Σαμ Άλαρνταϊς: Η «αναγκαστική» ρεαλιστική επιλογή

Σαμ Άλαρνταϊς: Η «αναγκαστική» ρεαλιστική επιλογή

Ο Θάνος Σαρρής γράφει για την σκληρή πραγματικότητα στις εθνικές ομάδες και την επιλογή του Σαμ Άλαρνταϊς στην Αγγλία.

Οι επιλογές σε Αγγλία, Ισπανία και Ιταλία αποδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο τα όσα μας είχε πει ο εξαιρετικός Τζόναθαν Γουίλσον στο Παρίσι, στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο gazzetta.gr. Η αλήθεια είναι πως σε ένα τέτοιο τουρνουά καταλαβαίνεις πόσο μεγάλη είναι η απόσταση στο παιχνίδι των Εθνικών ομάδων από αυτό των συλλόγων, στο top επίπεδο. Υπάρχει μεγάλο χάσμα. Δες απλά τους προπονητές εδώ. Με εξαίρεση τον Κόντε, ίσως τον Σλούτσκι, ίσως ακόμα τον Κόζακ και κανέναν-δυο ακόμα, υπάρχουν είτε πολύ νεαροί προπονητές, είτε πολύ ηλικιωμένοι προπονητές. Και σίγουρα όχι πολλοί καλοί! Οι περισσότεροι δεν έχουν κάνει σημαντικά πράγματα σε επίπεδο συλλόγων. Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι οι πολύ καλοί προπονητές, εκτός αν έχουν βαθιά πατριωτικά αισθήματα, δεν επιλέγουν τις εθνικές ομάδες, με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά όπως είναι ο Κόντε. Συνήθως είναι πρώην παίκτες, τις περισσότερες φορές σημαντικοί, που κάνουν τα πρώτα τους βήματα, όπως ο Βίλμοτς ή πολύ-πολύ έμπειροι που δεν θέλουν την καθημερινή πίεση των πάγκων. Όπως ο Ντελ Μπόσκε, ο Ο'Νιλ, ο Ρόι Χόντσον».

Η επόμενη μέρα της Ιταλίας βρήκε ως διάδοχο του Κόντε, ο οποίος τακτικά ήταν ό,τι καλύτερο παρουσιάστηκε στη διοργάνωση της Γαλλίας και επέστρεψε σε top level συλλογικό επίπεδο, τον 68χρονο Τζιαμπέρο Βεντούρα. Η επιλογή του Λοπετέγκι στην Ισπανία έχει λογική, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν στις μικρότερες ομάδες της Ισπανίας, ωστόσο και πάλι, με εξαίρεση την Πόρτο, δεν έχει δοκιμαστεί σε υψηλές απαιτήσεις συλλόγου. Και η Αγγλία κατέληξε στον Σαμ Αλαρντάις.

Γράφαμε στα μέσα της χρονιάς, όταν η Σάντερλαντ έμοιαζε καταδικασμένη, πως ο Big Sam είναι συνώνυμο της παραμονής. Ιδανικός στο να αναλαμβάνει αποστολές αυτοκτονίας, έχοντας αποδεδειγμένα τον τρόπο να διαχειρίζεται ποδοσφαιριστές υπό πίεση. Σε ομάδες που κινδυνεύουν με υποβιβασμό όμως. 

Ξεκάθαρα η πρώτη ανάγνωση της επιλογής του μοιάζει ως «κάθε πέρυσι και καλύτερα». Ας τα πάρουμε από την αρχή. Το βασικό πρόβλημα της Αγγλίας είναι δομικό και δεν αφορά τον Ομοσπονδιακό προπονητή, αλλά όσους τον περιβάλλουν και τον επιλέγουν, καθώς και την ίδια την Premier League και την FA. Η αρχική παραδοχή της Ομοσπονδίας ότι «πρέπει να δούμε και για ξένο προπονητή» κατέληξε στο δίπολο Άλαρνταϊς-Μπρους.Σύμφωνα με την Telegraph, αφού πρώτα υπήρξε απόρριψη από τον Αρσέν Βενγκέρ. Και εδώ έρχεται το πρώτο σκέλος του ρεαλισμού, που αφορά την επιλογή για τη «δεύτερη πιο σημαντική δουλειά στη χώρα», όπως τιτλοφορείται και το σχετικό βιβλίο του Νάιαλ Εντγουόρθι.

