Τηλεοπτικά δικαιώματα και Πρέμιερ Λιγκ: Είναι ΠΟΛΛΑ τα λεφτά

Τηλεοπτικά δικαιώματα και Πρέμιερ Λιγκ: Είναι ΠΟΛΛΑ τα λεφτά

O Δημήτρης Ρούσσος παρατηρεί τα στοιχεία της Deloitte για την αύξηση των εσόδων της Premier League απ’ τα τηλεοπτικά δικαιώματα και βγάζει συμπεράσματα.

Τα ποσά στο σύγχρονο ποδόσφαιρο αποτελούν αντικείμενο διαρκούς ντιμπέιτ για οπαδούς, πρώην ποδοσφαιριστές, προπονητές και παρατηρητές. Τα εκατομμύρια πλέον μοιράζονται με ευκολία, ενώ οι αμοιβές των επαγγελματιών του χώρου φαντάζουν εξωπραγματικές.

Οτιδήποτε συμβαίνει βέβαια στον κόσμο μόνο εξωπραγματικό δεν μπορεί να είναι. Ζητούμενο δεν είναι να φανεί αν είναι ηθικό, «ένας τύπος που κλωτσάει καλά μια μπάλα να κερδίζει εκατομμύρια», αλλά από που βγαίνουν αυτά τα εκατομμύρια. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και στις επενδύσεις σε ό,τι ονομάζεται modern football, λεφτά υπάρχουν και με το παραπάνω. Αν αυτό είναι σωστό ή όχι είναι μια τεράστια κουβέντα, που δεν είναι της παρούσης.

Τα στοιχεία της Deloitte διατυπώνουν εύγλωττα την πραγματικότητα. Η Premier League είναι ένα τυπικό παράδειγμα ποδοσφαιρικού συνεταιρισμού, που η παράδοση και η λατρεία του κόσμου για το άθλημα μπορεί να δημιουργήσει οπαδούς και χρήματα σε όλον τον κόσμο. Έτσι, εξηγούνται οι δαπανηρές μεταγραφές και τα οικονομικά μεγέθη στο Νησί.

Παρελθόν και παρόν: Η μέρα και η νύχτα

Συγκριτικά με τη σεζόν 1991-92, έξι ομάδες της Premier League συγκεντρώνουν περισσότερα χρήματα ως έσοδα απ’ την πώληση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του πρωταθλήματος απ’ το σύνολο των συλλόγων της πρώτης κατηγορίας. Για να το πούμε διαφορετικά, στο ημίχρονο της δεύτερης αγωνιστικής της κατηγορίας για τη σεζόν 2016-17, θα έχουν δοθεί εντός Νησιού περισσότερα χρήματα απ’ όσα είχαν δοθεί συνολικά για όλα τα παιχνίδια της First Division πριν 25 χρόνια.

Οι γενικοί αριθμοί είναι ενδεικτικοί του χάους που χωρίζει τις δυο εποχές. Κάθε παιχνίδι της πρώτης τη τάξει κατηγορίας στο Νησί έχει 10.2 εκατομμύρια λίρες, ώστε να μεταδοθεί εντός Αγγλίας. Ο αριθμός αυτός επί 10, που είναι οι αγώνες που διεξάγονται κάθε αγωνιστική, βγάζει πάνω από 100 εκατομμύρια σε ένα Σαββατοκύριακο για τους αγγλικούς συλλόγους, που δεν χορταίνουν να καμαρώνουν την κότα να γεννά το ένα «αυγό» πιο χρυσό απ’ το προηγούμενο και πιο θαμπό απ’ το επόμενο!

Τηλεοπτικά για Πρέμιερ Λιγκ: το χρονικό

Δεν χρειάζεται πάντως να φτάσει κανείς τόσο πίσω για να διαπιστώσει τα άλματα των Άγγλων στο «πλασάρισμα» αυτού που ονομάζουν «επαγγελματικό ποδόσφαιρο» στο υψηλότερο επίπεδο. Μια ανάλυση των τελευταίων πέντε ετών, όπως παρουσιάζεται μέσα απ’ τα στοιχεία της Deloitte, στην ετήσια ανάλυσή της, αρκεί.

