Ντιέγκο Φορλάν: Γκολτζής υπό αμφισβήτηση

Ντιέγκο Φορλάν: Γκολτζής υπό αμφισβήτηση

Ο Ντιέγκο Φορλάν κλείνει σήμερα 37 χρόνια ζωής και ο Δημήτρης Ρούσσος γράφει για τον καλτ ήρωα των σελέστε, που αλλού απέτυχε κι αλλού άφησε το στίγμα του ως killer.

Οι Ουρουγουανοί δεν είναι τόσοι όσοι οι Βραζιλιάνοι ή οι Αργεντινοί, ούτε έχουν να πανηγυρίσουν τόσες ιστορικές επιτυχίες όσο εκείνοι. Η σπουδαιότητα του ποδοσφαίρου όμως απ' τη μια χώρα στην άλλη παραμένει αναλλοίωτη. Το πάθος, η αυταπάρνηση και η κατάθεση ψυχής εκτιμώνται απ' τους afficionados στις κερκίδες πριν απ' το ταλέντο, που πάντως σπάνια λείπει. Επίσης σπάνια αναδεικνύει ήρωες της στρογγυλής θεάς που τα συνδυάζουν αμφότερα τόσο αρμονικά. Ο Ντιέγκο Φορλάν υπήρξε ο πιο πρόσφατος απ' αυτούς, ο τελευταίος σπουδαίος Ουρουγουανός.

Για τα... γονίδια του, η ιστορία είναι γνωστή. Όταν ο 11χρονος Ντιέγκο εμφανίστηκε στις ακαδημίες της Πενιαρόλ το 1990, είχε ήδη στις μικρόσωμες πλάτες του μια κληρονομιά να διαχειριστεί. Παππούς και μπαμπάς έπαιζαν στην ομάδα για χρόνια, επομένως ο ίδιος όφειλε, αν έπαιζε ποδόσφαιρο, να φανεί αντάξιος.

Εκείνος δεν ήθελε. Προτιμούσε το τένις. Ήταν μάλιστα καλός, τόσο που όλοι έκριναν πως αν συνέχιζε, θα συντηρούσε την αθλητική παράδοση της οικογένειας, αν και σε άλλο σπορ. Όλα όμως τα άλλαξε ένα ατύχημα, μαζί με την καθημερινότητα της οικογένειας. Αυτό που «αντάλλαξε» τη ρακέτα του Φορλάν με ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά παπούτσια, χαρίζοντας του αργότερα και μια θέση στο πάνθεον των σελέστε.

Ένας μεθυσμένος οδηγός στο Μοντεβιδέο «κάρφωσε» το αυτοκίνητο του πάνω σ' αυτό που επέβαινε η αδερφή του, Αλεξάνδρα, και ο φίλος της. Αυτός σκοτώθηκε, η Αλεξάνδρα έμεινε πέντε μήνες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, μέχρι να καθηλωθεί σε αναπηρικό καροτσάκι. Τότε ο Φορλάν αποφάσισε πως πρέπει να παίξει ποδόσφαιρο, για να κερδίσει τα λεφτά που χρειαζόταν η αδερφή του για τη θεραπεία και την πληγωμένη ζωή της, που κρεμόταν από μια κλωστή ακόμα τότε.

Με το «καλημέρα» ως ποδοσφαιριστής τραβάει το βλέμμα της Ιντεπεντιέντε, που το 1998 τον κάνει δικό της σε ηλικία 18 χρονών. 37 γκολ σε 80 συμμετοχές μέχρι το 2002 αρκούσαν για να του δώσουν ένα «εισιτήριο» για την Ευρώπη. Ήδη τον είχε ζητήσει η Μίντλεσμπρο απ' το καλοκαίρι, όμως πλέον πήγαινε για ψηλότερα. Για την ακρίβεια, πήγε στην κορυφαία ομάδα της Αγγλίας εκείνη την εποχή, για να παίξει υπό τις οδηγίες του κορυφαίου προπονητή.

Παρότι όταν έφτασε στο Νησί πήγε στο Τάισαϊντ για να διαπραγματευτεί με τη «Μπόρο», όταν παρενέβη ο Σερ Άλεξ ήρθαν όλα τούμπα: «Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι μεγαλύτερος σύλλογος, οπότε τελικά θα πάω εκεί. Άλλωστε, μου πρόσφεραν και περισσότερα χρήματα», απάντησε αφοπλιστικά, θυμίζοντας το σκοπό για τον οποίο μπήκε στη διαδικασία να παίξει ποδόσφαιρο. Έναντι 6.9 εκατομμυρίων λιρών, τον Γενάρη του 2002 γινόταν «κόκκινος διάβολος» και παρτενέρ του Ρουντ Φαν Νίστελροϊ και του Σόλσκιερ. Τα υπόλοιπα δεν θέλει να τα θυμάται κανείς.