Η αλματώδης ανάπτυξη του συλλογικού παιχνιδιού με τα υπέρογκα συμβόλαια και τον υψηλό ανταγωνισμό, δεν επιτρέπει σε έναν top level manager να αφήσει το κλαμπ του για να αναλάβει μια εθνική. Από όποια σκοπιά κι αν το δει, δεν έχει νόημα. Χρειάζεται είτε να είναι σε ηλικία ή ψυχολογική κατάσταση που να μην αντέχει την καθημερινότητα του συλλόγου, είτε να είναι νέος και ελπιδοφόρος, περιμένοντας η εθνική να του ανοίξει το δρόμο για μια καλή δουλειά σε συλλογικό επίπεδο, είτε να είναι ο... Κόντε. Είναι μάλλον ουτοπικό να περιμένει κανείς από τον Βενγκέρ να αφήσει τους Gunners, όσο είναι ακόμα τόσο ενεργός, για να αναλάβει μια εθνική. Το ίδιο συμβαίνει και με την συντριπτική πλειοψηφία των υψηλής κλάσης τεχνικών. Επομένως η τελική επιλογή, ρεαλιστικά, θα ήταν ανάμεσα σε έναν προπονητή με το προφίλ του Άλαρνταϊς, ή σε έναν με αυτό των Σάουθγκεϊτ-Χάου. Η FA επέλεξε το δρόμο της εμπειρίας.

Το δεύτερο σκέλος του ρεαλισμού έγκειται στην ωμή πραγματικότητα της Εθνικής Αγγλίας. Όλα αυτά τα χρόνια, έχοντας δοκιμάσει διαφορετικές προπονητικές προσεγγίσεις, έχει καταφέρει να αποτύχει με κάθε τρόπο. Κάθε φορά οι απαιτήσεις που χτίζονται είτε από κάποια αποτελέσματα στα φιλικά, είτε από ατομικές αποδόσεις σε συλλογικό επίπεδο, είτε από το γεγονός πως δεν γίνεται η χώρα με τη σημαντικότερη ποδοσφαιρική παράδοση στον κόσμο να μην πρωταγωνιστεί, είναι πάνω από τις πραγματικές δυνατότητες στην ομάδα. Όλο αυτό δημιουργεί μια τρομερή πίεση από όλες τις πλευρές και μία κατάσταση εντός και εκτός αποδυτηρίων δύσκολη να ελεγχθεί.

«Τα δύο πρώτα χρόνια μπορούν να αποδειχθούν ένας μοναχικός, φρικιαστικός εφιάλτης», έλεγε ο αείμνηστος σερ Μπόμπι Ρόμπσον. Ο Νταν Άσγουορθ τεχνικός διευθυντής του St George's Park οραματίζεται ένα πλάνο όπου η Αγγλία θα πνίγει τον αντίπαλο με την κατοχή, από τις μικρές ομάδες μέχρι αυτή των αντρών. Οι οπαδοί απαιτούν όχι μόνο αποτελέσματα, αλλά και υψηλές παραστάσεις. Το ίδιο το πρότζεκτ λοιπόν φαντάζει από μόνο του αφιλόξενο για έναν τεχνικό σε άνοδο. Οι Βρετανοί μπορούν να τσαλακώσουν οποιοδήποτε υψηλό προφίλ μέσα σε λίγες βδομάδες. Ο... χοντρόπετσος Σαμ Άλαρνταϊς είναι η αναγκαστική προσγείωση ενός οχήματος που δείχνει πως η επιμονή για ... οδήγηση από τα αριστερά ίσως πρέπει να αμφισβητηθεί.

Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε για το στοιχείο του προπονητικού του χαρακτήρα που θεωρεί πως του έδωσε τη δουλειά, είπε το man management. Προφανώς, δεν πρόκειται να επιφέρει τακτικούς νεοτερισμούς και να καταπλήξει τα πλήθη με το ποδόσφαιρο που θα παίζει. Είναι ικανός όμως γι' αυτό ακριβώς που έκανε ξεκάθαρα ο Σάντος, αλλά και ο Κρις Κόουλμαν στην Ουαλία. Αφενός την άρτια αμυντική λειτουργία και το κλείσιμο των χώρων και αφετέρου την επιλογή του καταλληλότερου γκρουπ παικτών ίδιας εθνικότητας μια δεδομένη στιγμή. Του καλύτερου όχι μόνο από άποψη ατομικών διακρίσεων μέσα στη χρονιά, αλλά και από πλευράς προσωπικοτήτων, χημείας και ικανότητας ομαδικής προσήλωσης σε έναν συγκεκριμένο σκοπό. Ακόμα κι αν χρειαστεί οι πρωταγωνιστές των συλλόγων να γίνουν κομπάρσοι. Ακόμα κι αν χρειαστεί να υπηρετήσουν διαφορετικούς ρόλους από αυτούς που έχουν συνηθίσει. Υπό αυτό το πρίσμα και με δεδομένο πως η φύση ενός προπονητή εθνικής ομάδας είναι εντελώς διαφορετική από αυτή των συλλόγων, Ο Άλαρνταϊς ίσως αποδειχθεί αποδοτικότερος από τους προκατόχους του στην ουσία, την διαχείριση των μονάδων και το μακιγιάρισμα των αδυναμιών τους μέσα από το ομαδικό πλάνο. «Είναι κάτι παραπάνω από έτοιμος. Είναι καλός στο να δίνει κίνητρο και μπορεί να δημιουργήσει πολύ καλό ομαδικό πνεύμα», είπε ο Μουρίνιο, ο οποίος στο παρελθόν τον έχει «κράξει» ανοιχτά για τον τρόπο που παίζουν οι ομάδες του. Με τον τρόπο που εξελίχθηκε το Euro 2016, η λογική Άλαρνταϊς δικαιώνεται.