Ξεκινώντας απ’ τη σεζόν 2012-13, τότε τα συνολικά έσοδα που διανεμήθηκαν στις ομάδες της Premier League έφτασαν τα 2.5 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή τα 126 ανά σύλλογο. Ο διαχωρισμός γίνεται σε τρεις κατηγορίες: διαφημιστικά, τηλεοπτικά δικαιώματα και εισιτήρια.

Τη σεζόν 2012-13 τα έσοδα απ’ τη συμφωνία πώλησης των δικαιωμάτων μετάδοσης εντός κι εκτός Αγγλίας έφταναν τα 1.2 δις.  Αντίστοιχα, 585 εκατ. προήλθαν απ’ τη διαφήμιση και 749 απ’ τα έσοδα στις ημέρες των αγώνων. Αυτό που παρατηρεί κανείς στα στοιχεία των επόμενων ετών είναι πως ανεβαίνουν διαρκώς τα πρώτα. Κι αυξάνονται εντυπωσιακά.

Ήδη την επόμενη σεζόν, όταν τέθηκε σε ισχύ η νέα τριετής συμφωνία (2013-1016) του συνεταιρισμού με τα κανάλια, το ποσό διαμορφώθηκε στα 1.8 δις. Εκεί παρέμειναν μέχρι και τη σεζόν που μόλις ολοκληρώθηκε (2015-16). Απ’ του χρόνου, που η νέα τριετία βάζει πλώρη, τα πράγματα αλλάζουν δραματικά…

Τα 2.6 δις για μια μόνο χρονιά (2016-17) ισούται κατά προσέγγιση με τα έσοδα από δυο σεζόν της προηγούμενης συμφωνίας και κάνει την προηγούμενη τιμή πώλησης του «χρυσαφένιου» προϊόντος που ονομάζεται «αγγλικό πρωτάθλημα» να μοιάζει μέτρια! Ενδεικτικά, η διαφορά με τα άλλα πρωταθλήματα αποτυπώθηκε σε προηγούμενο σημείωμα.

«Παγωμένες» οι τιμές των εισιτηρίων, την ανιούσα η διαφήμιση

Όπως εξηγεί ο πίνακας, τα έσοδα απ’ τη δραστηριότητα των ιδιόκτητων (στην πλειοψηφία τους) γηπέδων κατά τις ημέρες της αγωνιστικής δράσης δεν αλλάζουν παρά ελάχιστα. Οι αντιδράσεις των οπαδών για την τιμολογιακή πολιτική των ομάδων, που ήδη διαθέτουν πανάκριβα, αλλά τα τελευταία τέσσερα χρόνια έδειξε να «ξεφεύγει», διακινδύνευσε την εικόνα των αγγλικών γηπέδων, που έχουν ταυτιστεί με τα sold-out, τα προπληρωμένα και προαγορασμένα απ’ το καλοκαίρι εισιτήρια διαρκείας και την συνύπαρξη οπαδών των γηπεδούχων και φιλοξενούμενων στο ίδιο γήπεδο, ανεξαρτήτως της απόστασης που χωρίζει τις ομάδες. Όταν για τον οπαδό της Νιούκαστλ, το ταξίδι ως το Σουόνσι έγινε υπερβολικά κοστοβόρο, περισσότερο κι από έναν αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ (!), τότε οι σύλλογοι πήραν την απόφαση να «παγώσουν» τις τιμές και να περιοριστούν στις υπόλοιπες πηγές εσόδων.