Στο Ολντ Τράφορντ σκόραρε με τεράστια δυσκολία και η παρουσία του εκεί περισσότερο ως ατύχημα μνημονεύεται, με το βίντεο από φιλικό της Γιουνάιτεντ στις ΗΠΑ, όπου χάνει γκολ σε κενή εστία, να γίνεται... viral για τα δεδομένα της εποχής. Αν εξαιρέσει κανείς τα δυο γκολ του στο Άνφιλντ και τη επί της μισητής Λίβερπουλ, για τα οποία οι οπαδοί έβγαλαν και σύνθημα («He came from Uruguay, he made the Scousers cry»), όταν η Βιγιαρεάλ του προσέφερε διέξοδο, έτρεξε να την πάρει και δεν στεναχώρησε κανέναν.

Εκεί  διέσωσε την καριέρα του. Ή μάλλον ξεκίνησε, αφού όσα του συνέβησαν απ' το 2004 έως το 2011 δημιούργησαν το «μύθο» του. Πρώτα στο «κίτρινο υποβρύχιο», όπου υπό τις οδηγίες του Πελεγρίνι έφτασε παρά ένα... πέναλτι στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Συνολικά με 54 γκολ σε 106 συμμετοχές θύμισε την ποιότητα του, ό,τι τον έκανε να ξεχωρίζει στη Λατινική Αμερική. Ένστικτο, τελειώματα με μια επαφή, ποικιλία στο σκοράρισμα, φυσική κατάσταση. Με τον Ρικέλμε, τον Σορίν και τον Σένα δημιούργησαν την καλύτερη έκδοση στην ιστορία της Βιγιαρεάλ, ενώ ο ίδιος κράτησε τη σεζόν 2005-06 το βραβείο «Pichichi» με 25 γκολ για τον εαυτό του.

Το 2007 μετακόμισε στην Ατλέτικο Μαδρίτης, ως αντικαταστάτης του Τόρες και με κεκτημένη ταχύτητα διατηρήθηκε στους καλύτερους επιθετικούς του κόσμου. Τη δεύτερη σεζόν με 32 γκολ αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στην Ευρώπη, ενώ το 2010 έκανε εκπληκτικά πράγματα με τους «ροχιμπλάνκος» και την Εθνική Ουρουγουάης. Γιουρόπα Λιγκ με δυο γκολ στον τελικό επί της Φούλαμ, τρίτη θέση στο Μουντιάλ της Βραζιλίας, μαζί με το τρομερό γκολ επί της Γερμανίας στον μικρό τελικό, που ψηφίστηκε το καλύτερο της διοργάνωσης, το βραβείο του πρώτου σκόρερ κι αυτό του καλύτερου παίκτη του τουρνουά. Ήταν η εποχή που σου έδινε την εντύπωση πως μπορούσε να τελειώσει οποιαδήποτε φάση γύρω απ' την περιοχή, κυριολεκτικά ασταμάτητος όπου κι αν έπαιζε.

Συνέχεια είχε το Super Cup με την Ατλέτικο και το 15ο Copa America με τους σελέστε το 2011, μαζί με τον Σουάρες και τον Καβάνι. Έκτοτε τίποτα. Μηδέν. Οι κακές επιλογές του παρελθόντος επέστρεψαν και η μεταγραφή στην Ίντερ τον ξανάκανε μέτριο. Το 2012 γύρισε στη Νότια Αμερική, φορώντας τη φανέλα της Ιντερνασιονάλ, όμως ούτε εκεί κατάφερε να βρει τον εαυτό του. Δυο χρόνια αργότερα έγινε αστείος παίζοντας στην Ιαπωνία και κάνοντας αρπαχτές που μάλλον δεν είχε ανάγκη.

Δώδεκα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση με την Εθνική Ουρουγουάης και έχοντας γράψει 36 γκολ, ο Φορλάν αποφάσισε την αποχώρηση του απ' την ομάδα το 2015. «Θρηνώ αυτή τη στιγμή, όμως έχω προετοιμαστεί. Δεν ήταν κάτι που αποφάσισα ξαφνικά, έπρεπε να αλλάξουν πράγματα στην Εθνική μετά το Μουντιάλ της Βραζιλίας, να μπει νέο "αίμα" στην ομάδα», δήλωνε μετά την αποχώρηση του απ' τους σελέστε, τη φανέλα των οποίων φόρεσε περισσότερες φορές από κάθε άλλον (112).

Το καλοκαίρι του 2015 και σε ηλικία 36 ετών επέστρεψε στην Πενιαρόλ, εκεί απ' όπου ξεκίνησαν όλα. Τον Απρίλιο του 2016 σκόραρε μάλιστα το πρώτο γκολ της ομάδας του στο νέο της γήπεδο. Εκεί θα κλείσει όπως φαίνεται και την καριέρα του, δίπλα σε νεαρούς Ουρουγουανούς, την «αφρόκρεμα» των σελέστε, που μεγαλώνοντας και παίζοντας στην Εθνική θα ακούν τις ιστορίες του Πέδρο Ρότσα, του Φραντσέσκολι, του Ρεκόμπα και του Φορλάν...