Μολονότι έχει παλιομοδίτικη κοψιά και το εντελώς πραγματιστικό ποδόσφαιρο που παίζει έχει κάνει αρκετούς ανθρώπους του ποδοσφαίρου να εκφραστούν υποτιμητικά γι' αυτόν, ο Σαμ Άλαρνταϊς έχει αντίληψη του σύγχρονου παιχνιδιού. Ως προς αυτό το σκέλος, είναι υποτιμημένος. Το πέρασμά του από τις ΗΠΑ ως ποδοσφαιριστής το 1983 τον έκανε να εκτιμήσει τομείς της επιστήμης του ποδοσφαίρου πολύ πριν γίνουν της μόδας στην Αγγλία. Ο Μάικ Μπριτζ, όταν τον συνάντησε στη Μπόλτον το 2004, ενθουσιάστηκε. «Άνοιξε τα μάτια μου σε μια τελείως διαφορετική πλευρά του ποδoσφαίρου. Τη διατροφή, την ανάλυση, τον τρόπο που παρακολουθεί τους παίκτες.  Μελετούσαμε τους αντιπάλους, κάναμε σεμινάρια στη διατροφή.

Ο Σαμ ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του», δήλωσε στη Sunderland Echo. Ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν το ProZone και τη στατιστική ανάλυση, πέρα από βασικές μετρήσεις. Το SkySports ανέσυρε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο Soccernomics, με τον Γκάβιν Φλιγκ, πρώην performance analyst στη Μπόλτον του Big Sam και νυν Global Lead for Talent Management στη Μάντσεστερ Σίτι να θυμάται: «Η Μπόλτον συνήθιζε να σκοράρει 45-50% παραπάνω γκολ από στημένα σε σύγκριση με τον μέσο όρο του πρωταθλήματος. Εμείς λέγαμε: Αν ένας αμυντικός διώξει τη μπάλα από ένα μακρινό πλάγιο που θα προσγειωθεί; Βρίσκαμε την περιοχή που κατέληγε συχνότερα και εκεί έπρεπε να είναι ο παίκτης μας». Πολλά που για τους έξω φαντάζουν τυχαία, δεν είναι. Στο St George's Park θα βρει όλα τα απαραίτητα για το μεθοδικό, ξεχωριστό πλάνο προσαρμοσμένο σε κάθε αντίπαλο που του αρέσει να σχεδιάζει.

 Η ψυχολογία είναι ένας άλλος τομέας στον οποίο δίνει μεγάλη βάση. Οι αποστολές αυτοκτονίας που αναλαμβάνει, το αποδεικνύουν. «Καθόμασταν με ψυχολόγους για να θέσουμε στόχους, ρεαλιστικούς στόχους, όχι όνειρα. Μου έκανε πολύ καλό ψυχολογικά», πρόσθεσε ο Μπριτζ. 

Φυσικά, όλα τα παραπάνω δεν εγγυούνται την επιτυχία στην Εθνική Αγγλίας. Η προσέγγιση του 61χρονου είναι μια χαρά όταν βασίζεται στην ψυχολογία του αουτσάιντερ και σε μια ομάδα που χτίζει το παιχνίδι της πάνω σε αυτό του αντιπάλου.  Ο Sam είναι χοντρόπετσος, αλλά δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ ξανά σε τόσο υψηλό επίπεδο και σε μια ομάδα που στο μυαλό των ανθρώπων που βρίσκονται στο περιβάλλον της πρέπει να παίζει ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας στο 90% των αγώνων της.  Έχει, μάθει, όμως, να διαχειρίζεται τσακισμένες ψυχολογίες και ομάδες στο χείλος του γκρεμού και ίσως τελικά αυτό να αποδειχθεί κλειδί. Οι σχέσεις του με τον Τύπο θα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.

Πάντως, όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα, την μεγαλύτερη ευθύνη σε περίπτωση νέας αποτυχίας δεν θα την έχει ο ίδιος, αλλά εκείνοι που τον επέλεξαν και καλούνται να διαχειριστούν για μια ακόμα φορά τις ισορροπίες στο εσωτερικό της πολύπαθης εθνικής Αγγλίας. Από τη μία οραματίζονται «Wengerball», φαντασία και κατοχή και από την άλλη προσλαμβάνουν έναν τεχνικό που στη Γουέστ Χαμ και στη Νιούκαστλ αποχώρησε όχι γιατί οι ομάδες δεν τα πήγαιναν καλά από πλευράς αποτελεσμάτων, αλλά γιατί το στιλ ποδοσφαίρου δεν ικανοποιούσε κόσμο και διοικήσεις...