Μπάρτσα – Σίτι: Μια κορυφαία παρτίδα σκάκι, που τέλειωσε νωρίς

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για όσα έκαναν η Μπαρτσελόνα του Λουίς Ενρίκε και η Μάντσεστερ Σίτι του Πεπ Γκουαρδιόλα για να μας χαρίσουν περίπου 50' λεπτά ποδοσφαίρου της κορυφαίας ποιότητας στο Καμπ Νου.  

Ηταν παραπάνω από απολαυστικό το χθεσινό ποδόσφαιρο στο τερέν του Καμπ Νου. Στα μάτια αυτών που αγαπούν την στρατηγική στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι, ο χθεσινός ήταν ένας ζωντανός πίνακας ζωγραφικής, ζωγραφισμένος από δυο εκ των κορυφαίων σύγχρονων ζωγράφων. Και γι' αυτό, αν το κοιτάζει κανείς από αυτή την οπτική γωνία το ματς, ήταν πολύ κρίμα που συνέβη το λάθος του Κλαούντιο Μπράβο, που άφησε την Μάντσεστερ Σίτι με 10 ποδοσφαιριστές στο τερέν, διότι αυτή η αποβολή μας στέρησε περίπου 40' λεπτά μιας ποδοσφαιρικής παρτίδας που έμοιαζε με σκακιστική ανάμεσα σε δύο εκ των κορυφαίων σκακιστών, των οποίων τα πιόνια είναι ορισμένοι εκ των καλύτερων ποδοσφαιριστών του κόσμου και ανάμεσά τους ήταν και ο κορυφαίος. Μελετώντας τα δεδομένα πριν από την έναρξη αυτού του ματς, έπιασα να συγκρίνω τις στατιστικές επιδόσεις της συμπεριφοράς των δύο ομάδων μέχρι χθες. Και έπεσα μπροστά σε αυτά: Κατοχή μπάλας: 63% για την Μπάρτσα, 60% για την Σίτι.

Ακρίβεια στις μεταβιβάσεις: 87% για την Μπάρτσα, 85% για την Σίτι. Σουτ ανά παιχνίδι: 17.3 για την Μπάρτσα, 17.1 για τη Σίτι. Επιτυχημένες ντρίμπλες ανά ματς: 14 για την Μπάρτσα, 15 για τη Σίτι. Σούτ του αντιπάλου ανά παιχνίδι: 9.4 για την Μπάρτσα, 9.1 για την Σίτι. Τις βλέπετε όμοιες; Δείτε και στη συνέχεια: Η Μπάρτσα μοιράζει τον χρόνο κατοχής της μπάλας κατά 35% από την αριστερή πτέρυγα, κατά 30% από τον κεντρικό άξονα και κατά 35% από την δεξιά πτέρυγα. Τα αντίστοιχα ποσοστά της Σίτι είναι 36%, 30%, 34%. Η Μπάρτσα ξοδεύει το 24% της κατοχής της μπάλας στο αμυντικό τρίτο του τερέν, το 43% στο μεσαίο τρίτο και το 33% στο επιθετικό τρίτο. Η Σίτι; Ακριβώς το ίδιο. Με όλα αυτά στο κεφάλι μου, κι έχοντας παρακολουθήσει την συντριπτική πλειονότητα των επίσημων αγώνων των δύο μονομάχων μέχρι τώρα στη σεζόν, περίμενα τη σέντρα με δύο απορίες. Η μια αφορούσε τη στρατηγική που θα επέλεγε ο Λουίς Ενρίκε, ο οποίος στις δύο προηγούμενες συναντήσεις του με τον φίλο του, τον οποίο αντιλαμβάνεται ως τον καλύτερο προπονητή στον πλανήτη, είχε επιλέξει να του δώσει τη μπάλα, πηγαίνοντας κόντρα σε μια περίπου ιερή παράδοση της Μπαρτσελόνα. Στα τελευταία της 111 παιχνίδια στο Champions League η Μπάρτσα είχε χάσει την κατοχή της μπάλας μόνο σε δύο παιχνίδια: σε αυτά με την Μπάγερν του Πεπ.