Υπάρχει «ταβάνι» στις (υπερ)κοστολογήσεις;

Το 2012, κάθε ομάδα λάμβανε απ’ την κεντρική διαχείριση 126 εκατομμύρια. Εξ ου και το απαραίτητο της παραμονής καθεμιάς στην κατηγορία, τα μεγάλα μεταγραφικά μπάτζετ και οι σπατάλες σε μεταγραφές, αφού η ανάγκη για συμμετοχή στο «πάρτι» της Premier League θεωρούταν -δικαίως- εκ των ων ουκ άνευ για όλους. Το 2017 το ποσό θα έχει διαμορφωθεί στα 216, δηλαδή 216 εκατομμύρια ανά σύλλογο…

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αναπόδραστα: Πως θα σταματήσουν οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας να ξοδεύουν «δίχως αύριο», όταν για όλες προβλέπονται «τρελά» έσοδα, ανάλογα φυσικά με την τελική τους θέση στη βαθμολογία; Γιατί να μην ξοδέψει η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ 135 εκατομμύρια ευρώ για τον Πολ Πογκμπά; Μήπως δεν έχει τα χρήματα, ή μήπως μέσω της ισχυροποίησης του ρόστερ της δεν αυξάνει τις πιθανότητές της να κατακτήσει τον τίτλο και επομένως να διεκδικήσει μεγαλύτερο κομμάτι απ’ την πανάκριβη «πίτα» που μαγειρεύουν κάθε χρόνο οι Άγγλοι; 

Η απάντηση είναι φυσικά πως δεν έχει κανέναν λόγο να μην το κάνει. Η ρευστότητα δεν είναι πρόβλημα, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, όπως της Μάντσεστερ Σίτι, στα αυτιά της οποίας ήχησε το «καμπανάκι» του Financial Fair Play της UEFA και δεν μπορεί να κινείται αλόγιστα στο μεταγραφικό παζάρι. 

Σε κάθε περίπτωση πάντως, όλο αυτό το δημιούργημα αναπαράγεται σαν το συκώτι του Σισύφου. Οι ομάδες έχουν όλο και περισσότερα χρήματα προς σπατάλη. Πολλοί εκ των κορυφαίων παικτών και (ειδικά) προπονητών μαζεύτεται στο Νησί. Το Λονδίνο, το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ ανεβάζουν το επίπεδο δυσκολίας σε δυσθεώρητα ύψη, όμως παράλληλα προστατεύεται ο παραδοσιακός χαρακτήρας του παιγνιδιού. Το πρωτάθλημα αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον, αφού παλεύουν τρεις - τέσσερις ομάδες για το πρωτάθλημα, άλλες τόσες για το Champions League κι αντίστοιχα για το Europa League, όπως φυσικά και για τον υποβιβασμό, τον οποίο όλοι απεύχονται. Το ενδιαφέρον του πρωταθλήματος μένει αμείωτο σε όλα τα επίπεδα, με κάθε αγωνιστική να μοιάζει σαν επεισόδιο μιας καλογυρισμένης τηλεοπτικής σειράς: κανείς δεν θέλει να χάσει το επόμενο. Έτσι, απ’ τις Φιλιππίνες ως την Αργεντινή και απ’ τη Νότιο Αφρική ως τη Νορβηγία, όλοι θα θέλουν να παρακολουθήσουν έναν αγώνα της Premier League, κατά προτίμηση το Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ - Τσέλσι, αλλά κανένας δεν χαλιέται με το Σάντερλαντ - Λέστερ. Κατ’ επέκταση, η νέα τηλεοπτική συμφωνία «τρυπάει» εκ νέου το ταβάνι και ούτω καθ’ εξής, μέχρι τουλάχιστον να ακουστεί το «μπαμ»…

Η παραπάνω συλλογιστική φαίνεται πως εξηγεί, τόσο ό,τι προηγήθηκε, όσο και ό,τι θα ακολουθήσει. Εδώ θα είμαστε να τα παρακολουθούμε και να συζητάμε αν είναι όντως παράλογο, κι από ποιά σκοπιά, να προσφέρει η Γιουνάιτεντ 135 εκατομμύρια ευρώ για έναν παίκτη. Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, μοιάζει απολύτως κατανοητό…

Πηγή στοιχείων: Deloitte Annual Report