήγε στον καφενέ μεσημέρι κι είχε νυχτώσει. Η γυναίκα του, η Πολυξένη, πήρε τηλέφωνο να τον ψάξει. Το σήκωσε ο Δεμπασκαλάς: «Μαστρομανέλο, η κυρα-Πολυξένη είναι. Λέει να πας σπίτι».
«Θα πάω όταν τελειώσω» (προφανώς όταν τελειώσει και το τελευταίο Κουρτάκη). «Λέει πως θα έρθει όταν τελειώσει», είπε ο Δεμπασκαλάς στην Πολυξένη στο τηλέφωνο και αμέσως ξαναγύρισε προς τον Μαστρομανέλο: «Λέει να πας τώρα».
«Θα πάω όταν τελειώσω. Είπα», το ξέκοψε ο Μαστρομανέλος. «Λέει πως θα έρθει όταν τελειώσει», είπε ο Δεμπασκαλάς στο τηλέφωνο και το έκλεισε. Ο Μαστρομανέλος γύρισε προς το μέρος του και τον ρώτησε: «Είπες "είπα";». Ο Δεμπασκαλάς ανασήκωσε τους ώμους: «Είπα πως θα πας όταν τελειώσεις».
«Ρε, είπες "είπα";», επέμεινε ο Μαστρομανέλος. «Όχι», απάντησε ο Δεμπασκαλάς. «Πάρε τώρα σπίτι και πες της "είπα"». Ο Δεμπασκαλάς, μπροστά στο ενδεχόμενο να πει αγανακτισμένος «δεν πας καλά» και να ξανανιώσει τη γαλότσα του Μαστρομανέλου ανάμεσα στα αχαμνά (είχε συμβεί κι αυτό σε άλλη ρετρό ιστορία), σήκωσε το τηλέφωνο, σχημάτισε στο καντράν τον αριθμό και πήρε την Πολυξένη: «Είπε "είπα"»!
Πώς μού ήρθαν όλα αυτά; Εξαιτίας μιας δύσκολης κατάστασης, θυμήθηκα τον μεγάλο Βέγγο ως Θρασύβουλα να ενημερώνει τον σπουδαίο Ηλιόπουλο πως «όλα είν΄ ατμός» και πως «το μόνο σίγουρο πράμα στη ζωή είναι ο θάνατος». Ίσως ήταν η πρώτη φορά -από τις πολλές- που έχω δει αυτό το απόσπασμα από την κλασική ταινία «Ο Ατσίδας», που δεν γέλασα με αυτή την ατάκα.
Μέχρι να την απολαύσω ξανά όπως παλιά, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...