Η κύρια ερώτηση στο κεφάλι μου σχετικά με τη στρατηγική του Ενρίκε ήταν το αν σκόπευε ή όχι να το ξανακάνει, επιλέγοντας να περιμένει το λάθος μιας νεότευκτης ομάδας, ή αν θα προτιμούσε να δοκιμάσει να εκπλήξει τον φίλο του. Η δεύτερη αφορούσε τον Πεπ Γκουαρδιόλα και ήταν διπλή: καταρχήν αναρωτιόμουν ποιο ήταν το σημείο αδυναμίας που είχε εντοπίσει στην Μπαρτσελόνα, διότι αυτή είναι μια βασική αρχή του Πεπ στην προετοιμασία για οποιοδήποτε παιχνίδι: βλέπει τα τελευταία 6 ματς του αντιπάλου, μελετά την μονταρισμένη από videos έκθεση της ομάδας του σκάουτινγκ και έπειτα κλείνεται σε ένα δωμάτιο για να αποφασίσει ποιο αντιλαμβάνεται ως πιο αδύναμο σημείο της ομάδας προκειμένου να το υποδείξει στους ποδοσφαιριστές του την παραμονή του παιχνιδιού, στην πρότελευταία ομιλία του προς αυτούς, προτού τους δείξει στην τελευταία δυνατή προπόνηση τον τρόπο για να χτυπήσουν σε αυτή την αδυναμία. Και κατά δεύτερον αναρωτιόμουν αν θα “μάθαινε” από το λάθη της προηγούμενης φοράς. Τον Μάιο του '15 είχε δοκιμάσει να αντιμετωπίσει μια όμοια κατά τα 10/11 Μπαρτσελόνα αρχικώς με τρεις αμυντικούς, με συνέπεια να βρει η Μπάρτσα πολλούς χώρους, μια επιλογή πάντως που δεν τιμωρήθηκε, αφού ο Πεπ πρόλαβε να τη διορθώσει προτού δεχθεί γκολ. Σε εκείνο το παιχνίδι όμως είχε πληρώσει κάτι άλλο: την επιλογή του για passing game σε μικρούς χώρους στο αμυντικό 1/3 της Μπάγερν.

Ο Μπερνάτ είχε προσπαθήσει να υπακούσει στον “απαγορεύονται τα γεμίσματα από την άμυνα προς την επίθεση” κανόνα, επιχείρησε μια ντρίμπλα, έχασε τη μπάλα, αυτή έφτασε – στο 77' – στον Μέσι, και το 1-0 ήταν αρκετό για να οδηγήσει σε κατάρρευση την Μπάγερν. Δεν χρειάστηκαν περισσότερα από 15' λεπτά παιχνιδιού για να λυθούν οι αρχικές απορίες και να γεννηθούν νέες. Ο Λουίς Ενρίκε έκανε την ίδια επιλογή, έβαλε τη Μπάρτσα με το πόδι αφημένο από το γκάζι, και περίμενε να διαβάσει την στρατηγική του Γκουαρδιόλα. Αντιλήφθηκε σχετικά γρήγορα ποιο ήταν το “αδύναμο σημείο” που είχε εντοπίσει ο φίλος του. Οταν η Μπάρτσα ξεκινούσε από την άμυνα να χτίσει μια επίθεση, οι ποδοσφαιριστές της Σίτι έμεναν ψηλά στο τερέν και περίμεναν να πάει η μπάλα στον Ουμτιτι. Μόλις αυτή έφτανε στα πόδια του Γάλλου στόπερ, οι παίκτες της Σίτι έφταναν την επιθετική άμυνά τους στο κόκκινο για να προκαλέσουν λάθη.

Τα προκάλεσαν αρχικώς, δίχως όμως να καταφέρουν να κλέψουν την μπάλα σε επικίνδυνο σημείο του τερέν. Ο Ενρίκε διάβασε το παιχνίδι και επειδή έχει την τακτική ευελιξία και είναι ελαφρώς λιγότερο εμμονικός στην “χτίζουμε την επίθεση από από τον τερματοφύλακα με κοντινές πάσες ότι κι αν συμβαίνει” αρχή, ζήτησε πιο άμεσες μεταφορές της μπάλας στο μεσαίο και στο επιθετικό τρίτο του τερέν, και κάπως έτσι η Μπάρτσα έβρισκε λύσεις στο επιθετικό πρέσινγκ της Σίτι. Θα ήταν ένα ημίχρονο απόλυτης ισορροπίας ανάμεσα στην Μπαρτσελόνα και τον αγγλικής προέλευσης καθρέφτη της αν: δεν γλιστρούσε ο Φερναντίνιο, δεν καιροφυλακτούσε ο killer Μέσι, δεν ολιγωρούσε ο Οταμέντι. Συνέβησαν όμως και τα τρία, και κάπως έτσι ήρθε το γκολ του 17' που έκανε τη διαφορά ανάμεσα σε δύο ομάδες που είχαν παρόμοια δραστηριότητα στο πρώτο ημίχρονο: Κατοχή: 53%-47%. Ακρίβεια στις μεταβιβάσεις: 83%-82%. Πάσες: 201-185. Επιθέσεις: 15-17.

Το ματς έληξε στο 52', όταν ο Μπράβο προτίμησε να υπακούσει σε ένα από τα βασικότερα δόγματα της αντίληψης του Γκουαρδιόλα για το είδος του παιχνιδιού που θέλει να βλέπει από τις ομάδες του, δηλαδή την αρχή των επιθέσεων από τον τερματοφύλακά του, αντί να προτιμήσει να σηκώσει τη μπάλα στον αέρα, ή να την ανοίξει αριστερά του με τον “κίνδυνο” να δώσει πλάγιο άουτ στη Μπάρτσα. Η λήξη του παιχνιδιού βρήκε τον Γκουαρδιόλα να δηλώνει στην κάμερα ότι θα συνεχίσει να ζητεί από τον τερματοφύλακά του να κάνει αυτό, δηλαδή να επιχειρεί σε κάθε του επαφή με τη μπάλα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να σημαδέψει τον κοντινότερο ελεύθερο συμπαίκτη του και όχι να διώχνει τη μπάλα. Ο Πεπ δεν έδειχνε κλονισμένος, πιθανότατα επειδή αυτή τη δοκιμασία, αυτό που βίωσε η Σίτι στο Καμπ Νου, όπως και αυτά που είχε βιώσει προηγουμένως απέναντι στην Σέλτικ και την Τότεναμ τα αντιλαμβάνεται ως μέρος της διαδικασίας για την ωρίμανση μιας ομάδας που θα καταφέρει προοπτικά να παίξει το δικό του ποδόσφαιρο αποτελεσματικά. Δεν έδειχνε κλονισμένος ίσως επειδή είδε την αντίπαλό του να τον νικά με τον δικό του τρόπο: ένα κλέψιμο του Μπούσκετς χάρη στην ξαφνική επιθετική άμυνα της Μπάρτσα στον άξονα έφερε το δεύτερο γκολ του Μέσι στο 61'. Η ίδια στάση της Μπάρτσα έφερε και το τρίτο γκολ του Μέσι, αυτό που “τιμώρησε” το λάθος του Γκιντογκάν, ο οποίος επίσης επιχείρησε να υπακούσει στον κανόνα του Γκουαρδιόλα για passing game στο αμυντικό τρίτο του τερέν.

 

Ο Γκουαρδιόλα είδε την Σίτι να χάνει επιχειρώντας να υπακούσει τις εντολές του, να ακολουθήσει το σχέδιό του, να παίξει το ποδόσφαιρό του. Κι ίσως αυτή είναι η εξήγηση για την ηρεμία στην όψη του στη συνέντευξη Τύπου μετά το ματς. “Είναι αδύνατον να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης μας, τον τρόπο που πιστεύουμε και μας αρέσει να παίζουμε, έστω και αν παίζουμε απέναντι στην καλύτερη ομάδα”, είχε πει την παραμονή του ματς. Ο Πεπ ήξερε ότι η Σίτι του δεν έχει ακόμη ωριμάσει τόσο όσο εσφαλμένα νόμισε η αγγλική ποδοσφαιρική κοινωνία στις εβδομάδες του αδιανόητα καλού ξεκινήματος στην Premier League. Γι' αυτό και είχε ξεστομίσει το “what the f...” μπροστά στην κάμερα, όταν τον είχαν ρωτήσει αν θεωρεί ότι η Σίτι είναι έτοιμη για να κάνει τρεμπλ.

​ Ο Ενρίκε είδε την Μπαρτσελόνα να νικά χάρη σε μια καλή στρατηγική που εκείνος είχε χαράξει ("περιμένω τα λάθη τους, για να τους σκοτώσω") αλλά και χάρη στην δική του τακτική ευελιξία, αυτή που έδειξε όταν άλλαξε τον τρόπο που χτίζει τις επιθέσεις και “θυσίασε” για λίγο τις αρχές του προκειμένου να βοηθήσει την ομάδα του να βγει από την δύσκολη θέση στην οποία την έφερναν τα πολύ καλά τρεξίματα της Σίτι. Ο προπονητής της Μπάρτσα είχε τη βεβαιότητα ότι οι παίκτες της Σίτι θα κάνουν λάθη, και είχε την εμπιστοσύνη ότι η ποιότητα των ποδοσφαιριστών του θα αποδεικνυόταν αρκετή για να τα τιμωρήσει. Περίμενε τα λάθη επειδή ξέρει ότι η Σίτι δεν έχει ωριμάσει ακόμη στο παιχνίδι του Γκουαρδιόλα. Η όψη του όμως και το περιεχόμενο του λόγου του σε μια από τις πιο ανθρώπινες δημόσιες στιγμές του, στην συνέντευξη Τύπου μετά το παιχνίδι, πρόδιδαν την εξουθένωσή του. “Είμαι κουρασμένος λόγω της προετοιμασίας πριν από το παιχνίδι αλλά και της προσπάθειας στη διάρκεια του αγώνα. Ευτυχώς που υπάρχει μόνο ένας Πεπ για αντίπαλος. Αν υπήρχαν πέντε Πεπ, θα είχα μεγάλο πρόβλημα. Βιάζομαι να πάω να κοιμηθώ”.

Οι ποδοσφαιρόφιλοι είμαστε πολύ τυχεροί που είμαστε σύγχρονοι αυτών των δύο προπονητών. Κι είναι ευχή για μας να είναι πιο ώριμη ομάδα Γκουαρδιόλα η Σίτι την επόμενη φορά. Οχι την 1η Νοεμβρίου, διότι ο χρόνος είναι ελάχιστος. Ισως στο μέλλον, σε μια επόμενη πίστα του Champions League, πιο μακριά στον χρόνο. Τότε που η αρτιότητα και η φαντασία των προπονητικών σχεδίων, προστιθέμενες στην ποιότητα και την φαντασία αυτών των ποδοσφαιριστών θα μπορούν να γεννήσουν ως άθροισμα ορισμένα από τα καλύτερα ποδοσφαιρικά ματς στην ιστορία.